Showing posts with label ΚΑΤΟΧΗ. Show all posts
Showing posts with label ΚΑΤΟΧΗ. Show all posts

22.10.16

MIA IΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ



Κατοχή

 Μια ιστορία σαν παραμύθι…

Φτωχά τα χρόνια του πόλεμου. Ακόμα πιο φτωχά τα χρόνια της Κατοχής. Φτωχά και δύσκολα. Πείνα, αρρώστιες, θάνατος. Η μυρωδιά του θανάτου καθημερινή. Άνθρωποι πεσμένοι εδώ κι εκεί. Στο δρόμο, στα πεζοδρόμια. Κι ένα καρότσι να μαζεύει τα πτώματα… Παιδιά σκελετωμένα, παιδια με φουσκωμένες τις κοιλιές από την πείνα, ξυπόλυτα γυρνούν στους δρόμους της Αθήνας για να βρουν ένα κομμάτι ψωμί. Κάτι που θα ξεγελάσει το στομάχι τους μήπως και σταματήσει να παραπονιέται…
Γιατί στο σπίτι τους δεν υπάρχει τίποτα. Όσα από αυτά τα παιδιά έχουν ένα σπίτι…
Μανάδες πηγαίνουν στα συσσίτια. Στέκονται στις ουρές με πονεμένο βλέμμα. Μια χαρακιά ανάμεσα στα φρύδια μαρτυρά την πίκρα και την οδύνη που γεύτηκαν. Στα μάτια τους θλίψη. Θλίψη και αγωνία. Όχι για αυτές. Για τα παιδιά τους. Τι θα απογίνουν αυτά τα παιδιά; Πόσες ακόμα στερήσεις θα υποστούν; Ναι, έχουν μάθει να στερούνται. Ποτέ δεν ζήτησαν πλούτη. Ποτέ δεν ζήτησαν κάτι παραπάνω από το αναγκαίο. Πολλά από αυτά ποτέ δεν ζήτησαν τίποτα… Μα πόσο θα αντέξουν ακόμα χωρίς να τρώνε;
Γυρίζουν σπίτι φοβισμένες. Κοιτούν συνεχώς πίσω τους, γύρω τους. Ποτέ δεν θα νιώσουν ασφαλείς. Ακόμα κι όταν η χώρα απελευθερωθεί. Πώς θα μπορέσουν να ξεπεράσουν αυτή τη φρίκη που τόσα χρόνια ζουν; Πώς αλήθεια μπορεί κανείς να ξεπεράσει τον πόλεμο; Τους ξαφνικούς κρότους από τους βομβαρδισμούς; Τις φωνές, τις εικόνες, τον τρόμο; Κι έπειτα την Κατοχή… Τις στερήσεις, την πείνα, την αγωνία;
Αυτή την αγωνία είχε και η Μαρία. Μητέρα τεσσάρων παιδιών. Τεσσάρων μικρών κοριτσιών. Μόνη της. Ο άνδρας της χάθηκε ξαφνικά. Κανείς δεν ήξερε πού βρίσκεται, αν ζει… Το μόνο που ήξερε ήταν φήμες. Άλλοι έλεγαν πως σκοτώθηκε, άλλοι πως πήγε στα Τρίκαλα στο πατρικό του σπίτι, άλλοι πως τρελάθηκε και τον έκλεισαν είτε σε φυλακή είτε σε τρελοκομείο. Μα πώς η Μαρία να μάθει την αλήθεια. Ήταν μόνη με τέσσερα παιδιά! Τέσσερα όμορφα κορίτσια που τα πρόσωπά τους είχαν παραμορφωθεί από την στέρηση. Η Μαρία δεν μπορούσε να τα βλέπει να υποφέρουν. Μια εβδομάδα τώρα τους έδινε να φάνε το φαγητό της. Το φαγητό που έπαιρνε από το συσσίτιο. Έπαιρνε πέντε φέτες ψωμι. Μια φέτα για κάθε μέλος. Αυτό ήταν το καθημερινό τους φαγητό. Το δικό της μερίδιο το μοίραζε στα τέσσερα και το έδινε στα παιδιά της. Ήταν ό, τι περισσότερο μπορούσε να τους προσφέρει… Εκείνη έμενε νηστική. Εκείνη θα άντεχε, έλεγε… Εκείνη δεν το χρειαζόταν…
Μα δεν άντεξε. Ήταν κι αυτή σκελετωμένη..
Κοιμούνταν και οι πέντε μαζί σε ένα παλιό στρώμα. Όλες μαζί κι η μάνα τους τις κρατούσε πάντα στην αγκαλιά της. Και τις τέσσερις! Ένα πρωινό τα κορίτσια ξύπνησαν. Τους έκανε εντύπωση που η μάνα τους ακόμα κοιμόταν. Την σκούντησαν απαλά. Της μιλούσαν γλυκά. Τίποτα. Ύστερα άρχισαν να φωνάζουν «Ξύπνα, μάνα! Για τον Θεό! Σε παρακαλούμε!». Μα δεν τους έκανε τη χάρη. Ξαπλωμένη στο στρώμα, με την κοιλιά φουσκωμένη…είχε ήδη φύγει.
«Την ασπάστηκε ο Θεός, παιδιά μου», τους είπε μια γειτόνισσα… «Κουράστηκε η φουκαριάρα να ‘ναι μόνη. Έκανε πολλά για τα παιδιά της. Τι θ’ απογίνουν τώρα τα ορφανα;», την άκουσαν να λέει αργότερα σε έναν άλλο γείτονα.
Τα ορφανά! Έφυγε ο πατέρας… Τώρα έφυγε κι η μάνα… Πράγματι, τι θα έκαναν τώρα;
Ντύθηκαν στα μαύρα. Μαύρα τα ρούχα τους, μαύρη κι η ψυχή τους… Πριν πεθάνει η μητέρα τους μπορεί να μην είχαν χρήματα, είχαν όμως η μία την άλλη…
Η Νόρα, η μεγάλη, το αποφάσισε! Θα φροντιζε εκείνη τώρα την οικογένεια. Θα προστάτευε τις αδερφές της! Δεν ήθελαν άλλωστε να χωριστούν. Την περίοδο εκείνη όμως κανείς δεν μπορούσε να κάνει αυτό που ήθελε…
Κι έτσι χωρίστηκαν… Δόθηκαν όλες για υιοθεσία… Υιοθεσία; Για υπηρέτριες δηλαδή σε κάποιες πλούσιες οικογένειες…
Έφτιαξαν η καθεμία από ένα βαλιτσάκι με τα ελάχιστα πράγματα που είχαν και μοιράστηκαν. Η Τασία, η δεύτερη μεγαλύτερη σε ηλικία, πήγε ως υπηρετρια στην πιο πλούσια οικογένεια του Πειραιά. Ήταν μια οικογένεια με τέσσερα επίσης παιδιά, πάνω κάτω στην ηλικία της. Δύο αγόρια και δύο κορίτσια.  Ο «κύριος» της είχε στην ιδιοκτησία του εκτάσεις ολόκληρες, είχε άλογα, άμαξες, υπηρέτες…κι ένα πολύ μεγάλο σπίτι. Για καλή της τύχη οι άνθρωποι αυτοί ήταν πολύ φιλόξενοι. Της παραχώρησαν ένα δωμάτιο και της έδωσαν ένα μπαούλο για να βάλει μέσα τα πράγματά της. Δύο ρούχα όλα κι όλα και ένα φυλαχτό, που της είχε κάποτε δώσει η μάνα της.
Συνήθισε γρήγορα στην οικογένεια. Είχε πάει, βέβαια, ως υπηρέτρια, όμως ελάχιστα βοηθούσε στις δουλειές! Κλεισμένη στο δωμάτιό της, κάθε φορά που την φώναζαν για να κάνει κάτι, εκείνη απαντούσε πως δεν μπορεί γιατί συγυρίζει το μπαούλο της! Εκείνοι γελούσαν με τη δικαιολογία της, όμως την άφηναν στην… ησυχία της!
Η Τασία μέσα σε λίγα χρόνια μεγάλωσε κι έγινε μια όμορφη δεσποινίδα! Ο Αντώνης, ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, ήταν ο πρώτος που την πρόσεξε. Την αγάπησε, χωρίς να έχουν ανταλλάξει πολλές κουβέντες. Κι εκείνη όμως ήταν κρυφά ερωτευμένη μαζί του. Πώς να μην ήταν άλλωστε; Ο Αντώνης ήταν ψηλός, μελαχρινός και πολύ όμορφος. Κι είχε ένα βλέμμα επιβλητικό. Λεβεντόπαιδο τον φώναζαν όλοι.
Ο Αντώνης αποφάσισε πως η Τασία θα είναι η γυναίκα της ζωής του. Δεν τον ένοιαζε αν είναι ορφανή, αν είναι φτωχή… Τι αξία έχουν αυτά;
Όλα ξεκίνησαν με ένα βλέμμα… Ύστερα, η Τασία εβρισκε λουλούδια έξω από την πόρτα της. Ήξερε βέβαια από ποιον ήταν!  Κάποτε βρήκε ένα γράμμα… Δεν ήξερε όμως καλά να διαβάζει. Μα σε ποιον να το πήγαινε; Όποιος της το διάβαζε θα μάθαινε για τον έρωτά της. Έτσι, το κράτησε χωρίς να το διαβάσει! Σκεφτόταν με τη φαντασία της τι μπορεί να έγραφε… και ήταν όλα τόσο γλυκά!
Τελικά, ο Αντώνης ανακοίνωσε στους γονείς του ότι σκοπεύει να παντρευτεί την Τασία. Ο πατέρας του, ένας άνθρωπος γλυκός κι ευγενικός, δεν είχε αντίρρηση. Χάρηκε μάλιστα γιατί το συμπαθούσε αυτό το κορίτσι! Η μητέρα του όμως δεν μπορούσε να το δεχτεί! Ο γιος της, το λεβεντόπαιδο, θα παντρευόταν μια ορφανή υπηρέτρια; Κι όμως, μετά από πολλες συζητήσεις και τσακωμούς, κι αφού ο κυρ Ηλίας το είχε δεχτεί, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς!
Ο γάμος τους έγινε σύντομα. Απέκτησαν μαζι τέσσερις κόρες! Δημιούργησαν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Και ήταν κι οι δύο ευτυχισμένοι μέχρι το τέλος!
Η Τασία διηγήθηκε την ιστορία της στα παιδιά της κι αυτά στα εγγόνια τους κι έτσι έφτασε και στα δικά μου τα αφτιά!
Μια ιστορία από την Κατοχή. Μια ιστορία σαν παραμύθι…
https://fylada.gr

 Πίσω στα παλιά

4.10.16

ΦΥΛΛΑ ΚΑΤΟΧΗΣ " 3 ΟΧΤΩΒΡΗ 1942 "



Στο σκίτσο:Ένας «κοκορόφτερος» Ιταλός καραμπινιέρος προσφέρει κάτι σε ένα μικρό ελληνόπουλο. Αλλά ο πιτσιρικάς αρνείται λέγοντας: «Δεν το θέλω. Σκότωσες τον μπαμπά μου!»
***
Ήρθε και με είδε η Γκετσάλαινα. Πριν έξη μέρες, στις 27 του Σεπτέμβρη, οι ιταλοί εκτέλεσαν το γιό της,τον Περικλή Γκετσάλη, μαζί με τον Λέλο. Κι’ αυτούς για οπλοφορία.
Η Γκετσάλαινα είναι από τη Χειμάρρα. Είχε πέντε γιούς, οι τρεις έπεσαν στον πόλεμο της Αλβανίας.
Ο ένας είναι αιχμάλωτος στην Ιταλία και ο τελευταίος ο Περικλής, που εκτελέσανε τώρα, ήταν αγροφύλακας στον Πύργο Βασιλίσσης.
Οι δύο γέροι και ο Περικλής προσπαθούσαν να θρέψουν με κάθε τρόπο τα τέσσερα ορφανά που είχαν αφήσει οι σκοτωμένοι.
Βέβαια ο Περικλής δεν είχε παραδώσει το όπλο του. Το ίδιο και ο συνάδελφός του ο αγροφύλακας ο Λέλιος. Ένα βράδυ ιταλοί στρατιώτες μπαίνουν στο κτήμα για να κλέψουν σταφύλια.
Ο Γκετσάλης και ο Λέλιος τους εμποδίζουν. Μα εκείνοι είναι πολλοί και δοκιμάζουν να αφοπλίσουν τους δικούς μας.
Ο Περικλής Γκετσάλης με κανένα τρόπο δεν δίνει το όπλο του. Έρχεται στα χέρια με τους ιταλούς που προσπαθούν να του το πάρουν. Τα πράγματα ζορίζουν.
Ο Περικλής παλεύει με όλους για να σώσει το πιστόλι του. Και όταν απελπίζεται πυροβολεί και σκοτώνει έναν απ’ αυτούς.
Και τους δυό, τον Γκετσάλη και τον Λέλο τους καταδίκασαν σε θάνατο.
Η Γκετσάλαινα όμως είναι μια γυναίκα μ’αληθινή λεβεντιά. Ψηλή, στητή, ολοκάθαρη, ο μαύρος κεφαλόδεσμος στο κεφάλι της ταχτικός και σφιχτοδεμένος φαντάζει σαν κορώνα.
Δεν παραπονέθηκε, δεν μοιρολόγησε. Μόνο η ανάσα της ήταν πιο γρήγορη όταν μιλούσε για το παιδί της.
«Οι γιοί μου στάθηκαν πάντα άντρες. Αυτό ήταν το χρέος τους. Ούτε μπορούσε να γίνη αλλιώς.
Το όπλο τους ήταν η αντρειά τους, η λευτεριά τους. Πώς να το παραδώσουν; Έτυχε κακιά ώρα και ήρθε η συμφορά».
Την άκουγα, την κοίταζα και τη θαύμαζα. Η θλίψη έχει αυλακώσει το γερασμένο πρόσωπό της. Μα η αρχοντιά της είναι μεγάλη.
Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»
Από το βιβλίο-ημερολόγιο της Ιωάννας Τσάτσου «Φύλλα Κατοχής» Έκδοση Ενάτη
Εικόνα από: war of cartoons
https://oikohouse.wordpress.com/

 Πίσω στα παλιά 

14.2.16

ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗ

 Πώς μπορεί να είσαι ξένος στην πατρίδα σου; Πώς γίνεται να σε ξεχωρίζουν και να σε στιγματιζουν οι πατριώτες σου; Τουρκόσποροι, ξενομερίτες ......
   Παλιολλαδίτες ήταν οι δικοί μας. Ήρθαν απ' την Εύβοια λίγο πριν τον πόλεμο. Φτωχοί, άκληροι, ξένοι, δαχτυλοδειχτούμενοι. Ήρθε πρώτα ο Γιώργος, φαντάρος που έκανε τη θητεία του. Παντρεύτηκε ντόπια, ήξερε γράμματα, ήταν λογιστής του καιρού εκείνου,, μπήκε στο φόρο, στο Δήμο. Κάλεσε και την αδερφή του και το γαμπρό του με τα παιδιά. Μωρά ακόμα ήρθαν στην Κομοτηνή, έμειναν στα Οβραίικα, πίσω από το τείχος, εκεί στην Αθανασίου Διάκου. Πήρε το γαμπρό κοντά του, προσπάθησε να το βοήθησει ο Γιώργος, μα ο Σταύρος δύσκολος άνθρωπος, παράξενος, αλλόκοτος, δε στέριωσε σε δουλειά. Φτώχια και των γονέων. Ξενόπλενε η Σταυρούλα, δούλευε σ' όποιο σπίτι έβρισκε, σε χωράφια, σε μπαξέδες.  Τ' αγόρια τσμπανάκια στα γουρούνια του γείτονα εξασφάλιζαν τη βούκα της ημέρας. Ξένοι, άκληροι,στιγματισμένοι...



 Κι ήρθε ο πόλεμος κι η κατοχή κι οι Βούλγαροι. Επιτάχθηκε το σπίτι που έμεναν. Στριμωχθηκαν σ' ενα δωμάτιο στον κάτω όροφο κι επάνω ο Βούλγαρος αξιωματικός. Οι παλιολλαδίτες  μπήκαν στο στόχαστρο. Να γραφτούν Βούλγαροι, να μπουν στο βιβλίο των κατεχόντων, να αποτελέσουν υπόδειγμα και παράδειγμα για τους υπόλοιπους.
- Αφού γράφτηκε ο παλιολλαδίτης που είναι από την κεντρική Ελλάδα, από την "καθαρή" Ελλάδα, τρομάρα του, εσείς τι θα κάνετε;;; Εσείς τουρκοσπόροι, Αρβανίτες, ..... Το παράδειγμα να υπάρχει...



  Και δώστου ξύλο και βρισιές και κοροϊδίες.... Κι η φτώχια να θεριεύει, κι η πείνα να αφανίζει. Μικρά παιδιά στην ανάπτυξη τ' αγόρια, νηστικά, πεινασμένα.... Ούτε ενα χωραφάκι στο χωρίο, ούτε μια αυλή για κανένα χόρτο. Πείνα, πείνα.....
  Κάποτε η κυρα-Σταυρούλα κατάφερε να βρει δυο χούφτες σιτάρι κι εκείνο όχι καθαρό. Ήταν Θεριστής κι απ' τα χωράφια μάζεψε τ' απομεινάρια του σταριού με τ' άχυρα ανακατεμένα. Καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού και τα 'χε στην ποδιά της. Ξεχώριζε το στάρι να το αλέσει, να κάνει χυλό για τα παιδιά της. Ξεχώριζε σπυρί σπυρί με τα ακροδάχτυλα, τα μάτια δε βοηθούσαν. Η πείνα της πήρα την όραση, αβιταμίνωση ειπαν πολύ αργότερα οι γιατροί. Ξεχώριζε η κυρα. Σταυρούλα το σπυρί το σιτάρι κι ήλπιζε να χορτάσουν την πείνα τους. Μάταιος κόπος, φρούδα ελπίδα. Στο λεπτό τα σπυριά το στάρι βρέθηκαν στο δρόμο, στο χώμα, σκόρπια, χαμένα. Το χέρι του Βούλγαρου είχε τραβήξει την ποδιά της, τινάχτηκαν τα στάρια στον αέρα, σκόρπισαν, χάθηκαν.....Κατέβηκε τα σκαλιά του σπιτιού ο Βούλγαρος του πάνω ορόφου και χάθηκε στο στενό της Αθανασίου Διάκου. Άλλη μια μέρα πείνας στο σπίτι, άλλη μια μέρα με το στομάχι άδειο.....
  Το Μάρτιο του 43 όμως ξημέρωσε μια διαφορετική μέρα στη γειτονιά. Πέμπτη 4 του μήνα ξημερώματα μάζεψαν τους Εβραίους της πόλης. Ξαφνικά κι απροειδοποίητα τα σπίτια άδειασαν από ανθρώπους. Οι Βούλγαροι αστυνομικοί κι υπάλληλοι του Υπ. Εξωτερικών μπήκαν στα σπίτια, πήραν τους  Κομοτηναίους εβραϊκής καταγωγής 684 στον αριθμό, οι οποίοι σε λίγες μέρες οδηγήθηκαν στην Πολωνία όπου βρήκαν φρικτό θάνατο. Τα σπίτια άδειασαν από ανθρώπους αλλά τα πράγματά τους εξαφανίστηκαν τις επόμενες μέρες. Δεν ξέρω αν ο πόλεμος κι η φτώχια κάνει τόσο σκληρούς τους ανθρώπους. Οι γείτονες δεν περίμεναν την επιστροφή των αιχμαλώτων...... Τα δυο μικρά αγόρια εκείνο το πρωί του Μάρτη είδαν από την ανοιχτή πόρτα του Εβραϊκού σπιτιού μια κατσαρόλα με φασόλια πάνω στη σόμπα..... Ακόμα άχνιζε. Στοίχειωσε αυτή η κατσαρόλα στη μνήμη τους. Αυτό πήραν από το άδειο από ανθρώπους σπίτι. Μια κατσαρόλα φασολάδα που μέχρι το θανατό τους μνημόνευαν μαζί με όσα προηγήθηκαν αλλά κι ακολούθησαν εκείνες τις μέρες, εκείνα τα χρόνια της κατοχής.
 Η φασολάδα και το ξύλο για την εγγραφή στους  βούλγαρογραμμένους ερχόταν και ξαναρχοταν στη μνήμη τους.... Οι περιουσίες των Εβραίων και το βιβλίο των βουλγαρογραμμένων ακόμα στοιχειώνουν την πόλη....

http://peridiavenontasstonkosmo.blogspot.gr/
Πίσω στα παλιά 

12.10.15

TO ΓΑΛΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ

(μια συγκινητική ιστορία της Κατοχής- και για παιδιά)

Μεγάλη ἦταν ἡ χαρὰ τῶν παιδιῶν ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Στὰ παιδικὰ συσσίτια γιὰ πρώτη φορὰ θὰ ἐμοίραζαν γάλα, ποὺ εἶχεν ἐξαφανισθῆ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας πολλοὺς μῆνες. Λίγο ἔπειτα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῶν Γερμανῶν εἶχε κι αὐτὸ γίνει εἶδος πολυτελείας. Μὰ τώρα εὐτυχῶς ἔφθασεν ἡ πρώτη ἀποστολὴ τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ.

Τὸ γάλα ἐβραζόταν σὲ μεγάλα καζάνια στὰ σχολεῖα καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἐλειτουργοῦσαν παιδικὰ συσσίτια. Καὶ τὰ πεινασμένα Ἑλληνόπουλα δὲν ἐχόρταιναν νὰ τὸ ρουφοῦν μὲ τὰ μάτια, πρὶν ἀκόμη γίνῃ ἡ διανομή. Τὰ φασόλια, τὰ μπιζέλια καὶ τὸ πληγούρι μόλις τὰ εἶχαν συγκρατήσειὣς τώρα στὴ ζωή. Καὶ τὰ εἶχαν πιὰ βαρεθῆ. Τὸ γάλα ὅμως θὰ τοὺς ξανάφερνε τὸ ρόδινο χρῶμα τῆς ὑγείας.

*************

Σ’ ἕνα συνοικιακὸ δημοτικὸ σχολεῖο τοῦ Πειραιῶς ἦταν μαθητὴς κι ὁ Κωστάκης, παιδὶ πτωχοῦ ὑπαλλήλου. Ἡ οἰκογένειά του εἶχεν ὑποφέρει πολύ, ἑνάμισυ χρόνο ἀπὸ τὶς στερήσεις. Ἀφοῦ ἀναγκάσθηκαν στὴν ἀρχὴνὰ πουλήσουν τὰ λίγα κοσμήματα τῆς μητέρας, τὰ περισσότερα ἔπιπλα καὶ πολλὰ ροῦχά τους, τώρα τελευταῖα ἐστήριζαν ὅλες τὶς ἐλπίδες τους στὰ συσσίτια καὶ στὶς διανομές. Ὁ πατέρας ἔπαιρνε συσσίτιο ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία του καὶ τὰ δύο παιδιά, ἡ Λέλα κι ὁ Κωστάκης, ἀπὸ τὰ σχολεῖά τους. Ὁ μισθὸς τοῦ πατέρα ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν ἦταν ἀρκετὸς νὰ τοὺς θρέψῃ οὔτε πέντε ἡμέρες τὸ μῆνα. Κι ἡ καημένη ἡ μητέρα ἔπρεπε νὰ βάλῃ ὅλη τὴν τέχνη της, γιὰ νὰ ἔχουν πέντε πιάτα φαγητὸ τὸ μεσημέρι καὶ πέντε τὸ βράδυ.

Ἡ πτωχὴ οἰκογένεια εἶχε κι ἕνα φιλοξενούμενο σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα. Ἦταν ἕνας Κύπριος, στρατιώτης στὸν Ἀγγλικὸ στρατό,καὶ τὸν ἔλεγαν Μιχάλη. Εἶχε πολεμήσει γενναῖα τοὺς Γερμανούς,ἐπληγώθηκε ἐλαφρὰ στὸ δεξὶ χέρι καὶ εἶχε πιασθῆ αἰχμάλωτος. Ἀλλὰ κατώρθωσε νὰ δραπετεύσῃ καὶ τυχαῖα εἶχε κτυπήσει τὴν πόρτα τοῦ πτωχοῦ ὑπαλλήλου. Τὸν ἐδέχθηκαν μὲ ὅλη τὴν καρδιά τους, τὸν ἔκρυψαν ἀπὸ κάθε ὕποπτο μάτι κι ἐμοιράσθηκαν μαζί του τὸ λίγο φαγητό τους.Κι οὔτε ἤθελαν ν’ ἀκούσουν τὶς παρακλήσεις του νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ παραδοθῇ. Τὸν κίνδυνο νὰ τουφεκισθοῦν οἱ γονεῖς, ἂν τὸν ἀνεκάλυπτανοἱ ἐχθροί, ἡ οἰκογένεια δὲν τὸν ἐλογάριαζε.

**************

– Τὸ γάλα σας θὰ τὸ πίνετε ὅλοι ἐδῶ κι ὅταν φεύγετε, θὰ μοῦ δείχνετε ἄδειο τὸ τενεκάκι σας, εἶπεν ἡ διευθύντρια στὰ παιδιὰ τὴν ὥρα τῆς διανομῆς.

Τὰ παιδιὰ εἶχαν μπῆ στὴ σειρὰ κι ἐπερνοῦσαν μπροστὰ ἀπὸ τὸ καζάνι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δύο διδασκάλισσες μὲ δύο μεγάλες κουτάλες ἔχυναν τὸ γάλα στὰ τενεκάκια τους. Καὶ τὸ καθένα ἐκαθόταν σ’ ἕνα θρανίο καὶτὸ ροφοῦσε γρήγορα καὶ μὲ μεγάλη εὐχαρίστησι. Κι ὅταν ἐτελείωνε,ἐπερνοῦσε μπροστὰ ἀπὸ τὴ διευθύντρια κι ἔδειχνε τὸ ἄδειο τενεκάκιτου. Ὁ μικρὸς Κωστάκης ἐκάθησε σὲ μιὰ γωνιὰ κι ἐφαινόταν πὼς ἔπινε τὸ γάλα του. Ἔπειτα, σὲ μία στιγμὴ ποὺ ἔβγαιναν πολλὰ παιδιὰ μαζεμμένα, ἐχώθηκε ἀνάμεσά τους κι αὐτὸς μισοκρύβοντας τὸ τενεκάκιτου. Ἡ διευθύντρια δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑποπτευθῇ πὼς θὰ την ἐξεγελοῦσε, γιατὶ ἦταν ὁ πιὸ καλὸς μαθητὴς στὴν τάξι του.Αὐτὸ τὸ παιγνίδι τοῦ Κωστάκη ἐκράτησε μιὰ ἑβδομάδα. Μὰ στὸ τέλος ἐπιάσθηκε. Ἡ διευθύντρια δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὸ πιστέψῃ!

– Γιατί τὸ ἔκαμες αὐτό, Κωστάκη; Τὸν ἐμάλλωσε περισσότερο λυπημένη παρὰ θυμωμένη.

– Κυρία, δὲν ἔχω ὄρεξι σήμερα, ἐδικαιολογήθηκε μὲ βουρκωμένα μάτια καὶ μὲ κατακόκκινα μάγουλα.

Εἶχε φανερωθῆ πὼς δὲν ἔλεγε την αλήθεια. Και η διευθύντρια κατάλαβε πως κατι πολύ σοβαρό του συνέβαινε.

– Τὸ γάλα εἶναι ἴσα – ἴσα γιὰ τοὺς ἀνόρεκτους καὶ νὰ καθίσῃς νὰ τὸ πιῇς, τοῦ εἶπε.

Ὁ Κωστάκης ἐξανακάθησε κι ἤπιε τὸ γάλα του, χωρὶς νὰ μπορῇ νὰ σταματήσῃ τὰ δάκρυά του. Τὸ ἀπόγευμα ἡ διευθύντρια ἐπεσκέφθηκε τὴ μητέρα τοῦ Κωστάκη καὶ τῆς διηγήθηκε τὸ πρωϊνὸ ἐπεισόδιο. Κι ἡ μητέρα τοῦ Κωστάκη δὲν ἠμπόρεσε νὰ κρατηθῇ. Ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὸν καλὸ χαρακτῆρα τῆς διευθυντρίας καὶ γι’ αὐτὸ τῆς εἶπε ὅλη τὴν ἀλήθεια, πὼς ἔκρυβαν τὸ Μιχάλη, πὼς ἦταν τώρα ἡμέρες ἄρρωστος ἀπὸ κρυολόγημα καὶ πὼς τὰ δύο παιδιά της, ἡ Λέλα κι ὁ Κωστάκης, εἶχαν συμφωνήσει κρυφὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους νὰ τοῦ φέρνουν τὸ γάλα τους. Κι οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς ἔβλεπαν πὼς τὸ γάλα ἦταν πιὸ ἀπαραίτητο γιὰ τὸν ἄρρωστο παρὰ γιὰ τὰ παιδιά τους. Δυστυχῶς δὲν εἶχαν ἐμπιστοσύνηνὰ τοῦ φέρουν καὶ γιατρό.

– Ὁ Κωστάκης νὰ πίνῃ τὸ γάλα του, εἶπε τότε ἡ διευθύντρια μὲ συγκίνησι, γιατὶ εἶναι ἀδύνατος. Κι ἐγὼ θὰ ἐξοικονομῶ ἄλλο γιὰ τὸνἄρρωστο καὶ μὲ τρόπο θὰ σᾶς τὸ φέρνω ἡ ἰδία. Αὔριο θὰ φέρω καὶ γιατρό,στὸν ὁποῖο μπορεῖτε νὰ ἔχετε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη.

Ὁ Κωστάκης εἶχε προσθέσει δύο ἀκόμη προστάτες τοῦ Μιχάλη, τὴ διευθύντριά του καὶ τὸ γιατρό. Κι ὣς τὴν ἡμέρα, ποὺ ἔφυγαν οἱ Γερμανοί, τὸν ἐφύλαξαν πολὺ καλὰ κρυμμένο.

Γεώργιος Ν. Καλαματιανός

πηγή: παλιό Αναγνωστικό Ε΄ Δημοτικού (σελ.130)  το διαβάσαμε εδώ

papaioannou-portreto agoriouhttps://antexoume.wordpress.com

 Πίσω στα παλιά

24.7.15

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ …ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 

 

Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Σεπτέμβριος 1943 οι Ιταλοί εγκαταλείπουν την Αθήνα αφοπλισμένοι
από τους Γερμανούς συμμάχους τους.
Με τα καρότσια κουβαλάνε τα μπογαλάκια τους κάποιοι φουκαράδες
Έλληνες που προσπαθούσαν να επιβιώσουν.
Με τα ίδια καρότσια μαζεύανε και αυτούς που πέθαιναν από την πείνα
στους δρόμους της Αθήνας.
Αρκετοί Ιταλοί άφηναν τα όπλα τους ή καλύτερα τα έκαναν δώρο
σε Αθηναίους με την ελπίδα να τα χρησιμοποιήσουν εναντίον
των Γερμανών.
Μια περίεργη κατάσταση...
Φυσικά και χρησιμοποιήθηκαν πολλά από αυτά από τις ομάδες αντίστασης
και αργότερα έμειναν ως κειμήλια σε σπίτια.
Μετά τον εμφύλιο τα έβλεπες σε σπίτια της γειτονιάς όχι ιδιαίτερα
φυλαγμένα.
Είχαν προστεθεί και Γερμανικά κράνη και ξιφολόγχες ....
Εντύπωση έκαναν τα κράνη που είχαν τρύπα από σφαίρα.
Αργότερα τα λάφυρα πολέμου που βρισκόντουσαν σε διάφορες
γωνιές των σπιτιών βρέθηκαν στο Μοναστηράκι στα παλαιοπωλεία.
Για τους Ιταλούς άκουγες στην γειτονιά καλύτερα λόγια λες και είχαν έρθει
για τουρισμό στην Ελλάδα.
Αρκετούς από αυτούς βοήθησαν και τους έκρυψαν στα σπίτια τους
για να μην συλληφθούν από τους Γερμανούς όταν έσπασε η συνεργασία τους.
Έτσι είναι ο Έλληνας δεν αλλάζει με τίποτα.

πίσω στα παλιά

21.7.15

ΤΖΙΟΒΑΝΙ ΟΥΜΠΟΝΤΙ


ΕΝΑΣ ΙΤΑΛΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ..

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ .

O Υπολοχαγός Tζιοβάνι Ουμπόλντι .

Ο Υπολοχαγός Ο υ μ π ό λ ν τ ι Τ ζ ι ο β ά ν ι , 76 χρονών σήμερα ( αναφέρεται στο 1982 ) , από το Κόμο της Β. Ιταλίας ( κοντά στα Ελβετικά σύνορα ) καθηγητής Φυσικομαθηματικός , το επάγγελμα , πατέρας πέντε παιδιών , όλων επιστημόνων , υπηρέτησε την κατοχή στο Λιδορίκι από 31/3 μέχρι 19/6/43 . Όπως γράφει και στο ημερολόγιό του οι μέρες εκείνες θα του μείνουν αξέχαστες , αλλά είναι και για μας ενδιαφέρον και πολύ χρήσιμο να δούμε πως σκέπτονταν ορισμένοι απ' τους κατακτητές μας , αλλά και οι ντόπιο εκείνο τον καιρό .

Τις σημειώσεις του ο Ουμπόλντι τις έστειλε στον Αλέκο Κωστάκη , με τον οποίο γνωριζόταν απ' την Κατοχή ( σε πολλά σημεία μάλιστα τον αναφέρει Αλεσάντρο ) , και στον οποίον ανήκει η μετάφραση και ο σχολιασμός τους .

Γράφει λοιπόν ο Ουμπόλντι :

5-2-43 : Φτάνω στην Αθήνα . Πάω να δω τον Παρθενώνα . Ένα μαρμάρινο βουνό , τέλεια αρχιτεκτονική , αίσθηση μεγαλοπρέπειας . Πως τα κατάφεραν να λαξέψουν και να συναρμολογήσουν αυτές τις τεράστιες κολόνες κι' αυτές τις μαρμάρινες πλάκες !! Σίγουρα οι αρχαίοι Έλληνες ξεπερνούν στην τέχνη και τον πολιτισμό , κατά τη διάρκεια των αιώνων , τους άλλους λαούς . Τρομερή πολυκοσμία στην πόλη και αφάνταστος σαματάς . Λες και βρίσκεσαι στη Νάπολη . Πουλάνε ψωμί μαύρο , κακοψημένο και " ΒΟΒΟΤΑ " ( ψωμί από καλαμπόκι ) , λάδι , κρέας αρνίσιο . Σημειώνω  μερικές τιμές : 2000 δραχμές για ένα γεύμα ( σχεδόν τίποτε , αλλ' αυτός που πληρώνει είναι ο Ελληνικός λαός ) . Μου προσφέρουν 200 δραχμές για μια λιρέτα . Η δραχμή κάθε μέρα πέφτει.

6-2-43 : Επίσκεψη στην αγορά . Πήγαινε - έλα συνέχεια του κόσμου . Υπάρχουν απ' όλα . Ρούχα , παπούτσια , παλιά αντικείμενα , ό,τι φαντασθείς . Έλληνες , γεννημένοι έμποροι . Αν σου ζητήσουν 500 δραχμές για κάτι , το μάξιμουμ που πρέπει να τους δώσεις είναι...200 . Ο λαός βλέπει εμάς τους Ιταλούς καλύτερα απ' ό,τι τους Γερμανούς , που τους μισεί . Τιμές : ρύζι 12.000 η οκά , ( 1280 γραμ. ) ψωμί 6.000 , βούτυρο 10.000, λάδι 6.500 , ένα γλυκό από 200 - 1200 δραχμές , κι' όλα νοθευμένα .

8-2-43 : Έγερση στις 4,45 , αναχώρηση με φορτηγό . Δυο πολυβολητές στα πλευρά . Φοβούνται ενέδρα από τους " ANDARTES " , όπως λένε τους Έλληνες παρτιζάνους . Όλοι κομμουνισταί , τους διοικεί ο Ζέρβας !! ( προφανώς κάνει..λάθος ) . Αγοράζω μια μπουκάλα κρασί , αλλά έχει ρετσίνα και δεν μπορώ να το πιώ , γιατί είμαι ασυνήθιστος .

9-2-43 : Άμφισσα . Αέρας παγωμένος το πρωί , μα ωραίο θέαμα οι ανθισμένες μυγδαλιές . Η Άμφισσα όμορφη πόλη , μ' ένα κάστρο σαν κορώνα της , χτισμένο απ' τους Ενετούς ( σημ : το κάστρο είναι αρχαίο κι' αργότερα πρόσθεσαν οι Φράγκοι κι όχι οι Βενετσάνοι ) . Προς το νότο , και κατά μήκος του δρόμου προς την Ιτέα , εκτείνεται μια ασύλληπτης ομορφιάς θάλασσα από ελιές . Ο κόσμος είναι πολύ ήσυχος . Έχω τη Διοίκηση του ΙΙΙ Λόχου . Οι φαντάροι τα πάνε καλά με τον κόσμο κι' οι εμπορικές τους σχέσεις άριστες . Αχώνευτοι οι Γερμανοί .

15-2-43 : Μια δασκάλα βρέθηκε το πρωί κρεμασμένη απ' τους " ANDARTES " σε μια ελιά του ελαιώνα . Ταράχτηκαν όλοι . Τη φουκαριάρα !

16-2-43 . Κάνω αναγνώριση στη Δεσφίνα . Στο γιατρό BRUNI ( Mπρούνι ) ήρθαν πολλοί χωρικοί για να τους εξετάσει . Λένε πως ο " JATROS " ( γιατρός ) , ο δικός τους δηλαδή , " δεν ξέρει πολλά ". Οι γυναίκες - όλες στα μαύρα - κάθονται στα πεζούλια των δρόμων και γνέθουν βαμπάκι και μαλλί .

Μιλώ με το δάσκαλο του χωριού που ξέρει και λίγα Γαλλικά . Μου μιλάει για πολλή φτώχεια . Μας προσφέρουν κρασί και καφέ ( αληθινό καφέ ) . Ζεστασιά κι' άνοιγμα καρδιών . Δίνω διαταγή : " αλλοίμονο σ' όποιον φαντάρο κλέψει έστω και μια ελιά ". Ο κόσμος φοβόταν μήπως και κάψουμε το χωριό .

20-2-43 . Αναγνώριση K.KISSIADE και Πεντεόρια ( σημ: προφανώς αναφέρεται στην Κ.Κίσελη , γιατί δεν υπάρχει άλλο χωριό που να μοιάζει το όνομά του ) . Σ' αυτά τα μέρη ο κόσμος μας κοιτάζει ψυχρά , αλλά όχι με μίσος . Άνθρωποι του μόχθου με φτώχεια πολλή . Μάτια σαν να λεγαν : Τι γυρεύετε εδώ σε τούτη την ξεραίλα ; Τι νομίσατε πως θα βρίσκατε ; Από τα παιδάκια που με πλησιάζουν : " Καπετάνιο , κινίνο , κινίνο , κινίνο ! ". Ήθελαν κουφέτα κινίνου , γιατί εδώ έχει πολλή ελονοσία . " Δεν έχω απάνω μου παιδιά ", απαντώ στα ξυπόλυτα αγόρια και μελαγχολώ , γιατί το μυαλό μου γυρίζει στα δικά μου παιδιά , που , τουλάχιστον , είχαν παπούτσια ! Ήθελα όμως να χα εδώ τους μαθητές μου , να δούνε παιδιά του Σχολείου με γυμνά ματωμένα πόδια ! ( σημ : Ο Ουμπόλντι ζούσε στη Β.Ιταλία , και φαίνεται δεν γνώριζε τη ζωή της Ν.Ιταλίας , στην Καλαβρία και τη Σικελία ). Εντύπωση τρομαχτική , πετάξαμε ένα άδειο δοχείο , σαν άχρηστο . Τρεις χωρικοί παραλίγο να σκοτωθούν για την κατοχή του . Καταραμένος να 'ναι ο πόλεμος .

Στην KISSIADE ( είπαμε ίσως Κίσσελη η Άγιοι Πάντες ) κοιμάμαι με τον ιπποκόμο μου στο σπίτι ενός χωρικού . Η οικογένειά του είναι ευχαριστημένη που θα φιλοξενήσει έναν αξιωματικό , γιατί έτσι αισθάνεται πιο ασφαλής και προστατευμένη από ενδεχόμενες βαρβαρότητες των στρατιωτών . Χώρισαν το δωμάτιο μ' ένα παραπέτασμα . Κατά τη 1 πετάχτηκα από τα ξεφωνητά μιας γυναίκας . Πίσω απ' το χώρισμα είχαμε...μαιευτήριο ! Γεννήθηκε ένα αγοράκι . Ο πατέρας , ευτυχισμένος , μου ζήτησε τ' όνομά μου να το δώσει στο νεογέννητο ! Στο Γαλαξίδι , γεύμα στο σπίτι του προέδρου , μαζί μας κι' ένας αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού , που μιλούσε πολύ καλά τα Ιταλικά . Πολλή ευγένεια και τελείως διάφορη εικόνα από την ως τώρα .

22-2-43 . Με τους Ντονάτι και Γκαλάντι φεύγω στο Μεσολόγγι για εκπαίδευση στα χημικά όπλα . Περνώ από το Λιδορίκι κι' από δρόμους αδιάβατους και κλειστούς , πάνω σ' απόκρημνα βουνά . Σταθμός στην καταπληκτική Ναύπακτο . Εξαιρετική καθαριότητα στο επιταγμένο ξενοδοχείο " Βρετανία " , σ' αντίθεση με τα Αθηναϊκά , όπου είδα για πρώτη φορά κοριούς . Παρακολούθησα την κηδεία μιας κοπέλας που πέθανε από ελονοσία . Η σορός ήταν πάνω σ' ένα ανοιχτό φέρετρο . Εντυπωσιάστηκα . ( Στην Ιταλία αυτό απαγορεύεται ) . Το προσωπικό του ξενοδοχείου ευγενικό , αλλά συγκρατημένο . Γι' αυτούς - δυστυχώς - είμαστε κατακτητές , κι' έχουν δίκιο .

23-3-43 . Φοβόμαστε εξέγερση του πληθυσμού , γιατί , ανατρέχοντας το καλεντάρι θα δει κανείς ότι τέτοιο καιρό το 1821 ο αρχιμανδρίτης της Πάτρας ( εννοεί τον Π.Πατρών Γερμανό ) ξεσήκωσε τους Έλληνες εναντίον των Τούρκων . Το πρωί έγινε σεισμός κι' οι τοίχοι ταρακουνήθηκαν .

   27-3-43 : Από μια γυναίκα αγοράζω στην Άμφισσα 6 οκάδες παρθένο λάδι ( χρώμα πράσινο , πυκνόρευστο σα βούτυρο , βγαλμένο με τον παλιό τρόπο στη μυλόπετρα ) προς 5.000 δρχ. την οκά . Στην Αθήνα έφτασε 8-10.000 , κι' η λιρέτα 800 δρχ !

   31-3-43 : Στις τρεις το απόγευμα μ' ένα σαραβαλιασμένο φορτηγό φτάνω στο Λιδορίκι . Το βρίσκω καλύτερο από την Άμφισσα , γιατί αγαπώ τα βουνά , σαν κάτοικος των Άλπεων , που 'μαι κι’ εγώ . Ωραία βουνά και θέα .

    1-4-43 : Ταχτοποιήθηκα σ' ένα σπίτι , δίπλα σε μια βρύση μ' ένα χιλιόχρονο πλάτανο . ( σημ: εννοεί του Κοτλιά το σπίτι ). Επίσκεψη στους Μαλακάρνε και Πιτσιέντι , ( σημ: Ο Πιτσιέντι , πολιτ.μηχανικός , εφ.λοχαγός , χρημάτισε και Φρούραρχος ) που μένουν πάνω στο οχυρό ( σημ: στον Τραγουδάκη , όπου ο Αγ.Κων/νος ). Δυσάρεστη έκπληξη , είδα τα πρώτα κουνούπια να στέκονται πάνω στα τζάμια . Πιο πολύ φοβάμαι αυτά παρά τους " ANDARTES ". Άτιμα χρόνια ! Σύννεφα χαμηλά σωριάζονται από τις κλεισούρες των απέναντι βουνών και κλείνουν τον ορίζοντα . Άγρια η φύση εδώ πάνω , αλλά μ' αρέσει .

   2-4-43 : Λαμπρή λειτουργία από τον στρατ.ιερέα  ντον Ντίνο , στην πλατεία του Φρουραρχείου ( σημ: στον Αντώνη , μέσα στο τυροκομείο του Θύμιου Δούκα ) .

    3-4-43 : Σήμερα κρύο και παγωμένος αέρας . Αρχίζω προληπτική θεραπεία με κινίνο . Ο δυνατός αέρας γκρεμίζει το υπόστεγο του αυτοκινήτου μας .

    4-4-43 : Πόση μελαγχολία μου φέρνουν ετούτες οι οχυρωμένες ράχες ! Τι να συμβαίνει , άραγε , στ' απέναντι βουνά ; Οι πρόεδροι των χωριών , υποχρεωτικά , μας κατατοπίζουν για τις κινήσεις των ανταρτών , αλλ' όταν αυτοί έχουν φύγει απ' το χωριό τους ! Πιστεύω πως κίνδυνος υπάρχει μόνο για μεμονωμένους η μικρά τμήματά μας .

    5-4-43 : Το βράδυ μια περίπολος πυροβόλησε δυο φορές κόντρα σε δυο σκιές , που κινούνταν κατά μήκος της πλαγιάς . Μείναμε σ' επιφυλακή μέχρι τις 8 Απριλίου , γιατί την ίδια μέρα του 1821 , με το Ιουλιανό ημερολόγιο , ο αρχιμανδρίτης της Πάτρας κήρυξε την Επανάσταση κατά των Τούρκων . Κυκλοφορεί φήμη ότι 3 νηοπομπές Άγγλων από την Κύπρο και τη Μάλτα κατευθύνονται στην Ελλάδα !

    6-4-43 : Βόλτα στο χωριό . Πολλοί χωρικοί με τοπικές ενδυμασίες . Κρίμα που δεν έχω την AGFA μαζί μου . Ωραίες φυσιογνωμίες . Κι'εδώ πολλή φτώχεια , κι' εδώ δεν μας μισούν , το πιστεύω αυτό . Ο Πιτσιέντι με πληροφόρησε ότι από τούτη την επαρχία , κοιτίδα των Δωριέων της αρχαιότητας , βγαίνουν οι καλύτεροι στρατιώτες της Ελλάδος .

    6-4-43 : Με τους Πρίτσι και Μπερτένγκι επισκεπτόμαστε το νεκροταφείο , αντίκρυ στ' οχυρό μας . Μια γυναίκα μαυροντυμένη προσεύχεται σ' ένα σκουριασμένο τενεκέ μ' ένα κερί , ενός τάφου . Δοκίμασε να μας πει τον πόνο τη; , μα στάθηκε εμπόδιο το φράγμα της γλώσσας . Το νεκροταφείο είναι μελαγχολικό και φτωχό . Δεν έχει αγάλματα και μνημεία , γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία τ' απαγορεύει .

7-4-43 : Μια φάλαγγα επιμελητείας χτυπήθηκε στο 141 χιλ. ( σημ: στο Κουμεντάρι , περίπου ) . Ο Μαλακάρνε ( Φρούραρχος - Λοχαγός ) με διατάζει να πάρω 30 άνδρες και να πάω ενίσχυση . Ήρθε μαζί μας κι' ο Λοχαγός Χ του μηχανικού , που είχε και το πρόσταγμα . Είχε μια φοβερή δειλία , δεν ήθελε να προχωρήσει παρακάτω απ' το 139 χιλ. Τον απείλησα πως θα τον αναφέρω . Υπέκυψε . Βλέπουμε ένα λοχία μας πεσμένο ύπτια στο ρείθρο του δρόμου , ολόγυμνον , μ' ανοιγμένη την κοιλιά . Μακάβριο θέαμα ...Αρπάζουμε τα πολυβόλα , Κατεβαίνω με την ομάδα του Γκάλλι στην κοιλάδα που βρίσκετ' από κάτω , όπου τρέχει το ποτάμι ( σημ: ο Μόρνος ) . Κόσμος που έφευγε , κουβαλώντας μαζί του και το σκέπαστρο του αυτοκινήτου και τηλεφωνικά σύρματα . Μπήκαμε ως τη μέση στο νερό . Πυροβολούμε , τραυματίζουμε και πιάνουμε μερικούς πλιατσικολόγους . Στις 5,30' γύρισα στο Λιδορίκι βρεγμένος . Πυρετός 39 και πονοκέφαλος . Πίνω μισή μπουκάλα ρούμι και πέφτω στο ράντζο ξερός .

8-4-43 : Ο Ντελ Έλμο λέει πως είδε , ανάμεσα στους επιτιθέντες και Άγγλους ( σημ: οι Ιταλοί όποιους έβλεπαν να φοράνε αγγλικές στολές τους περνούσαν όλους για Άγγλους ). Στις 2 ήρθε ένα αυτοκίνητο από την Άμφισσα και μας πληροφόρησε πως οι ANDARTES ξαναχτύπησαν την πόστα που είχε φύγει από την Άμφισσα και πως έγινε μακελειό . Δεκατέσσερις νεκροί μεταξύ τους ο Υπολοχαγός Βιανέλο , που τη νύχτα είχε κοιμηθεί στο ράντζο μου . Μια φάλαγγα από την Άμφισσα έκαψε το χωριό Μαλανδρίνο . Τώρα τι φταίει ο κόσμος ; C' EST LA GUERE !

10-4-43 : Ένας εκπρόσωπος ορεινού χωριού , απ' αυτούς που έρχονται κάθε μέρα στο Φρούραρχο , φέρνοντας μάλιστα και λίγα αυγά για δώρα , νομίζω Κουπάκι , μιλούσε Ισπανικά . Πολύ πονηρός , σωστός Οδυσσέας . Με τα μάτια καταλαβαινόμασταν ότι ο ένας ψάρευε τον άλλον ! ( Νομίζω λεγόταν Βαρνάβας ) .

11-4-43 : Ο Αλεσάντρο , ένα παιδί που μιλά καλά Ιταλικά , στην ΣΤ' τάξη του Γυμνασίου και που μας κάνει το διερμηνέα , όταν δημιουργείται πρόβλημα συνεννοήσεως με τους Προέδρους των γύρω χωριών , μου έδωσε ένα λεξικάκι Ελληνο - Ιταλικό : Εμπρός , προσοχή , πεινώ , διψώ , νερό , Τάγμα , αυτόμολος κλπ. ( το λεξικό το κρατώ ακόμα ).

12-4-43 : Πηγαίνω στο Γυμνάσιο του χωριού . Φτώχεια , φτώχεια , φτώχεια ! Θαύμασα τους συναδέλφους μου και τις συνθήκες δουλειάς τους . Θ μπορούσε να είμαι και γω στη θέση τους . Ιταλικό δημοτικό έχει περισσότερα εποπτικά όργανα από αυτό εδώ .

13-4-43 : Μου χάλασε το κουρδιστήρι του ρολογιού μου και πήγα σ' έναν Έλληνα φωτογράφο , νομίζω Βασίλη ( σημ: ναι ο Βασίλης Αγγελόπουλος ) . Μου το έφτιαξε , τού’ δωσα ένα σωληνάριο κινίνο , δεν έβρισκε λόγια να μ' ευχαριστήσει ο δυστυχής . Ο Μαλακάρνε μου παρέδωσε τη Δ/νση του Λόχου , γιατί αύριο φεύγει αυτός για την Ιταλία . Τυχερός που είναι !

15-4-43 : Κάνω εκβάθυνση του ορύγματος , που οδηγεί από την πλατεία του Φρουραρχείου ως το οχυρό . Έπιασα και εγώ τον κασμά . Κάλοι και φουσκάλες στα χέρια , καλά κάνουν οι Έλληνες και βάζουν τις γυναίκες τους να δουλεύουν !

: Παρακάλεσα τον Αλεσάντρο να ειδοποιήσει τον Πρόεδρο της Ρατινής ( εννοεί Ερατεινής ) να μας στείλουν 300 φυτά ντομάτας , 300 μελιτζάνας , 1 οκά κορκάρι , σπόρο από ραπάνια , καρότα , μαϊντανό και καμπρολάχανο . Θα μεταβληθούμε σε αγρότες . Κάθε πρωί πολλοί άρρωστοι από τα γύρω χωριά έρχονται στο γιατρό μας τον Μπρούνι , ένα χρυσό παιδί και λαμπρό επιστήμονα . Εδώ οι εχθρότητες παραμερίζουν . Δεν δέχεται πληρωμή , ούτε αυγά , ούτε μαλλί , τίποτε , λαμπρός νέος .

  20-4-1943 : Δίνω στον Ντίνο , έναν Έλληνα χωροφύλακα , που πάει στην Αθήνα , γράμματά μου να τα ταχυδρομήσει . Γνωρίζομαι με τον Πρόεδρο του χωριού . ( Σημ: πρόκειται για το λεβέντη Γιώργο Παπαδόπουλο ) . Άριστη εντύπωση . Έχει τον μικρότερο αδελφό χαμένο στην Αλβανία . Σωστός συγκλητικός των Ρωμαϊκών χρόνων . Πρόκριτος του Καλαί . Και διπλωμάτης , πόσες ευθύνες ! Έκανε για πρότυπο σ' αυτούς του " Παλάτσο Κίτζι " .

   21-4-1943 : Αλληλογραφία χάθηκε . Κατασχέθηκε στο δρόμο από τους " ANDARTES " κι' ο Ντίνος υποχρεώθηκε να συνεχίσει γυμνός ως την Άμφισσα . Βράδυ γέλασα στην τραπεζαρία με την ιστοριούλα του Παολίκι . Μια Έλληνίδα όταν τη ρώτησε ένας Ιταλός αξιωματικός γιατί δεν μπαίνει αυτή καβάλα στο μουλάρι , αλλά πάει με τα πόδια και φορτωμένη κι' αφήνει τον άντρα της καβάλα , απάντησε : " Τον θέλω να 'ναι ...ξεκούραστος το ..βράδυ ..!!"

   22-4-1943 : Τη νύχτα είχαμε ένα απρόοπτο . Σκοτώσαμε ένα γάιδαρο , παίρνοντάς τον το φουκαρά γιά..παρτιζάνο ( αντάρτη ) . Θα φαγε και 3.000 σφαίρες , αντιβούιξαν όλη τη νύχτα τα ρέματα ! Γέλα τρελέ κόσμε : Μαντοβάνοι και Γενοβέζοι κάθε μέρα μαλώνουν . Εισηγήθηκα κλείσιμο οίκου ανοχής . Γενοβέζοι με τον Υπολοχαγό Λέπορε χτύπησαν επιδεικτικά τον Αλεσσάντρο ( σημ: τον Αλέκο Κωστάκη ) , σε ένα καφενείο στην κεντρική πλατεία . Παραλίγο συμπλοκή από Μαντοβάνους . Δικαιολογία του Λέπορε την πέταξα ..καλάθι αχρήστων .

   23-4-1943 : Πάω χωρίς συνοδεία στην Ελληνική Εκκλησία . Είναι για τους Ορθόδοξους  Μ. Παρασκευή . Είναι μια λειτουργία μυστηριακή , στην οποία κυριαρχούν λειτουργικοί ύμνοι , που έχουν έναν αλλιώτικο εξωτικό ρυθμό , σχεδόν ανατολίτικο . Η Εκκλησία ήταν κατάμεστη κι' όλοι με παρατηρούσαν με περιέργεια . Ο Αλεσάντρο μου είπε ότι στον καιρό της ειρήνης οι λειτουργίες γίνονταν τη νύχτα κι είναι - βοηθούσης και της εποχής - πολύ όμορφες . Τώρα γίνονται τ' απομεσήμερο . Στο γυρισμό προς το οχυρό , βλέπω στην πόρτα ενός σπιτιού μια γυναίκα μαραμένη και σκελετωμένη να τρέμει απ' το κρύο , ενώ ο ήλιος έκαιγε . Ήταν από την ελονοσία .

   25-4-1943 : Πάσχα . Γεύμα  εκλεκτής ποιότητας από κατσικάκια αγορασμένα και τα περισσότερα δωρισμένα από τους τσοπάνηδες . Μπορεί να πεις , ό,τι θες για τον τόπο τούτο , αλλά για το κρέας του όχι . Ούτε στις Άλπεις έφαγα πιο νόστιμο . Αυγά είχαμε από προσφορές των Ελλήνων ασθενών του Μπρούνι του " πιο καλός γκιατρός " , όπως λένε όλοι τους αυτοί οι δυστυχείς .

   28-4-1943 : Είδα να κουρεύουν πρόβατα , αν μιλούσαν τα καημένα....Μίλησα μ' έναν τσοπάνη της Αλβανίας του υψώματος Ιβάν . Τώρα φίλοι , πρόσφερα τσιγάρα .

    1-5-1943 : Ένα αναγνωριστικό αεροπλάνο πέταξε μεγάλο αριθμό προκηρύξεων πάνω απ' το Λιδορίκι . Σ' αυτές ο Τσώρτσιλ παρακινεί την Ελλάδα σ' ένα καινούργιο πόλεμο , για να την κάνει - φαίνεται - αποικία της Αυτοκρατορίας του !

    5-5-1943 : Κομμουνισταί και Εθνικισταί " αντάρτες " δεν τα πάνε καλά . Προβλέπεται σύρραξη . " Ράδιο σκάρπα " ( ράδιο...αρβύλα ) : Άγγλοι ετοιμάζονται για μεγάλες κινητοποιήσεις μ' αντάρτες .

6-5-1943 : Χωριό ήσυχο . Γκάλι ισχυρίστηκε πως στα τελευταία σπίτια του χωριού συναντήθηκε με παρτιζάνο . Δεν έγινε πιστευτός και είναι μάλλον δικαιολογίες του για τις άσκοπες ερωτικές του αναζητήσεις . ( Σημ: κι' όμως ο Γκάλι είχε δίκιο , γιατί πράγματι έπεσε πάνω στο Γ. Κούστα , γιο της Λελούδας , φύλακα φυλακών κι' αντάρτη του 5/42 ). Αλεσάντρο και Πρόεδρος βεβαιώνουν πως ούτε ένας στο χωριό δεν έχει βγει στο βουνό !!

1-6-1943 : Αλλάζουμε 1 οκά ρύζι με μια κότα , 50 βατράχους με 2 κιλά ρύζι . Φαγητό μας εξαιρετικό , αλλά ρετσίνα σα φάρμακο . Ωραία όμως ρακή και κατσικάκια .

2-6-1943 : Με τον ιπποκόμο μου πήγα στο σπίτι μιας γριάς που μου είχε πουλήσει , πλύνει και γνέσει πολλά μαλλιά . Πάνω απ' το τζάκι του σπιτιού της είδα μια φωτογραφία ενός στρατιώτη . " Ποιός είναι ;" ρώτησα , " είναι γιός μου , που εσείς τον σκοτώσατε ! Έμεινα αμήχανος και προς στιγμήν άφωνος , αλλ' η γυναίκα μ'ένα αδύνατο χαμόγελο μου είπε : " Δεν φταίει κανείς ...ο πόλεμος ! Όταν τελειώσει ο πόλεμος θα ξαναγίνουμε ..φίλοι , μα οι νεκροί δεν ξαναγυρνάνε πια " , κι'άρχισε να κλαίει . Αν δεν είχα μαζί μου τον ιπποκόμο μου θα ' κλαιγα κι' εγώ . Της έσφιξα και της φίλησα το χέρι με συγκίνηση . Τι ψυχικό μεγαλείο....Πίστεψα πως είχα μπροστά μου την πατρικία Ταρπήια , που της αγγέλλουν ότι ο τρίτος και στερνός γιός της , Γάιος - Μούκιους έπεσε στη μάχη , κι' υποφέρει μ' αξιοπρέπεια αντάξια της οικογενείας της , κι' όχι μιαν απλή κι' αγράμματη χωρική .

7-6-1943 : Ένας Έλληνας λοχίας , ακρωτηριασμένος κι' απ' τα δύο , ήρθε για να τον δει ο Μπρούνι , φέρνοντάς του ένα κουνέλι . Λέει : " γιατρός Ιταλιάνο μόλτο μπράβο , στρατιότι ιταλιάνο μόλτο μπόνο ". Παπάς από Λεύκα ήρθε να μάθει πότε θα έρθουν τα άλευρα του Ε.Σ . Έφερε δώρο 33 αυγά ( όσα τα χρόνια του Χριστού ) και Μαντσίνι μας υποσχέθηκε να κάνει μ' αυτά " ταλιατέλι " ( κάτι σαν χυλοπίτες ) .

19-6-1943 : Κατέβηκα στο Λιδορίκι , γιατί ο Λόχος μου φεύγει γιά Άμφισσα . Στο οχυρό , μας αντικαθιστά ένα Τάγμα Πεζικού , πάρα πολύ απείθαρχο . Χθες έβγαλα φωτογραφία με Πρίτσι και Μπερτένγκι κι αγόρασα από ένα χασάπη δέρματα κατσικιών να τα στείλω στην πατρίδα να κάμουν καπέλα τα παιδιά μου .

4-7-1943 : Αποστολή στους Δελφούς , όπου σε μια ταβέρνα είδα την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου . Μίλησα και κατατοπίστηκα μ' ένα ευγενέστατο αρχαιολόγο .

7-7-1943 : Διέλευση Γερμανικής φάλαγγας , η οποία σταμάτησε στο Λιδορίκι , γιατί οι Άγγλοι με τους αντάρτες ανατίναξαν μια γέφυρα και την ξαναφτιάχνουν οι Γερμανοί . ( Σημ: του Στενού και της Ρέρεσης ) .

12-7-1943 Περνά από το πρωί η τεθωρακισμένη μας μεραρχία ΒRENNERO , που επιστρέφει στην Ιταλία .

18-7-1943 : Κάνω μια βόλτα στο μέρος που έχουν κατασκηνώσει Τούρκοι ( σημ: εννοεί γύφτοι ) οι οποίοι δεν συγχρωτίζονται με τους Έλληνες . Πολύ βρώμικοι και καπνίζουν με μακριές πίπες . Γυρεύουν κινίνο , και ,προς στιγμήν , γίνονται απειλητικοί . Κάνω πως βγάζω το πιστόλι , ξαναγίνονται χαμογελαστοί και μου προσφέρουν ρόδια . Τι κόσμος !!!

Εδώ τελειώνουν τ' αποσπάσματα του ημερολογίου του Δ/τού του ΙΙΙ Λόχου του 120 Τ. Πολ/λων , υπολοχαγού Ουμπόλντι . Μετά την κατάρρευση της Ιταλίας , ο Ουμπόλντι , πήγε με όλο το τάγμα , αιχμάλωτος στη Γερμανία , απ' όπου γύρισε στο χωριό του το 1945 .Δίδαξε σε Γυμνάσιο , τώρα είναι συνταξιούχος ( αναφερόμαστε στο 1980 ) .

Στις 30-10-1980 , σε μια επιστολή του προς τον Αλεσάντρο , τον Αλέκο Κωστάκη , γράφει :

" Πόσα χρόνια πέρασαν ! Κι' όμως από την Ελλάδα και τους Έλληνες , αν δεν είχε μεσολαβήσει ο πόλεμος , διατηρώ άριστες αναμνήσεις . Δεν μπορώ να ξεχάσω τις 19 Σεπτεμβρίου του 1943 , όταν , κλεισμένοι αιχμάλωτοι στα βαγόνια του Σταθμού των Αθηνών , μας έφερνε ο κόσμος και τα παιδιά , με κίνδυνο της ζωής τους , σταφύλια , σύκα , κομμάτια " BOBOTA ". Συμμετοχή στη δική μας πίκρα . Στη Γερμανία ΟΥΤΕ ΝΕΚΡΟΣ δεν θα θελα να γυρίσω . Στην Ελλάδα ΝΑΙ κι' ελπίζω , αν τα καταφέρω , να την ξαναδώ και ν' αντικρίσω το λαμπρό και γαλανό της ουρανό . Το 1971 ο γιός μου Τζούλιο ήρθε στην Ελλάδα μ' ένα φίλο του . Σταμάτησε κι' έφαγε στο Λιδορίκι και μού 'φερε και πολλές φωτογραφίες . Αλήθεια πόσο άλλαξε ! "

Αυτό ήταν αγαπημένοι φίλοι , το νοσταλγικό σεργιάνισμα ..στο χρόνο , με τη βοήθεια του αξέχαστου φίλου Αλέκου Κωστάκη , του Καφτανιαλέκου , του...Αλεσάντρο , που πολλά έδωσε στο χωριό μας , ας είναι αναπαυμένος , τον θυμόμαστε όλοι μ' αγάπη , τον φίλο και πάνω απ' όλα , ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΗ Αλέκο....ακόμα θα πρέπει να σας ενημερώσουμε , πως κάνουμε μια προσπάθεια , συγκέντρωσης ..αναμνήσεων , απ' τη περίοδο αυτή , Λιδορικιωτών που τότε ήταν ...παλληκαράκια , και θυμούνται καλά..καλά , τα τότε γεγονότα , ελπίζουμε σύντομα ν' αρχίσουμε τη δημοσίευσή τους , κάντε λίγο υπομονή , το καλό το...πράμα , αργεί να...γίνει .

Εδώ όμως , θα θέλαμε να παρακαλέσουμε τους φίλους της Λιδορικιώτικης σελίδας , που έχουν κάποια στοιχεία , φωτογραφίες , γράμματα ή έχουν ακούσει και γνωρίζουν κάποια περιστατικά , ή οτιδήποτε σχετικό με την εποχή εκείνη , να κάνουν τον κόπο να μας τα στείλουν , εφόσον βέβαια το επιθυμούν , για να τα δημοσιεύσουμε , ευχαριστούμε εκ των προτέρων.......

Καλό σας  απόγευμα

   Απ’ το “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη…………Κ.Κ.-

17.2.15

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ 1941–1942

 

«Προσοχή, προσοχή! Η πρωτεύουσα περιέρχεται εις χείρας των κατακτητών. Επάνω εις τον ιερόν βράχον της Ακροπόλεως δεν κυματίζει πλέον υπερήφανος και μόνη η Γαλανόλευκος. Παραπλεύρως της εστήθη το λάβαρον της βίας...». Η δραματική αυτή ανακοίνωση του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, ήταν η τελευταία ελεύθερη φωνή που ακούστηκε, καθώς οι σιδηρόφραχτες στρατιές του Χίτλερ έμπαιναν μέσα στην έρημη πρωτεύουσα. Σε λίγες μέρες ορκίζεται η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του Γ. Τσολάκογλου. Η ζωή στην Αθήνα άλλαξε. Τα δεινά του πολέμου θα έχουν τραγικές επιπτώσεις στον λαό, και το μεγαλύτερο βέβαια ήταν η πείνα. Η εξαθλίωση απλώνεται παντού. Στην Αθήνα, οι ελλείψεις και οι στερήσεις άρχισαν πριν από την εχθρική εισβολή. Για μερικές εβδομάδες, αν είχε κανείς πόρους χαρτονομίσματος, κάτι έβρισκε στην λευκή αγορά. Στα εστιατόρια, το προϊόν της εποχής ήταν αγγινάρες με ίχνη λαδιού στο ζουμί τους.

Βρεφοδόχος. Αθήνα 1941-1944. Το άλλο βουβό και σπαραχτικό δράμα μιας χώρας που ψυχορραγεί κατακτημένη: το δράμα των γονέων που αποχωρίζονται τα σπλάχνα τους για να τα σώσουν από την πείνα που κατατρώει τους ίδιους. Χάρη σε ψυχές σαν τη Β. Παπαϊωάννου, η μνήμη των Ελλήνων έχει σήμερα που να στηριχθεί για να πολεμήσει τη λήθη.

Στα ζαχαροπλαστεία εμφανίστηκαν ειδικής συνθέσεως κατασκευάσματα, και οι τιμές ανέβαιναν. Στην αγορά βρισκόταν ακόμα κανένα φυτικό προϊόν. Γρήγορα όμως τα καταστήματα άδειασαν και άρχισε το κλείσιμο με τη σειρά. Μόνο τα καφενεία λειτούργησαν ως το τέλος της Κατοχής, με το ρεβιθοκαφέ τους. Με λουκέτο τα περισσότερα εργοστάσια. Λειτούργησαν μόνο όσα μπορούσαν να παράγουν πρώτες ύλες για τους κατακτητές. Τραγικό ήταν και το θέαμα με τις συγκοινωνίες. Ατελείωτες οι ουρές των εξαθλιωμένων ανθρώπων σε στάσεις και αφετηρίες. Γρήγορα οι λεωφορειακές γραμμές νέκρωσαν. Μόνο τα τραμ δούλεψαν αρκετό διάστημα. Έτσι άρχισαν και οι ποδαρόδρομοι. Η μαύρη αγορά συνυπήρχε με τη φανερή, για μερικούς μήνες. Ύστερα η δεύτερη νεκρώθηκε. Μόνο η μερίδα με τα 50 δράμια ψωμί διατηρήθηκε για 3 μήνες και το αλάτι με τα σπίρτα του δελτίου, μέχρι το τέλος. Η επισιτιστική κατάσταση όλο και χειροτέρευε. Κανένας όμως δεν μπορούσε να διανοηθεί, εκείνο το πρώτο καλοκαίρι της κατοχής, το κακό που θ' ακολουθούσε το χειμώνα. «Παγώνεις... Φέρνεις μια βόλτα στην Αθήνα, βλέπεις τους γυμνούς σκελετούς να μελανιάζουν, κι' ακούς θρήνους που βγαίνουν απ' τους δρόμους, αλήτες, ανθρωπάκους, γυναικούλες, πιτσιρίκια: Πεινάω! Πεινάω», θα γράψει ο Δημήτρης Ψαθάς για την πεινασμένη και παγωμένη Αθήνα, στο βιβλίο του «Χειμώνας 41».

Χιλιάδες χήρες και ορφανά δημιούργησε ο πόλεμος και η πείνα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Στην Αθήνα, που δοκιμάστηκε περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή της χώρας, στα συσσίτια απόρων λιγότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού, που είχε ανάγκη από τέτοια αρωγή, έβρισκε τροφή. Οι μερίδες τους είχαν ελάχιστη θρεπτική αξία ή λίπη.

Ο χιτλερικός στρατός ήρθε εδώ, χωρίς τη στοιχειώδη επιμελητεία. όλες οι αποθήκες τροφίμων κατασχέθηκαν και επιτάχθηκαν ενώ εργοστάσια κονσερβοποιίας μετέτρεπαν σε διατηρημένες τροφές ό,τι δεν μπορούσαν να καταναλώσουν επί τόπου οι Γερμανοί. Ο άλλοτε υπουργός και Πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού κατά την Κατοχή, ο Αλέξανδρος Ζάνας έγραφε στις αναμνήσεις του: «Από την πρώτη στιγμή που οι στρατιώται του Χίτλερ κατέλαβαν τας Αθήνας, φάνηκε η βαρβαρότης των... Δεν εσεβάσθησαν την Διεθνή Σύμβαση του 1926, ούτε την Σύμβαση του 1929 και έφθασαν στην Ελλάδα χωρίς να έχουν επιμελητεία. Δηλαδή ολόκληρη η στρατιά των έπρεπε να ζήσει εκ των πόρων της καϋμένης της Ελλάδος.

Σκελετωμένο παιδί στην Κατοχή. Ίσως και να μην επέζησε, όπως πολλά από τα 340.000 ορφανά, που χωρίς καμία προστασία πάλεψαν να τα βγάλουν πέρα μόνα τους, το διάστημα 1940-1944.

Άρπαζε όσα τρόφιμα ήθελε χωρίς να λαμβάνει υπ' όψιν πως υπήρχε και ο ελληνικός λαός που έπρεπε να ζήσει. Οι Ιταλοί ενώ είχαν επιμελητεία στην αρχή, ακολούθησαν έπειτα το παράδειγμα των Γερμανών... Η κατάστασις χειροτέρευε μέρα με τη μέρα, γιατί η Ελλάς είχε το ατύχημα να έχει τρεις διαφόρους κατακτητάς: τον Γερμανό, τον Ιταλό και τον Βούλγαρο...». Οι αριθμοί των στατιστικών -όσο κι' αν είναι ελλιπείς- είναι ενδεικτικοί. Από 1228, κατά τον Απρίλιο του 1941, οι θάνατοι στην περιοχή της Διοικήσεως της πρωτευούσης έγιναν 6615 τον Δεκέμβριο. Αργότερα, ο Ερυθρός Σταυρός κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να βοηθήσει να μετριασθεί η τραγωδία του πληθυσμού.

Αθήνα 1941-1942. Υποσιτισμένη όπως όλες οι μανάδες της Κατοχής, που προτιμούσαν όση τροφή έβρισκαν να τη δίνουν στα παιδιά τους, η μητέρα της φωτογραφίας θηλάζει το εξαντλημένο παιδί της, με το γάλα της στέρησης.

Ένα ειδικό νοσοκομείο εγκαταστάθηκε στην Ριζαρειό Εκκλησιαστική Σχολή, ιδρύθηκαν σταθμοί Α' βοηθειών και ειδικά αυτοκίνητα περιμάζευαν τα θύματα της πείνας για να τους προσφέρουν στοιχειώδη βοήθεια. Χωρίς την κρατική συνδρομή, γρήγορα η βοήθεια αυτή απεδείχθη ανεπαρκής. Το νοσοκομείο της Ριζαρείου, όπως και όλα σχεδόν τα νοσοκομεία της πρωτεύουσας, γέμισε σε βαθμό αφάνταστο. Το θέαμα μέσα στη Ριζάρειο, όπου σε κάθε κρεβάτι έπρεπε να νοσηλεύονται τρία και τέσσερα παιδάκια, ήταν τρομερό. Κάθε πρωί έβλεπε κανείς στις γωνιές του δρόμου, εγκαταλελειμμένα πτώματα, και περνούσαν ώρες ολόκληρες μέχρι να περισυλλέγουν.

Με κουρελιασμένο παλτουδάκι, κοντό παντελόνι και χωρίς κάλτσες, το αγόρι της φωτογραφίας φέρει έντονα τα σημάδια του λιμού που έπληξε την Αθήνα τον χειμώνα 1941-42. Και ήταν ασυνήθιστα σκληρός και παρατεταμένος εκείνος ο χειμώνας.

Τα αυτοκίνητα των σκουπιδιών του Δήμου, γέμιζαν από πτώματα που τα μετέφεραν στα νεκροταφεία. Χαρακτηριστικές σκηνές για το δράμα του αθηναϊκού λαού εκείνο τον τραγικό χειμώνα, δίνει η Ρίτα Μπούμη-Παπά στο διήγημα της «Στις σκάρες της Ομόνοιας»: «Ένα καρότσι φτιαγμένο από κάσες, που το σπρώχναν κάτι ξυπόλητοι, μισόγδυτοι και πεινασμένοι άγγελοι.

Παιδί αποκαμωμένο σε δρόμο της Αθήνας 1941-1944

Τα παιδιά. Μ' ένα τέτοιο καρότσι πολέμαγαν το θάνατο, τα πιτσιρίκια. Και καμιά φορά, μάλιστα, τον νικούσαν! Με το καρότσι κουβαλούσαν πεθαμένους, σκέλεθρα και ό,τι άλλο λάχαινε... Ήταν αληθινή η κουβέντα του, πως στις σκάρες της Ομόνοιας πεθάνανε τουλάχιστο ζεστά. Γι' αυτό πολλοί σαν φτάνανε στο νυν και αεί, τρέχαν να πάρουν θέση. Να ξαπλώσουν. Μα δεν χωρούσαν κι όλοι. Και κράταγαν σειρά. Σαν πέθαινε κανένας, έτρεχε ευθύς ο αστυφύλακας και φρόντιζε για τη μεταφορά του. Ερχόταν το καρότσι και τον έπαιρνε. Τότε η θέση άδειαζε. Την έπιανε εκείνος που είχε σειρά. Εκτός, αν ήτανε νέος πολύ και ο κατοπινός γέροντας. Τότε υποχωρούσε ο μπροστινός...» Μαύρα χρόνια... Μια εποχή που ο θάνατος καραδοκούσε σε κάθε σου βήμα. Συγχρόνως μια εποχή που μέσα από τη δυστυχία ξεπήδησε η μεγάλη ανάταση, η ανάσταση ονείρων με την Εθνική Αντίσταση... Πιο εύστοχα την χαρακτήρισε ο Τάσος Λειβαδίτης με τον στίχο του: «Ω, μεγάλη ακατανόητη εποχή, που άξαφνα ο ένας καταλαβαίνει τον άλλο...».
Γ. Α. Λεονταρίτης
Επτά Ημέρες
Η Καθημερινή
1995

http://anemourion.blogspot.gr/

Αναρτήθηκε από πίσω στα παλιά






29.1.15

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ..ΤΟ ΨΩΜΙ ΨΩΜΑΚΙ

 

Κατοχή_Εστιατόριον Αβέρωφ_Σταδίου 6 και Αμερικής

φωτο

Μια παλιά Κατοχική φωτογραφία...

Σταδίου και Αμερικής εστιατόριο ΑΒΕΡΩΦ....

Λουστράκια την έχουν πέσει στους Γερμανούς αλλά και σε δικούς μας για να τους βάψουν τα παπούτσια...να τους δώσουν κάτι μήπως και βρούν στην συνέχεια στην μαύρη αγορά κανένα σαπάκι να αγοράσουν.

Θα μου πεις Κατοχή και εστιατόριο και μάλιστα κάποια είχαν και το μενού απ΄έξω φυσικά για γέλια αυτό.

Ότι εύρισκαν το έριχναν στην κατσαρόλα και οι τυχεροί που κάτι είχε η τσέπη τους έμπαιναν μέσα και έτρωγαν.

Πολλά λεγόντουσαν τότε για εξαφανισμένα αδέσποτα σκυλιά και γατιά και έβλεπαν τους εστιάτορες σαν αδίστακτους δήμιους.

Η απορία βέβαια ήταν και η βαμμένη τζαμαρία μέχρι την μέση του εστιατορίου....

Αυτή η συνήθεια επικράτησε και μεταπολεμικά σε τέτοια μαγαζιά αλλά και σε ζαχαροπλαστεία.

Ο λόγος απλός....να μην κάθονται απ΄έξω από την βιτρίνα οι περαστικοί και...μετράνε τις μπουκιές των πελατών.

Και μάλιστα όταν είχαν αρχίσει οι κατσαρόλες των μαγαζιών να έχουν  περισσότερα φαγητά.

Το γλυκό ήρθε και έδεσε όταν η Ομόνοια στα πέριξ γέμισε με ψητοπωλεία...

Περνούσες απ΄έξω και η μυρουδιά σε σταμάταγε....κοιτούσες το αρνί το γουρούνι να στριφογυρνάει έτοιμο ψημένο με την πέτσα και μακάριζες αυτούς που καθόντουσαν στα τραπέζια πρωϊ οι αθεόφοβοι και περίμεναν να τους σερβίρουν.

Οι τζαμαρίες με τον καιρό δεν βαφόντουσαν....το κατεψυγμένο κρέας... ο κιμάς ο κατεψυγμένος με δωρεάν φρέσκο ξύγκι από τον χασάπη έμπαιναν στις γειτονιές κάθε Κυριακή την υπέροχη αυτή ημέρα που περίμεναν μικροί και μεγάλοι.

πίσω στα παλιά

27.11.14

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 



Στους σαράντα δύο μήνες της κατοχής, οι εμπειρίες των ανθρώπων υπήρξαν έντονες, οριακές, σε τρόπο που θυμίζουν αρχαία τραγωδία. Η αίσθηση του χρόνου έχει ανατραπεί. Κι ενώ η ιστορία κυλούσε γρήγορα, η ζωή των ανθρώπων κυλούσε αβέβαια και βασανιστικά. Πόσες φορές δεν ακούσαμε τους μεγαλύτερους να επικαλούνται και να ανακαλούν στη μνήμη τους τον καιρό της κατοχής. Με τρόπους απλούς, όπως οι γιαγιάδες που μιλούν στα εγγόνια τους, οι γενιές που έζησαν εκείνα τα χρόνια, διεκδίκησαν την καταγραφή της εμπειρίας τους στη συλλογική μνήμη: « Στην κατοχή εμείς παιδάκι μου…» Μια γιαγιά, η κυρία ΄Αννα Σαρρή, έζησε τα τρυφερά χρόνια της παιδικής ηλικίας στην Κατοχική Αθήνα. Πιο συγκεκριμένα στον Πειραιά, όπου ζούσε με την οικογένειά της πριν έρθει -μικρή κοπέλα ακόμη- να  εγκατασταθεί στην Ρόδο , μοιράζεται  μαζί μας θήμησες από εκείνη την σκοτεινή περίοδο. Ιστορίες, που αντικατέστησαν πολλές φορές τα παραμύθια που έλεγε στα τρία της αγόρια και στα οκτώ εγγόνια της. Ιστορίες μέσα από τα μάτια ενός παιδιού της κατοχής.

Κυρία  ΄Αννα,  η κατοχή σας βρήκε στην ηλικία των  11 ετών. Αλήθεια, ποια είναι τα συναισθήματα ενός παιδιού που ζει αυτή την περίοδο; Ποιο θυμόσαστε να κυριαρχεί;

Φόβος…

Τι είχατε καταλάβει ότι συμβαίνει;

Ακούγαμε για πόλεμο. Δεν ξέραμε τι ήταν. Το μόνο που είχαμε καταλάβει,  ήταν, ότι δεν θα είχαμε να φάμε.

Πως θυμόσαστε τις παιδικές σας παρέες; Παίζατε;

Όχι, δεν παίζαμε. Την θέση της παιδικής ανεμελιάς και του παιχνιδιού, είχε πάρει η στενοχώρια. Κανένα παιδί δεν έβλεπες χαμογελαστό. Την θέση των παιχνιδιών, είχαν πάρει κουβέντες για τον πόλεμο, για το τι θα φάμε. Αυτά λέγαμε όταν μαζευόμασταν στην πλατεϊτσα που παλιά γέμιζε από χαρούμενες παιδικές φωνές και παιχνίδια.

Για την πείνα έχουμε ακούσει πολλά. Πως την αντιμετώπιζε ένα παιδί; Ποια είναι η δική σας εμπειρία;

Πηγαίναμε στο φούρνο, μέχρι να εξαλειφθεί τελείως το ψωμί και παίρναμε τα δράμια που μας αναλογούσαν. Που να χορτάσουμε οκτώ παιδιά... Το ψωμί, το τρώγαμε κρατώντας τη χούφτα μας κάτω από στόμα για να μη χάσουμε κανένα ψίχουλο. Όταν δεν βρίσκαμε πια ψωμί τρώγαμε μπομπότα.

΄Οσο περνούσε ο καιρός η πείνα έσφιγγε. Τρώγαμε χόρτα που μαζεύαμε από τα χωράφια γύρω απ’ το σπίτι. Μαζεύαμε κι εμείς τα μικρά. Πεινασμένα και παγωμένα από το κρύο μαζεύαμε ότι βρίσκαμε, προκειμένου να γεμίσει γρήγορα το καλάθι και να γυρίσουμε σπίτι. Θυμάμαι τη μάνα μας να κλαίει. Και προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να πουλήσουμε οτιδήποτε προκειμένου να φέρουμε λίγα λεφτά για φαγητό.

Θυμάμαι, κάποτε στο Κερατσίνι, είχε βγει στη θάλασσα πετρέλαιο. Πηγαίναμε με τον αδελφό μου και μαζεύαμε πετρέλαιο σε ένα τενεκεδάκι. Μετά το πουλάγαμε. Εκεί κοντά ήταν η Ηλεκτρική. Πηγαίναμε και μαζεύαμε όσα κάρβουνα έπεφταν από το βαγονάκι που τα μετέφερε και τα πηγαίναμε στη μάνα μας . ΄Οταν ήμασταν έξω, πάντα κοιτάγαμε χάμω. Ψάχναμε. Κι ότι βρίσκαμε το μοιραζόμασταν. Βρίσκαμε για παράδειγμα ένα πεταμένο τσαμπί σταφύλι που να είχαν ξεχαστεί πάνω λίγες ρόγες. Τις μοιραζόμασταν.

Περνούσα μια μέρα από μια μάντρα που πετούσαν σκουπίδια. Είδα ένα πιάτο αναποδογυρισμένο. Είχε λίγο πλιγούρι. Το πήρα για να το πάω σπίτι. Αλλά πεινούσα τόσο πολύ που το έφαγα μέχρι να φτάσω. Μια μέρα στον ηλεκτρικό, ένας Γερμανός, έδινε φασόλια σε ένα παιδί. ΄Ηθελα κι εγώ, αλλά δεν είχα που να τα  βάλω. Βρήκα χάμω ένα πακέτο από τσιγάρα. Μου έβαλε εκεί λίγα. Ο πατέρας μου από πείνα πέθανε. Εκείνη την ημέρα, δεν ξέρω πως έτυχε να έχουμε βρει πατάτες για φαγητό. Αργότερα, ο μικρός μου αδελφός έλεγε: « Θυμάμαι πότε πέθανε ο μπαμπάς. Την ημέρα που είχαμε πατάτες να φάμε» . Φαντάσου… Πως θυμόμαστε ημερομηνίες για κάποιο σημαντικό γεγονός; Τότε θυμόμασταν, τις ημέρες που είχαμε να φάμε...

Η φωνή της κυρίας ‘ Αννας σπάει. Δακρυσμένη συνεχίζει:

Η χειρότερη εικόνα μου, είναι το καροτσάκι με τους πεθαμένους που τους πηγαίνανε στο νεκροταφείο της  Ανάστασης. Θυμάμαι τα πόδια τους που ήταν πρησμένα. Θυμάμαι, τους ανθρώπους  που γυρνούσαν στο δρόμο και φώναζαν δυνατά « Πεινάωωω, πεινάωωω»

Η κυρία ‘ Αννα κλαίει. Αλλάζω κουβέντα.

Πείτε μου για τους σαλταδόρους

΄Ηταν συνήθως νέοι. Αλλά δεν ήταν μόνο οι σαλταδόροι που πήδαγαν στα γερμανικά καμιόνια για να κλέψουν τους Γερμανούς. ‘ Ηταν πολλοί που  κρατούσαν ένα ξυράφι πάνω τους και μ’ αυτό, σκίζανε το τσουβαλάκι που κρατούσες και βουτούσαν ότι έπεφτε κάτω. Αν τους έδινες όμως λίγο απ’ αυτό που κρατούσες την γλύτωνες. Από τους σαλταδόρους δεν γλύτωνε κανένας. Πιο πολύ π’ όλους τους φοβόντουσαν οι μαυραγορίτες.  Γι’ αυτό και πάνω τους κρατούσαν μόνο δείγματα από ότι πούλαγαν. Είχαν για παράδειγμα σ’ ένα κουτάκι δείγματα από φασόλια. Κι αν είχες λεφτά παράγγελνες από ποια ήθελες.

Για τους καταδότες; Τι ξέρατε τα παιδιά γι’ αυτούς;

Στη γειτονιά μας είχαμε κάποιον, πιο κάτω από το σπίτι μας που ερχόταν εκεί που καθόμασταν τα παιδιά και ρωτούσε « Ο μπαμπάς σου που είναι; Στο ΕΑΜ ή στον ΕΛΑΣ;» Πονηρεμένα εμείς δεν του απαντούσαμε. Τους βλέπαμε στα μπλόκα. Όταν ακούγαμε πιστολιά ήταν μπλόκο. Τρέχαμε να δούμε. Πρώτη και καλύτερη εγώ σαν περίεργη που ήμουν. Τους βλέπαμε που φορούσαν μια σακούλα στο κεφάλι με δυο τρύπες στα μάτια. ‘ Εδειχναν με το χέρι κάποιον και τον έπιαναν οι Γερμανοί.

Πως βλέπατε τους Γερμανούς; Τι αισθανόσασταν γι’ αυτούς;

Φοβόμασταν πολύ. Πολλά βράδια ακούγαμε αρβύλες στο δρόμο. Ξυπνάγαμε και η μάνα μου έκρυβε τα μεγαλύτερα αγόρια κάτω από το κρεβάτι. ΄Υστερα, έβαζε εμάς τα κορίτσια και καθόμασταν πάνω. Μια νύχτα μπήκε μέσα στο σπίτι μεθυσμένος ένας Γερμανός. ‘ Εψαξε τα συρτάρια. Βρήκε ένα πορτοφόλι που είχε μέσα φωτογραφίες. Είδε ότι δεν υπήρχε τίποτε για να πάρει και έφυγε. Αλλά η τρομάρα έμεινε.

Ποιο είναι εκείνο το γεγονός που σαν παραμύθι έχετε διηγηθεί στα παιδιά σας;

Την  μάχη της Ηλεκτρικής. Η ΠΑΟΥΕΡ όπως την λέγαμε τότε, έδινε ηλεκτρική ενέργεια στην Αθήνα, στον Πειραιά, στην Αττική. ΄Ηταν η τελευταία μάχη πριν φύγουν οι Γερμανοί. Ηταν πρωί. Είχε ακουστεί ο θόρυβος από την ανατίναξη των δεξαμενών τηςSHELL. Tα παιδικά μας μάτια είδαν τα καζάνια, όπως λέγαμε τις δεξαμενές, να παίρνουν φωτιά και φλεγόμενες να καίνε ότι υπήρχε εκεί.  Είχα βγει έξω και είδα ένα αυτοκίνητο γεμάτο Γερμανούς . Πηγαίνανε για την Πάουερ. Οι ΕΛΑΣίτες, ήταν ήδη πάνω στο φουγάρο της ηλεκτρικής και τους περίμεναν. Με χωνιά, καλούσαν τον κόσμο να απομακρυνθεί. Εμείς εκεί. ΄Ολα τα παιδιά, ακούνητα καθόμασταν και βλέπαμε, από απόσταση ασφαλείας μεν, αλλά σε μέρος που μας επέτρεπε να βλέπουμε ότι γινόταν. Δώσανε όπλα στους εργάτες κι ανοίξανε πυρ με τους Γερμανούς. Kροτάλιζαν τα όπλα. Μας κούφαιναν.Οι χειροβομβίδες έπεφταν σύννεφο. Σκοτωθήκανε 17 ΄Ελληνες και πολλοί Γερμανοί. Τους  βλέπαμε που τους είχαν ξαπλωμένους χάμω. Είδαμε και τους Γερμανούς αιχμαλώτους που τους έπαιρναν. Φοβισμένοι οι κακόμοιροι, με σκυμμένο κεφάλι ( η κυρία ΄Αννα κάνει έναν μορφασμό λύπης…) Θυμάμαι το τραγούδι που τραγουδούσαν οι Ελασίτες μετά την μάχη.   «επέσατε θύματα αδέλφια εσείς, επέσατε θύματα, σε άνιση Πάλη κι Αγώνα, λευτεριά …» δεν το θυμάμαι καλά...

Κυρία  ' Αννα, είπατε «οι κακόμοιροι» για τους Γερμανούς. Τους λυπηθήκατε;

Ε… ναι, άνθρωποι ήταν κι αυτοί…

( Ακούγοντας αυτό, σταμάτησα προς στιγμήν, για να σκεφτώ, εάν είναι αυτό που λέμε μεγαλείο ψυχής, άνθρωπιά…)

Πως θυμάστε την ημέρα της απελευθέρωσης;

Χτύπαγαν οι καμπάνες. Όλοι είχαμε βγει στο δρόμο. Εκείνο που θυμάμαι, είναι πως έτρεξαν πάρα πολλοί  στο «Σαπουνάδικο». Εργοστάσιο που έφτιαχνε σαπούνια ήταν, αλλά οι Γερμανοί το είχαν κάνει αποθήκες. ΄Ετρεξαν, να πάρουν ότι βρουν από τρόφιμα. Είχα πάει κι εγώ. Αλλά ήμουν άτυχη. Δεν βρήκα τρόφιμα αλλά πήρα έναν… άξονα. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πως μικρό κοριτσάκι το έφερα αυτό σπίτι. Ακόμη υπάρχει. Ενθύμιο…

Κυρία ' Αννα, πόλεμο σήμερα δεν έχουμε. Αλλά έχουμε πολλούς ανθρώπους πια που πεινάνε. Τι σκέπτεστε γι’ αυτό;

Βλέπω στην τηλεόραση  τους ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια και  θυμάμαι την ημέρα που βρήκα στα σκουπίδια μια μπουκιά πλιγούρι.

Για να φτάσεις στα σκουπίδια προκειμένου να βρεις κάτι να φας πεινάς πολύ. Αβάσταχτα πολύ.

Η κυρία ' Αννα δακρύζει πάλι…

Η Δημοκρατική της Ρόδου

http://nemessismarilia.blogspot.gr

http://pisostapalia.blogspot.gr/

25.11.14

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ “ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ “..


IMG_0019

IMG_0020

Θλιβερή  ανάμνηση  απ’ τα  δύσκολα  χρόνια της  Κατοχής και  των  χρόνων που  ακολούθησαν ..

Το  δελτίο  με  το  οποίο έπαιρναν  διάφορα  είδη  πρώτης  ανάγκης , της  αείμνηστης  Μαρίας  Μπήλιου .

Καλό  σας  μεσημέρι

Απ’ το  “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη……Κ.Κ.-

5.11.14

Η ΚΑΤΟΧΗ ΩΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑ


 

Στο site του Χριστόφορου Βερναρδάκη εντοπίσαμε μιαν αναδημοσίευση που έκανε ο ίδιος ενός κειμένου του ιστορικού Νίκου Σκολπάκη που περιγράφει την κατοχική ληστρική συσσώρευση μέσα από τις διαφημίσεις και το life style της εποχής. Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ, 27/10/2013, πάνω απο έναν χρόνο πρίν, αλλά είναι άκρως επίκαιρο και αξίζει να διαβαστεί. Food for thought αλλά και μάθημα ιστορίας πολύ χρήσιμο -ειδικά στην δύσκολη αυτή εποχή που περνάει ο τόπος.
«Κι έβγαλε από την τσέπη του πανταλονιού ένα όγκο τσαλακωμένων χιλιάρικων που έριξε με αδιαφορία στον ταμία για να κρατήσει μόνος του το αντίτιμο του εισιτηρίου. Σάς χρειάζεται μήπως το επισκεπτήριο του κυρίου; Είσθε αρκετά ευφυείς για να τον αναγνωρίσετε. Παιδί της εποχής. Πολλά βγάζει, πολλά τρώει. Αλλά δεν τρώγονται. Πέντε-πέντε κουβαλά στο θέαμα τα τρωκτικά, διπλές μερίδες κρέατος παραγγέλνει στην κοσμική ταβέρνα που έγινε κέντρο του, τρυπητό χιλιάρικο κολλά στο μέτωπο του ντιζέρ, όταν βρει τον σφυγμό του ο καλλιτέχνης και πάλι δεν εξαντλούνται τα κέρδη. Πιο ζωηρές είναι οι εικόνες στα κτηματομεσιτικά. Η πελατεία εκεί προσέρχεται με τα βαλιτσάκια στο χέρι».
http://1.1.1.3/bmi/vernardakis.gr/uplmed/Image/193_oikogeneia-kyrou-webins.jpgΑυτά έγραφε ο Παύλος Παλαιολόγος στις 19.11.1941, σε χρονογράφημα με τίτλο «Νέοι κύριοι στην επιφάνεια», δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα». Με την έναρξη, δηλαδή, του φρικτού πρώτου χειμώνα της Κατοχής, κατά τη διάρκεια του οποίου πέθαναν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Σύμφωνα με την έκθεση του Δ.Ι. Μαγκριώτη, μόνο στα πολεοδομικά συγκροτήματα Αθήνας και Πειραιά καταγράφηκαν 26. 199 θάνατοι από πείνα το 1941 και 40.183 θάνατοι από πείνα το 1942.
Ο Σ.Β. Θωμαδάκης έχει αναδείξει σε μελέτη με τίτλο «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας» ότι «οι ανακατατάξεις ιδιοκτησίας του πλούτου που συνέβησαν στη διάρκεια της Κατοχής επέδρασαν βαθιά στη μεταπολεμική κοινωνικο-οικονομική κατάσταση». Στη διάρκεια της Κατοχής, οξύνθηκαν οι προϋποθέσεις για τη ραγδαία εξαθλίωση ήδη κοινωνικά επισφαλών στρωμάτων και για την αποπτώχευση άλλων κοινωνικών κατηγοριών, ενώ ταυτοχρόνως μεγάλα τμήματα του κεφαλαίου, εκείνοι που δραστηριοποιούνται σε πάσης φύσεως εργολαβίες, προμήθειες και επιχειρήσεις με τις αρχές Κατοχής (πρωτίστως με τους Γερμανούς) ή/και κερδοσκοπούν με την επισιτιστική κρίση που προκαλεί η γερμανική διαχείριση, βλέπουν τις δυνατότητες της κερδοφορίας τους να διευρύνονται ή να αυξάνονται αλματωδώς.
Ο Χ. Χατζηιωσήφ έχει εύστοχα επισημάνει πως στη διάρκεια της Κατοχής «όσο η στρατιωτική κατάσταση [των Γερμανών] επιδεινωνόταν τόσο περισσότερο τονιζόταν η προσήλωση στην οικονομία της αγοράς». Άλλωστε, σύμφωνα με τον Pierre Ayçoberry, «ο μάνατζερ που έκανε συγχρόνως καριέρα στην οικονομία και στην ιεραρχία του [ναζιστικού] κόμματος και των SS» είναι γενικότερα ο τύπος που έρχεται στο προσκήνιο με την επικράτηση του ναζισμού. Στην ελληνική περίπτωση του 1941-1944, είναι ο επιχειρηματίας που επωφελείται από την ιδιαίτερη σχέση του με τις αρχές Κατοχής, από τη διαμόρφωση μιας «κατοχικής οικονομίας της αγοράς», με όλες τις προσαρμογές στις πολεμικές συνθήκες, και από τον ρόλο των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων στη διαχείριση εργαλείων χρήσιμων για τη ληστρική  συσσώρευση. Μέσα στην Κατοχή, λοιπόν, συγκροτείται η κοινωνική συσπείρωση της αντίστασης απέναντι σε αυτό το πρότυπο, αλλά ανασυγκροτείται και η κοινωνική συμμαχία του άρχοντος συγκροτήματος, με αιχμή τους νεόπλουτους ή εκείνους που διατήρησαν και αύξησαν τον πλούτο τους.
Η (σχεδόν απεριόριστη) καταναλωτική δυνατότητα όσων καρπώθηκαν τη ληστρική συσσώρευση, αντικατοπτρίζεται στις αγγελίες και τις διαφημίσεις από τον αθηναϊκό ημερήσιο («Αθηναϊκά Νέα», «Ακρόπολις», «Βραδυνή», «Ελεύθερο Βήμα», «Καθημερινή», «Πρωινός Τύπος») και περιοδικό τύπο, αλλά και ορισμένα διαφημιστικά φυλλάδια. Αξίζει να παρουσιάσουμε παραδειγματικά ορισμένες κατηγορίες από αυτό το πλούσιο υλικό. 
Ήδη από τον χειμώνα του 1941 η εταιρεία «ΒΕΡΙΤΑΣ» διαφημίζεται θέτοντας «ένα ερωτηματικόν»: «Οι έμποροι, οι παραγωγοί, οι βιομήχανοι που έχωσι χρήματα, θα διερωτώνται ευλόγως πού να τα τοποθετήσωσι. Να αγοράσωσιν ακίνητα; Είναι ζήτημα που θέλει πολλήν σκέψιν με την ύψωσιν που έλαβον ταύτα. Να αγοράσωσιν αξίας; Άδηλος η μεταπολεμική τύχη των. Να τα βάλουν στον τόκο; Δεν γνωρίζει κανείς τι τέξεται η επιούσα με την νομισματικήν διακύμανσιν. Τι πρέπει λοιπόν να κάμουν; Η «ΒΕΡΙΤΑΣ Α.Ε.», Σταδίου 50, απαντά απεριφράστως: Τοποθετήσατε τα χρήματά σας σε πράγματα που ποτέ δεν χάνουν την αξίαν των. Επιπλώσεις, τάπητες, αντικείμενα τέχνης κλπ εκτεθειμένα εις τας αιθούσας της «ΒΕΡΙΤΑΣ» τίθενται εις την δημοπρασίαν εκποιούμενα εις τιμάς λογικάς δια λογαριασμόν τρίτων». Δυο άλλες διαφημίσεις της ίδιας εταιρείας απευθύνονται σε εκείνους που εκποιούν ό, τι έχουν κάτω από το συντριπτικό επισιτιστικό πρόβλημα: «Μη σας πιάνει ο πανικός και τρέχετε να πωλήσετε όσο-όσο τα πράγματά σας προς εξεύρεσιν χρημάτων δια να ζήσετε εσείς και τα παιδιά σας. Απευθυνθείτε εις την «ΒΕΡΙΤΑΣ» (Σταδίου 50, τηλ. 27.807). Είμεθα εις θέσιν να πωλήσωμε δια λογαριασμόν σας ό, τι νομίζετε ότι δύνασθε να στερηθήτε. Δεν αγοράζομεν εις εξευτελιστικάς τιμάς ό, τι αποκτήσατε με κόπον και ιδρώτα. Εκθέτομε εις τας επί της οδού Σταδίου αιθούσας μας και πωλούμε δια δημοπρασίας υπό τον έλεγχόν σας και λαμβάνετε ολόκληρον το φανερά επιτυγχανόμενον τίμημα, μετά την αφαίρεσιν μικράς προμηθείας υπέρ της εταιρείας μας, χωρίς να εκμεταλλευόμεθα την οικονομικήν σας στενοχώρια, παντός είδους έπιπλα, έργα τέχνης, πολύτιμα αντικείμενα κλπ κλπ». «Μια ανακούφισις στη σημερινή δυστυχία. Όλοι υποφέρουμε, αλλά εκείνο που πρέπει να διαφυλάξωμε είναι η αξιοπρέπεια. Αυτήν θα την διατηρήσωμεν, εάν θελήσωμεν να στερηθώμεν πωλούντες μερικά αντικείμενα που απεκτήσαμεν εις καλάς παλαιάς ημέρας. Η «ΒΕΡΙΤΑΣ Α.Ε.», Σταδίου 50 άνω όροφος αναλαμβάνει να σάς διευκολύνη πωλούσα δια λογαριασμόν σας και υπό την προσωπικήν σας επίβλεψιν δια δημοπρασίας ό, τι έχετε προς τούτον διαθέσιμον». Οι δύο διαφημίσεις κυκλοφορούν και δημοσιεύονται τουλάχιστον μέχρι τον Ιούνιο του 1942. Άλλες ανάλογες επιχειρήσεις, όπως η «Αστική Αγορά», ο «Μεταπωλητής», η «Salle Drouot», η «Αίθουσα Μεταπωλήσεων και Δημοπρασιών Παράδεισος», η φίρμα «Αγοράζω Αμέσως» (για συσκευές και είδη σπιτιού), ο «Οίκος Ευκαιριών ΤΣΑΛΑΜΑΤΑ», ο οίκος «Μασκώτ» διεκδικούσαν ένα μερίδιο από τη ληστρική συσσώρευση μέχρι σχεδόν το τέλος της Κατοχής.
Ο εικαστικός Περικλής Βυζάντιος κατέγραφε στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του: «Από τους Έλληνες ζωγράφους, ανέβηκε κυρίως στην τιμή ο Ιακωβίδης. Έργα της χειρότερης περιόδου πουλήθηκαν για τετρακόσιες και πεντακόσιες χιλιάδες. Ο Βολανάκης επίσης είδε τιμές που ο δυστυχής, αν τις ακούει στον άλλο κόσμο, θα ικανοποιείται για την αδεκαρία που τράβηξε όλη του τη ζωή. [...] Όλα αυτά παζαρεύονται στην οδό Βουκουρεστίου». Επιχειρήσεις, όπως η «BRIC-A-BRAC» στην οδό Φιλελλήνων, αναλάμβαναν να εγγυηθούν ότι τα έργα τέχνης στον οίκο τους ήταν αυθεντικά και οι «μπαρόκ» τίτλοι αντιστοιχούσαν σε «αντικείμενα πραγματικής αξίας».
Άλλες επιχειρήσεις ειδικεύονταν στην αυξημένη προσφορά και ζήτηση ακινήτων. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1941, το γραφείο «Πρόβου», Πανεπιστημίου 18, εκδήλωνε με καταχωρήσεις το ενδιαφέρον του: «Ιδιοκτήται, ζητώ αμέσως τα κάτωθι: α) Δύο πολυκατοικίας, η μεν αξίας 5 με 9 εκατομμυρίων, η δε 10-25 εκατομμυρίων. β) Κτήμα κεντρικόν, μεγάλης αξίας. γ) Οριζοντίους πολυτελείς πάσης αξίας. δ) Παλαιάς οικίας ή οικόπεδα κεντρικά. Εξυπηρετείσθε τάχιστα δηλώνοντες τα κτήματά σας». Στα γραφεία «ΑΛΑΣΚΑ», Εμμ. Μπενάκη 8, ζητούνταν «επειγόντως»: «Πολυκατοικία μέχρι 15.000.000, οριζόντιοι οιασδήποτε αξίας, διώροφοι και τριώροφοι οικοδομαί». Τον Δεκέμβριο του 1941, το «Διεθνές Πρακτορείον», Εμμ. Μπενάκη 4, ενημέρωνε: «πωλούμεν οικίας από 300 χιλιάδας μέχρι 90 εκατομμύρια», όπως και ότι διέθετε «δάνειον 800.000 επί υποθήκη». Τον προηγούμενο μήνα, το γραφείο του Πλάτωνος Αναστασόπουλου ανακοίνωνε: «Αγοράζομεν ολόκληρα εργοστάσια μεθ' όλων των σιδηρών και μηχανικών εγκαταστάσεών των. Αριστείδου 1, 1ος όροφος». Τα γραφεία «Οικοδομικών και Κτηματικών Επιχειρήσεων», Σταδίου 41 διαφημίζονταν τακτικά κατά το διάστημα 1941-1942: «Ζητούνται κτήματα, μέγαρα κεντρικά, πολυκατοικίαι, οικόπεδα και αγροκτήματα αξίας». Αλλά και μέσα στο 1943 ήταν αρκετές οι διαφημίσεις μεσιτικών γραφείων και οι εκδηλώσεις ενδιαφέροντος για αγορά ή πώληση ακινήτων. Το γραφείο του Ι.Σ., Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους 1, αναζητούσε «οικόπεδον δι' εργοστάσιον επί της οδού Πειραιώς ή πλησίον», ενώ το γραφείο του Γ.Π., Εμμ. Μπενάκη 6, γνωστοποιούσε τον Φεβρουάριο του 1943: «Στην οδό Κυψέλης εις δύο στάσεις του τραμ, πωλείται ακίνητον 1000 τ.μ., 21 δωματίων. Ετήσια έσοδα, 240.000. Θέσις μοναδική δι' ανέγερσιν προσοδοφόρου πολυκατοικίας [...] Επί οδού Μάρνη, εις την ευρυτέραν λεωφόρον των Αθηνών, πωλείται λόγω διανομής διώροφον ακίνητον. Πήχεις 350, πρόσοψις 15.50μ. Θέσις προνομιακή δια την ανέγερσιν προσοδοφόρου πολυκατοικίας». Οι βάσεις για την «εργολαβική ανάπτυξη» της Αθήνας είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον και για τα αυτοκίνητα. Παρά τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ζητούνταν ιδιωτικά επιβατικά αυτοκίνητα σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής και ειδικά «άστρα» μετακίνησης. Ο Π.Γ. διαφήμιζε την επιχείρησή του το 1943, «Πατησίων 41, έναντι Πολυτεχνείου», όπου πωλούνταν «Ford 8 κυλίνδρων, Qustin, Ballila, Fiat 500, Fiat 1100 και 1500, Lancia Morris κλπ». Υπήρχαν και αγγελίες που ενοικίαζαν ή ζητούσαν προς ενοικίαση χώρους στάθμευσης, ιδίως μετά το 1942 («ενοικιάζεται γκαράζ εντός οικίας πέριξ πλατείας Βάθη δι' ιδιωτικόν αυτοκίνητον», 26.12.1943). Διαφήμιση της «Εταιρείας Συσσωρευτών ΠΑΚ» ενημέρωνε «τους ιδιοκτήτας αυτοκινήτων εν ακινησία» ότι αναλάμβανε «την δωρεάν συντήρησιν, πάσαν επισκευήν ή και την αντικατάστασιν με καινουργή» (Σεπτέμβριος 1943). Ζητούνταν, όμως, προς αγορά και λεωφορεία, καθώς αναπτύσσονταν επιχειρήσεις μεταφοράς τροφίμων από τις επαρχίες, ιδίως μέχρι το καλοκαίρι του 1942. Για παράδειγμα, η εταιρεία «ΤΗΛΕΞ», Φειδίου 7, αναλάμβανε «προς εξυπηρέτησιν των πελατών της την έκδοσιν των οικογενειακών αδειών μεταφοράς τροφίμων, την προμήθειαν των τροφίμων από τας Επαρχίας και την παράδοσιν αυτών κατ' οίκον». Το «Γραφείον Προμηθειών», Φειδίου 12, διαφήμιζε: «τρόφιμα οικογενειακά, λαχανικά, φρούτα και διάφορα είδη, τα ελευθέρως μεταφερόμενα, προμηθεύομεν εξ επαρχιών με παράδοσιν εις το γραφείον μας». Η «Εταιρεία Γενικών Μεταφορών Ο Αίμος», Βερανζέρου 2, υποσχόταν τις ίδιες υπηρεσίες, ενώ το πρακτορείο «Α. Μπέρος, Ταξίδια-Μεταφοραί» δεσμευόταν για την πλαισίωση όσων επιθυμούσαν να αναζητήσουν μόνοι τους τρόφιμα, από τον Οκτώβριο του 1941 και μετά: «Ενεργούνται ταξίδια και μεταφοραί απανταχού της Ελλάδος, με όλα τα μέσα της συγκοινωνίας, ήτοι λεωφορεία, αυτοκίνητα, βενζινόπλοια, σιδηρόδρομοι κλπ». Υπάρχει και μια χαρακτηριστική διαφήμιση από την Πρωτοχρονιά του 1942, για ειδικό εορταστικό «delivery» εντός Αθηνών: «Bar Krinos. ΜΗΝ ΕΤΟΙΜΑΣΕΤΕ ΤΙΠΟΤΑ! Αναλαμβάνομεν να σας παραδώσωμεν τα ΤΣΟΥΡΕΚΙΑ, ΤΟΥΡΤΕΣ, ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ, ΓΛΥΚΑ εντός 24 ωρών από της εντολής σας. ΤΜΗΜΑ ΖΑΧ/ΣΤΕΙΟΥ. Πατησίων 17».
Αναφορικά με τους «καλοφαγάδες» και τους «μοντέν» του κατοχικού πλουτισμού, υπάρχει μια ακόμα ενδιαφέρουσα καταχώρηση του Περικλή Βυζάντιου από το 1941, στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του: «Όλες αυτές οι κουβέντες γίνονταν από κομψότατα ντυμένους αγνώστους, που ξοδεύουν για τα καθημερινά τους έξοδα δυο-τρεις χιλιάδες τρώγοντας στα μεγαλύτερα ρεστοράν και τα νυχτερινά κέντρα που αποκλειστικά συντηρούνται από αυτούς. Η οδός Βουκουρεστίου, από την οδό Σταδίου μέχρι την οδόν Ακαδημίας, έχει σήμερα όλη τη ζωή και την κίνηση της Αθήνας». Τέτοια κέντρα διασκέδασης, όμως, απαντώνται κατά τη διάρκεια της Κατοχής και σε άλλες συνοικίες, όπως στην περιοχή του Μουσείου και την Κυψέλη. Το «ρεστωράν-μπαρ ΜΟΝ ΠΑΡΝΑΣ» (Κοραή 3) διαφημίζει τα εγκαίνιά του στις 18.10.1941: «Μέσα στο πιο πολιτισμένο αθηναϊκό περιβάλλον, η πιο καλή σημερινή κουζίνα, η πιο πλουσία κάβα, η εκλεκτότερη ορχήστρα». Από τον Νοέμβριο του 1941 διασώζεται μια άλλη κομψή διαφήμιση: «Σήμερον Σάββατον γενικόν προσκλητήριον των καλοφαγάδων στο ΜΠΑΡ ΒΕΡΤΙΖ (οδός Ακαδημίας 59-παραπλεύρως θεάτρου "Ολύμπια") τελεί τα εγκαίνιά του. Θα βρείτε ό,τι ζητήσετε. ΕΚΛΕΚΤΗ ΚΟΥΖΙΝΑ-ΠΑΛΗΑ ΚΡΑΣΙΑ-ΤΣΙΓΓΑΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ-Τιμές λογικές». Τα εγκαίνια  της κοσμικής ταβέρνας «Μυκονιάτικη Γωνιά» γνωστοποιούνται ως το «γεγονός της ημέρας» στις 13.11.1941. Στις αρχές Δεκεμβρίου, ένα άλλο κέντρο διαφήμιζε κι αυτό τα εγκαίνιά του: «Το δημοφιλέστερον από την πλουσίαν και αρίστη κουζίνα του με πολλά και εκλεκτά φαγητά της ρεστωράν-βαριετέ ΣΕ-ΝΟΥ της οδού Σκαραμαγκά 3 (έναντι Μουσείου) συμπληρώνει το ωφέλιμον μετά του τερπνού, εμφανίζον τον διάσημον πολυσύνθετον ακροβάτην Μοσχόπουλον και πολλά εκλεκτά μέλη του καλλιτεχνικού κόσμου». Το «ΦΟΛΙ-ΜΠΕΡΖΕΡ» διαφημίζεται το 1943 ως «η πολυτελεστέρα σάλα με τον πιο υπέροχο διάκοσμο, τα πιο μοντέρνα κομφόρ, τας τελειοτέρας εγκαταστάσεις, το πιο πολιτισμένο περιβάλλον, μια ευρωπαϊκή γωνιά στην καρδιά της Αθήνας». Άλλες διαφημίσεις, όπως της κοσμικής ταβέρνας «Μποέμ» (στην οδό Δημοκρίτου), χρησιμοποιούσαν τον τύπο του κατοχικού «αυτοδημιούργητου» και «γλεντζέ» επιχειρηματία, ο οποίος, μετά από μια κουραστική μέρα γεμάτη συμπράξεις και εργολαβίες με τους Γερμανούς, τηλεφωνούσε στο σπίτι: «Λιλίκα, ειδοποίησε τη συντροφιά πως απόψε το βράδυ θα φάμε στην ταβέρνα Μποέμ. Έχει εκλεκτούς μεζέδες, θαυμάσιο κήπο και ορχήστρα τζαζ». Σε αυτή την τάξη της ληστρικής συσσώρευσης απευθύνονται και διαφημίσεις ζαχαροπλαστείων με πολυτελή γλυκά, την ώρα που το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας έδινε τη μάχη της επιβίωσης. Ως προς αυτό, παραθέτω ασχολίαστη μια ανακοίνωση του Σωματείου Καταστηματαρχών Ζαχαροπλαστών προς τα μέλη του, στις 18.2.1943: «ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ προς άπαντα τα μέλη των Σωματείων Καταστηματαρχών Ζαχαροπλαστών Αθηνών, Πειραιώς και Προαστείων. Ειδοποιούνται άπαντα τα μέλη των Σωματείων Ζαχαροπλαστών όπως συμμορφωθούν απολύτως με την υπ' αριθ. 80/1942 διάταξιν της Διευθύνσεως Αστυνομίας Πόλεων και παύσουν εκθέτοντα εις τας προσόψεις (βιτρίνας) των καταστημάτων πάσης φύσεως γλυκίσματα, αλλά να εκθέτουν αυτά μόνον εντός των καταστημάτων. Η πιστή εφαρμογή της ως είρηται διατάξεως είναι απολύτως επιβεβλημένη, διότι εκτός των αυστηρών κυρώσεων, ας ο νόμος προβλέπει, ΣΗΜΕΡΟΝ ΘΕΤΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΚΙΝΔΥΝΟΝ ΑΥΤΗΝ ΤΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΙΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΜΑΣ».
Ο Κ. Βαρβαρέσος είχε γράψει μεταπολεμικά: «τα κέρδη των μαυραγοριτών και των δωσιλόγων παρέμειναν αλώβητα, και μεγάλο μέρος τους φυγαδεύτηκε ανεμπόδιστα στο εξωτερικό». Στις διαφημίσεις και τις αγγελίες της περιόδου 1941-1944 διαβλέπουμε τη συσσώρευση και την καταναλωτική διάθεση αυτών των «αλώβητων κερδών» από το αίμα των άλλων.
Πηγή: http://www.vernardakis.gr/article.php?id=576
http://www.toportal.gr
 πίσω στα παλιά

31.5.14

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 

Βασίλης Ψαριανός

Γεννηθήκαμε λίγο πριν από τον Πόλεμο. Ζήσαμε την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Μεγαλώσαμε προτού νιώσουμε την ξενοιασιά της παιδικής ηλικίας. Ακόμα και το ψωμί λιγοστό και κάποτε δυσεύρετο. Ευτυχώς δεν μας έλειψαν οι ελιές και το λάδι. Ψωμί, λοιπόν, και ελιά το προσφάι μας, άντε και λίγο τυρί άμα βρισκόταν και γάλα από την κατσίκα μας. Το «ψυρούκι», η παιδική μας κρέμα, λίγο αλεύρι με γάλα. Μοναδικό μας γλυκό στο ταψί η «πλατσιέδα» στις γιορτάδες και το λουκούμι στην εθνική εορτή.

Η μόνη ζεστασιά μας στις κρύες νύχτες του χειμώνα, η φωτιά στη «γωνιά» και το μαγκάλι. Ποιος να πρωτοπυρωθεί; Μονάχα το παραμύθι της μάνας μάς έκανε να ξεχνούμε το κρύο και την πείνα και να ονειρευόμαστε. Μ’ αυτό ξάνοιγε το μυαλό και η καρδιά μας και σεργιανίζαμε σε ένα κόσμο ομορφότερο και δικαιότερο. Γιατί το άδικο ήταν παντού. Το βλέπαμε σε κάθε ζάλο μας. Ακόμα και στην εκκλησιά που πηγαίναμε με το πλεχτό πουλόβερ της μάνας μας, όπου οι φτωχοί δεν είχαν στασίδι. Και στο σχολειό, όπου τα παιδιά των «παρακατιανών» ήταν πάντα οι «κακοί» μαθητές που προορίζονταν για να γίνουν οι μαζώχτρες και οι ραβδιστάδες στον «ταϊφά» του άρχοντα. Το βλέπαμε το άδικο στην τυράγνια της μάνας και του πατέρα. Κάθε φορά που έβγαζε το λάδι στο λιοτρίβι και πλέρωνε τα βερεσέδια.

Μόλις ανοίξαμε τα μάτια μας στον κόσμο και αρχίσαμε να περπατάμε, νιώσαμε το μεγάλο φόβο, πως κάποιος μπορεί να μας πάρει ξαφνικά τη ζωή, τη δική μας ή των γονιών μας, γιατί ήταν πιο δυνατός, γιατί κρατούσε το φονικό το όπλο. Πρώτα οι σιδερόφρακτοι Γερμανοί κι ύστερα οι τυφλωμένοι από το αδελφοκτόνο μίσος της μιας ή της άλλης παράταξης, που ήρθαν να αποτελειώσουν ό,τι είχε απομείνει από το θανατηφόρο πέρασμα του κατακτητή.

Όμως επιβιώσαμε! Όσοι επιβιώσαμε. Γιατί ψηθήκαμε από μωρά παιδιά με τη δουλειά στο χωράφι. Συνηθίσαμε στον καθημερινό μόχθο και νιώσαμε τη χαρά να βλέπεις και να γεύεσαι τη γλύκα του καρπού που άνθισε, έδεσε κι ωρίμασε με τον ιδρώτα του προσώπου σου. Το παράδειγμα των γονιών μας ρίζωσε μέσα στην ψυχή μας κι έγινε αρχή και αξία της ζωής μας: να πορεύεσαι στη ζωή με ψηλά το κεφάλι. Περήφανος γι’ αυτό που κατέκτησες, για την προκοπή σου, χωρίς να φιλήσεις «κατουρημένες ποδιές» και χωρίς να καταπατήσεις το δίκιο άλλου ανθρώπου. Έτσι πορευτήκαμε στη ζωή μας. Με το μυαλό και με τα χέρια μας κερδίσαμε την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας.

Περήφανοι γιατί προχωρήσαμε πιο πέρα και πιο πάνω από τη μοίρα του βασανισμένου δουλευτή της γης. Γιατί ρίξαμε τους φράχτες που είχε υψώσει γύρω μας η κοινωνία στην οποία γεννηθήκαμε.

Έτσι θελήσαμε να αναθρέψουμε και τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Μόνο που μ’ αυτά ήμαστε υπερβολικά γενναιόδωροι. Ίσως γιατί ήμαστε απερίσκεπτα σίγουροι πως η ζωή των νεώτερων γενεών θα πήγαινε πάντα μπροστά και πως δεν θα είχε πια πισωγυρίσματα. Δώσαμε στα παιδιά μας ό,τι μας είχε εμάς στερήσει η ζωή· δεν καταφέραμε όμως να τους μάθουμε αυτό που εμείς διδαχτήκαμε από τη ζωή των γονιών μας, ότι η ευτυχία δεν κρύβεται στο χρήμα και στα πλούτη των παλατιών, αλλά περισσότερο στα πλούτη του μυαλού και της ψυχής μας!

Και τώρα που ξανάρθαν πάλι χρόνοι δίσεχτοι και χρόνοι οργισμένοι, πρέπει, τώρα στα γεροντάματά μας, να βάλουμε πάλι «πλάτη», κόντρα στον κατήφορο που πήρε η ζωή των παιδιών μας και η δική μας, και να τους ξαναδιδάξουμε από την αρχή τις αρχές και τις αξίες, που μας κληροδότησαν οι δικοί μας γεννήτορες, για να ξαναβρούν στη ζωή τους το μέτρο και την περήφανη και σίγουρη περπατηξιά, αυτή που ταιριάζει σε ανθρώπους που αξιώθηκαν να γεννηθούν σ’ ένα τέτοιο τόπο κι από τέτοιους προγόνους.

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Αντίλαλο της Βρίσας», τ. 51.)

http://www.emprosnet.gr

 πίσω στα παλιά

30.5.14

IΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

 

28 Οκτωβρίου 2009

Το κείμενο αυτό ίσως να μην διεκδικεί δάφνες
συγγραφικού λόγου, αλλά εμπεριέχει τις αυθεντικές μαρτυρίες ενός παππού που  έζησε σε ομολογουμένως δύσκολες εποχές.
Γράφει μισή σελίδα κάθε φορά , στην διμηνιαία εφημερίδα ενός χωριού που για την ιστορία λέγεται Λουσικά και βρίσκεται 24 χιλιόμετρα δυτικά της Πάτρας.
Εχει κάποια συντακτικά λαθάκια αλλά νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα διορθώσω. Απλές κουβέντες,
τίποτα παραπάνω - τίποτα παρακάτω.
Ο Πάνος Δημ. Ντούμας θυμάται και γράφει...
Για να καταφέρει ο πεινασμένος κόσμος να βρει κάτι να φάει , άρχιζε και πούλαγε τα υπάρχοντα του.
Βγαίνουν έξω στο χωριό και πουλούσαν ότι μπορεί να σκεφτεί ο ανθρώπινος νους . Κοστούμια , μεγαλοκυρίες τις γούνες τους , εσώρουχα , ραπτομηχανές, γραμμόφωνα, κεντήματα , σερβίτσια κλπ.
Ορισμένοι πουλούσαν και τα σπίτια τους για λίγα τσουβάλια στάρι .
Μια ημέρα που ήμουν στο στέκι που πουλούσα τα χόρτα (Σμύρνης και Παναχαϊκού)  μου λέει ο μπακάλης που είχε  μαγαζί δίπλα : Ρε Παναγιώτη αυτό το σπίτι απέναντι είναι του κουνιάδου μου και το πουλάει για 500 οκάδες στάρι .
Πες του πατέρα σου να το πάρετε εσείς γιατί σε έχω αγαπήσει .
Ήταν ένα διώροφο νεοκλασικό . Όταν ήρθα το βράδυ και το είπα στους γονείς μου , η μητέρα μου άρχισε τα κλάματα και μου είπε : αυτό παιδάκι μου μη διανοηθείς ποτέ να το κάνεις και αύριο θα βάλεις 10 οκάδες στάρι σε μια σακούλα,
θα πας σ` αυτό το σπίτι , θα χτυπήσεις το χτυπητήρι , όταν σου ανοίξουν θα αφήσεις από μέσα τη σακούλα και θα εξαφανιστείς .
Αυτά τα διδάγματα νομίζω ότι με βάλανε σε καλό δρόμο στη ζωή .

Στο χωριό μου περνούσαν κάθε μέρα δεκάδες άνθρωποι διαφόρων ηλικιών
ζητιανεύοντας μια φέτα ψωμί . Σε ποιον να πρωτοδώσεις ;
Μια μέρα που όργωνα στο χωράφι μας  για να σπείρουμε αργότερα αραποσίτι ,
κάθισα για να φάω 50 μέτρα μέσα από το δρόμο  , τότε έρχεται μια γυναίκα ηλικιωμένη φορτωμένη στην πλάτη την πραμάτεια της .
Πιάνεται από το φράχτη και με κοιτούσε που έτρωγα χωρίς να μου μιλάει .
Εγώ άργησα να καταλάβω ότι αυτή θα πείναγε . Παίρνω το ψωμί και το τυρί που μου είχαν μείνει και της τα πάω.
Αυτή δεν τα παίρνει αλλά γονατίζει σηκώνει τα χέρια ψηλά και λέει :
Αν είναι Θεός το χωράφι να θησαυρίσει .
Είναι αλήθεια ότι χωρίς να βρέξει την άνοιξη , το αραποσίτι θησαύρισε .
Στην Αχαΐα οι Ιταλοί είχαν δυο αστυνομίες . Την Καραμπινιερία  που ήτο για την τάξη  και την Φινετσαρία που ήτο οικονομικής φύσεως .
Αυτή μάζευε τα αγαθά του κόσμου .
Η Ελληνική αστυνομία ήτο ακόμη στο χωριό μας .
Οι Ιταλοί έρχονται τακτικά στο χωριό και συνεργάζονται με την Ελληνική αστυνομία . 
Μια ημέρα τον Ιούνιο 1941 έδωσαν διαταγή οι Ιταλοί να παραδώσουν οι Έλληνες όλα τα όπλα πολεμικά , κυνηγετικά και πιστόλια , εντός δυο ημερών.
Πραγματικά όλοι από φόβο πήγαν και παρέδωσαν . (σσ. Ζαρατούστρα: εγώ ξέρω έναν που δεν ! Ο προπάππους μου έκρυψε το πιστόλι του κάτω από τα κεραμίδια !
Φοβερή κρυψώνα.)  
Δυστυχώς σε κάθε δύσκολη εποχή που εχει περάσει η Ελλάδα υπάρχουν και 
οι προδότες ή πες τους και ρουφιάνους .
Έτσι λοιπόν στη προκειμένη περίπτωση πήγε κάποιος στους Ιταλούς
και τους λέει ότι : Ο Φώτης Σπυρόπουλος και ο Γεώργιος Σπαλιάρας είναι οπλουργοί και λόγω του επαγγέλματος έχουν πολλά όπλα .
Τους κάλεσαν στην Καραμπινιερία και αφού αρνήθηκαν γιατί ασφαλώς δεν ήσαν
οπλουργοί και δεν είχαν όπλα τους σάπισαν στο ξύλο .
Πήγε λοιπόν μια επιτροπή από το χωριό με τον παπά- Βασίλη , τον πρόεδρο και δυο τρεις άλλους και βεβαιώσαν ενόρκως ότι ήσαν αθώοι . Κάναν όμως μήνες να αναρρώσουν απ το πολύ ξύλο .
Πέρασε το καλοκαίρι και σχετικώς καλά τα πηγαίναμε με δαύτους .
Είμαστε όμως υποχρεωμένοι φεύγοντας απ το σχολείο των Βραχνεΐκων να χαιρετούμε το σκοπό με την σημαία τους που είχαν εκεί στο φυλάκιο , σηκώνοντας το χέρι μας φασιστικά και να λέμε «  vintcere   » .
O Γιώργης Ζαφειρακόπουλος κάποια μέρα δεν χαιρέτησε , πετάγεται μέσα απ το φυλάκιο κάποιος  λοχίας , τον κατεβάζει απ το άλογο και τον υποχρεώνει να περάσει δέκα φόρες  πέρα-δώθε να χαιρετά και να φωνάζει 
«  vintcere   » .
Έτσι περάσαμε με τους Ιταλούς κάπως άφοβα εκτός απ το πλιάτσικο που έκαναν
μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1941. Είχαμε θαρρέψει και ο κόσμος καθόταν μέχρι πολύ αργά το βράδυ . Την παραμονή του Αγίου Βασιλείου ήταν όλοι οι χωριανοί στο καφενείο .
Κατά τις 10 η ώρα μπήκε στα μαγαζιά πολύς Ιταλικός στρατός...
Ο κυρ Παναγιώτης σήμερα είναι 86 ετών και προ δεκαπενταετίας που είχε τις δυνάμεις πούλαγε κρασί με ένα παλιό αγροτικό , για να ζήσει .
Kαι τώρα ας κάνω ένα ρητορικό ερώτημα .
Πόσοι άραγε σήμερα  κάτοικοι Εκάλης, Κηφισιάς με "γαλλικά και πιάνο" είχαν παππού
μαυραγορίτη , που έκλεβαν τις περιούσιες πεινασμένων ανθρώπων για ένα σακί σιτάρι ;
Μακάρι να υπήρχαν πολλοί σαν τον κύριο Πάνο και την μητέρα του . Αει σιχτίρ συγκινήθηκα και συγχύστηκα μαζί .

http://www.musicheaven.gr

πίσω στα παλιά

ΑΠΟΦΡΑΣ ΗΜΕΡΑ ….

 






Κατοχή – 27 απριλίου 1941

Οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Οι δρόμοι είναι άδειοι.
Οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι στα σπίτια των, με κλειστά παντζούρια. Από πού έρχονται αυτές οι μεραρχίες δεν ξέρω, αλλά σε 48 ώρες δεν υπάρχει πια ούτε ένα νεράντζι στα δένδρα των δρόμων και του κήπου. Τα κατεβρόχθισαν όλα.
     Αρχίζουν να επιτάσσουν τα κτίρια. Μερικοί κατασκηνώνουν στην πλατεία Συντάγματος και απλώνουν την μπουγάδα των, κάτι περίεργα ροζ κουφετί και πορτοκαλιά πουκάμισα. Απορούμε. Ανοίγουν τις αποθήκες με ρουχισμό που άφησαν οι Άγγλοι και βάζουν τα χακί. Εμείς έχομε ακόμη αρκετή αναίδεια και αυτοί όχι ακόμη πάρα πολλή. Ένας φίλος μας, ο Μανόλης Ροδοκανάκης, φοράει μία αγγλική σημαιούλα στο πέτο του. Τον σταματά ένας Γερμανός και του λέει αγγλικά: «Εγγλέζικο, βγάλε το» και ο Μανόλης τραβώντας το short του Γερμανού του απαντά: «Εγγλέζικο, βγάλε το». Αυτά είναι τα αστεία της αρχής που δεν πρόκειται να διαρκέσουν. Όλοι είναι τόσο φανατισμένοι που είναι ριψοκίνδυνοι. Η μητέρα και εγώ γράφομε με κιμωλία το γράμμα V (το σήμα της νίκης, V για Victory) επάνω στα σταματημένα γερμανικά αυτοκίνητα έως ότου μας πει ο πατέρας να παύσωμε πριν καταλήξωμε στην φυλακή.
     Αφού επέταξαν τα μεγάλα κτίρια τοποθετούν αξιωματικούς στα σπίτια. Όταν έρχονται σε μας μαζί με έναν Έλληνα διερμηνέα βάζω τα παιδιά να τσακωθούν στο χωλ· θεωρούν ότι δεν είναι κατάλληλη η κατοικία μας και γλυτώνομε. Δύο τρία χρόνια αργότερα ο Στέφανος με ρωτά:
     «― Γιατί δεν έχομε και μεις Γερμανό στο σπίτι;
     ― Θα ήθελες να έχωμε; του απαντώ.
     ― Ναι, γιατί αν δεν έχομε ποιον θα πετάξωμε από το μπαλκόνι άμα θα τελειώσει ο πόλεμος;»
     Αυτό ήταν το θέμα της κουβέντας των παιδιών στον Εθνικό Κήπο όπου παίζουν.
     Ο παππούς μου, ο Δημήτρης Δραγούμης, κάθεται στην απέναντι πολυκατοικία. Του έχουν βάλει έναν Αυστριακό. Μια μέρα γυρίζει η Αριέττα από κει και ξέροντας πόσο φανατισμένη είμαι κρύβει πίσω από την πλάτη της μία πλάκα σοκολάτα και λέει «Δεν είναι Γερμανός, δεν είναι Γερμανός, είναι Αυστριακός». Βεβαίως την άφησα να φάει την σοκολάτα.
     Περνά μία εβδομάδα. Μέσα από τις σκοτεινές μου αναμνήσεις ξεπροβάλλει η πιο λαμπερή μέρα της ζωής μου. Η χαρά μας είναι απερίγραπτη. Η Αριέττα, αν και πολύ μικρή, θυμάται καθαρά ότι εκείνη την ώρα τρώγαμε σούπα ντομάτα και ακούμε την κόρη του θυρωρού να φωνάζει: «Ήλθε ο κύριος Ζάννος». Ο Κλεάνθης καταφθάνει γερός και καλά. Μας διηγείται ότι σε ένα δυνατό βομβαρδισμό στο μέτωπο είχαν βρεθεί σε ένα χαμόσπιτο που γκρεμίστηκε και τους πλάκωσε. Ήταν όμως κτισμένο από χωμάτινες πλίνθους και κανείς δεν έπαθε τίποτε. Καθώς υπηρετούσε σε μηχανοκίνητη μονάδα μπόρεσε να έλθει με αυτοκίνητο, κουβαλώντας μαζί του ένα τενεκέ φέτα, ένα τενεκέ μέλι και ένα τενεκέ ταχίνι που αγόρασε περνώντας από τους Δελφούς.
     Τώρα όμως αρχίζουν τα πολύ δύσκολα και μάλιστα τα πάρα πολύ δύσκολα.
     Πριν εξακολουθήσω θα ήθελα να πω δύο λόγια για τα χρηματικά. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος εξεμηδένισε τα τρία τέταρτα της αρκετά μεγάλης περιουσίας της γιαγιάς μας, της Ιουλίας Δραγούμη. Ο Δεύτερος μας κατέστρεψε ολοσχερώς. Μόλις είχαμε φέρει στην Ελλάδα το υπόλοιπο της περιουσίας αυτής που ήταν σε «τραστ» στην Αγγλία και που με τις διάφορες διαδικασίες μετά τον θάνατο της νόνας άργησε πολύ να ξεμπλοκαρισθεί. Επρόκειτο η μητέρα να αγοράσει ένα ή ίσως και δύο διαμερίσματα. Οι τράπεζες έκλεισαν και τα χρήματα έγιναν μαρουλόφυλλα. Παν αυτά.
     Το κράτος είχε επιτάξει τα τέσσερα καινούργια ανατρεπόμενα φορτηγά αξίας ενός εκατομμυρίου (ήταν πολλά χρήματα τότε) που μόλις είχε αγοράσει ο Κλεάνθης πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Του τα αποζημίωσαν μετά από χρόνια και τα εξευτελισμένα πλέον λεπτά έφθασαν για την αγορά τριών οκάδων κρεμμυδιών.
     Επίσης δεν του πληρώθηκε ποτέ η τελευταία πιστοποίησις, ύψος δραχμών 800.000, για τον δρόμο που είχε κατασκευάσει στην Κοζάνη.
     Για να δώσω μία ιδέα της αξίας της δραχμής τότε, θα πω ότι το ενοίκιον που πληρώναμε άμα πρωτομπήκαμε στο διαμέρισμα της οδού Πλουτάρχου (τέσσερα δωμάτια σε ένα καλό δρόμο του Κολωνακιού που θεωρείτο μία από τις ακριβές συνοικίες των Αθηνών) ήτο 1500 δραχμές τον μήνα.
     Και ως κορύφωμα, στο τέλος του 1944, μετά την καταστολή του κομμουνιστικού κινήματος, ο Πλαστήρας προσέφερε εις τους Άγγλους που είχαν βοηθήσει και σκοτωθεί κατά την διάρκεια του Εμφυλίου, το κτήμα μας στην Πικροδάφνη του Φαλήρου, για να το κάνουν κοιμητήριο. Μετά από 12 χρόνια δικών μάς έδωσαν ψιχία. Πάει και αυτό.
     Έτσι μόνον η Γαλήνη περίσσεψε και αυτή κόντεψε να γκρεμισθεί όταν τα ιταλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν και βούλιαξαν το κόττερο του Φιξ που ήταν αραγμένο λίγες εκατοντάδες μέτρα μπροστά. Είχαμε την τύχη να σπάσουν μόνον τα τζάμια του σπιτιού.
     Ήταν τέτοια η έννοια μας πώς να βρούμε φαγητό που μέρα νύκτα μόνο αυτό σκεπτόμεθα και έτσι πρέπει να ομολογήσω ότι ορισμένα πράγματα είναι κάπως θολά στην μνήμη μου. Π.χ. πώς βρεθήκαμε με χρήματα στα χέρια και προμηθευθήκαμε όσες περισσότερες χρυσές λίρες μπορέσαμε; Πότε βγήκαν αυτές οι λίρες στην αγορά;
     Στην αρχή της Κατοχής περνούσαν γράμματα –μάλλον πολύ σύντομα σημειώματα– μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Σε ένα από αυτά η αδελφή της μητέρας μου, στην Αγγλία, η Λεία Ράλλη, μήνυσε στον εξάδελφό της Νίκο Πασπάτη, έναν από τους ιδιοκτήτες και διευθυντής της Τραπέζης Χίου: «Παρακαλώ βοήθησε την οικογένεια». Αυτό ήταν οι περίφημες «αναγνωρίσεις» στις οποίες κατέφυγαν πολλοί. Εγίνοντο βεβαίως μεταξύ ανθρώπων που είχαν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Έπαιρναν χρήματα εδώ και τα πλήρωναν μετά τον πόλεμο σε πολύ μεγαλύτερη τιμή. Εμείς επωφεληθήκαμε της προσφοράς αυτής όσο το δυνατόν λιγότερο· άλλωστε τα βοηθήματα ήταν πολύ περιορισμένα.
     Οι Γερμανοί δεν βρήκαν τον χρυσό της Τραπέζης της Ελλάδος που είχε φυγαδευθεί από την κυβέρνηση. Έζησαν όμως όλη την Κατοχή εις βάρος της Ελλάδος. Η χώρα εληστεύθη μέχρι της τελευταίας δραχμής. Τύπωναν συνέχεια χαρτονομίσματα η αξία των οποίων έπεφτε κάθε λεπτό. Ο τότε Γερμανός επίσημος αντιπρόσωπος στην Ελλάδα του Υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας και εξουσιοδοτημένος απ’ αυτόν υπέγραψε συμφωνία δανείου το οποίον θα επέστρεφε η Γερμανία μετά τον πόλεμο. Προσφάτως που η Ελλάδα ανέφερε το θέμα του δανείου, ζητώντας την επιστροφή του όπως είχε συμφωνηθεί, ο «χαριτωμένος» κύριος Kohl απήντησε τραχύτατα: «Αυτό να το ξεχάσετε». Αξιοθαύμαστοι Γερμανοί!! Ούτε υπογραφές ούτε συμφωνίες σέβονται! Έτσι ξέρω και εγώ να προκόψω.
     Κούτσα κούτσα προσπαθεί ο καθένας να εξακολουθήσει τον ρυθμόν της ζωής του. Στις 10 Μαΐου 1941 ένα γερμανικό στρατιωτικό αυτοκίνητο κτυπά και τραυματίζει σοβαρά τον αδελφό της μητέρας, Νέλλο Δραγούμη, καθώς κατέβαινε πεζή από το Ψυχικό για να πάει στο γραφείο του, στο Χρηματιστήριο.
     Θα πεθάνει 15 μέρες μετά από μόλυνση. Αν υπήρχε η πενικιλλίνη θα είχε σωθεί. Χάθηκε ένας εξαίρετος άνθρωπος. Είμεθα κατακεραυνωμένοι. Ο καημένος ο παππούς μου, από τον οποίο δεν μπορέσαμε να κρύψωμε το γεγονός, πεθαίνει και αυτός στις 26 Οκτωβρίου 1941. Ίσως καλύτερα διότι οι μήνες που θα ακολουθήσουν θα είναι πάρα πολύ σκληροί.
     Αργότερα τα μηνύματα του Ερυθρού Σταυρού δεν έρχονται πια με σημειώματα, αλλά μέσω του ραδιοφώνου (πριν μας το σφραγίσουν γιατί κι αυτό έγινε). Η θεία Λεία, στέλνει χαιρετίσματα σε όλους μας, με τα μικρά μας ονόματα, μην ξέροντας ότι δύο από μας δεν ζουν πια, και μεις δεν ξέραμε, ότι είχε πεθάνει προ ενός έτους
και ο άνδρας της, ο θείος Άλεκ.

(Άλεξ Ζάννου, Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ελλάδα. 1940-1944. Αναμνήσεις. Αδημοσίευτο)
http://www.snhell.gr

 πίσω στα παλιά