Showing posts with label ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΠΑΛΙΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΠΑΛΙΟΣ. Show all posts

17.11.15

TΡΟΥΜΠΑ : Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ

Τρούμπα: Η καρδιά του Πειραιά και του ρεμπέτικου

«Σιγά – σιγά όμως ερχότανε στον Περαία η εξέλιξις. Οργανώθηκε το λιμάνι του Περαία που όλοι οι εργάτες του σχεδόν ήταν κλέφτες. Έγινε ο Οργανισμός, κυκλιδώματα γύρω στο λιμάνι, ατομική που μπαίνεις και που βγαίνεις, καταδότες εργάτες εν δράσει! Καταργηθήκανε οι βαρκάρηδες με αποζημίωση, τα καράβια πλευρίζουνε στο λιμάνι. Πάνε οι μαούνες(φορτηγίδες) που ήταν άσυλο για τους κλέφτες. Επεκτάθη η Αστυνομία Πόλεων!!! Βγήκανε άλλα επαγγέλματα, μηχανικοί, καπεταναίοι, ηλεκτρολόγοι κ.λπ. Τα παιδιά τους δουλεύανε την ημέρα και εσπούδαζαν το βράδυ.Οι οίκοι ανοχής έκλεισαν. Οι ντεκέδες έσβησαν. Πήραν την σκυτάλη οι τουρίστες, οι αριστοκράτες μας κ.λπ. Οι ταβέρνες έκλεισαν. Αμανές δεν ακούγεται τα βράδια στους κοντινούς δρόμους γιατί είναι φωτισμένοι και μπεκρήδες δεν υπάρχουνε. Οι μπαράγκες των συνοικισμών χάθηκαν και έγιναν διώροφα και τριώροφα σπίτια! Τα κοτέτσια και τα καταγώγια της Δραπετσώνας γκρεμίστηκαν και υψώθηκαν οκταώροφες πολυκατοικίες. Το Κολωνάκι του Πειραιώς! Ο μαραγκός, ο σουβαντζής, ο κάθε εργάτης έχει το αυτοκίνητό του ή την βέσπα του. Και αντί για ούζο ή κρασί, η κόκα – κόλα και η πορτοκαλάδα έχει το λόγο …».(1)

Μ’ αυτό το, ας μας επιτραπεί ο όρος, “λαϊκό ρέκβιεμ”, περιγράφει, ήδη από το 1975, στα απομνημονεύματά του, ο στιχουργός του ρεμπέτικου κι άγριος μάγκας και νταής του Πειραιά Νίκος Μάθεσης - Τρελάκιας (1907-1975), το “τέλος μια εποχής” για τον Πειραιά. Και πράγματι, ο Μάθεσης “θρηνεί” το τέλος των ημιπαράνομων χώρων του Πειραιά, της Δραπετσώνας αλλά και της Τρούμπας, και την εξαφάνιση των οίκων ανοχής, των τεκέδων, των καφέ αμάν, των καφέ κονσέρ και των καφωδείων. Η καρδιά του Πειραιά και του ρεμπέτικου, η Τρούμπα, είχε μεν πάψει πια να χτυπά, αλλά, έμελλε, να ζήσει για πάντα μέσα στα τραγούδια και στις λαϊκές αφηγήσεις των ρεμπετών.

Μια τρόμπα που έγινε η φημισμένη Τρούμπα

Σύμφωνα με την παράδοση, η Τρούμπα του Πειραιά πήρε την ονομασία της από μια τρόμπα (αντλία) που ήταν τοποθετημένη στην περιοχή, στη, σημερινή, οδό της Β΄ Μεραρχίας κι από την οποία αντλούσαν νερό τα αγκυροβολημένα πλοία του λιμανιού του Πειραιά, αλλά κι οι αμαξάδες (2). Όταν μιλάμε για Τρούμπα, εννοούμε ένα οικοδομικό τετράγωνο, που ξεκινά από την Ακτή Μιαούλη και περικλείεται από τις, οδούς Φιλελλήνων, Κολοκοτρώνη και Σωτήρος Διός. Στη μέση αυτού του τετραγώνου της Τρούμπας βρίσκονται οι κεντρικοί της δρόμοι, οι οδοί Φίλωνος και Νοταρά.

Η Τρούμπα του Μάθεση και του Λαπαθιώτη

Μια από τις πιο αυθεντικές λαϊκές περιγραφές της Τρούμπας βρίσκεται στα απομνημονεύματα του ρεμπέτη Νίκου Μάθεση – Τρελάκια, που δημοσιεύτηκαν, στην πλήρη μορφή τους, από τον γράφοντα. (3) Γράφει ο Μάθεσης για τον προπολεμικό Πειραιά και την Τρούμπα:

«Ο Περαίας πριν μισό αιώνα (4) με τα καταγώγια του, τους ντεκέδες, τα μπαρμπουταντζίδικα, τα Βούρλα και τα καφέ – σαντάν του … Ο Περαίας με τους νταήδες του, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών …

… Τότες ο Περαίας ήταν πολύ άγριος. Από τη μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλα, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες στο δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Τι να έκανε ; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Περαία μες στα λυσσασμένα τσακάλια. Πρωτοδικείο, Εισαγγελία δεν είχε τότε ο Περαίας! Απ’ την Αθήνα κατέβαιναν οι νωματαρχέοι νταήδες να επιβάλλουν την τάξη και να συλλάβουν κανέναν επικίνδυνο καταζητούμενο. Ο Μαρούδας και ο Γαλιγάλης, οι μάγκες είχανε συνθέσει και στίχους για τους μόρτες καταδότες και ας μην τους ήξεραν και το τραγουδούσαν παίζοντας το μπουζούκι τους:

Που ’σουνα και ήλθες πάλι
ρουφιανιά του Γαλιγάλη.
Η πουστιά μας του Μαρούδα
άσπρα μούρα μαύρα μούρα.

ή

Πουστιά του Μαρούδα
και ρουφιανιά του Γαλιγάλη
έφυγες και ήλθες πάλι.

Ο Πειραιάς τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο τα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες τότε δε βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον ντρόπο τους και πηδάγανε και τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμιά δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια ήταν οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ’ την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ’ τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να στεφανωθεί, απαραίτητος κανών!!! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός!

Καφωδεία ο Πειραιάς είχε πολλά γύρω στην Ντρούμπα. Απάνω στο πάλκο έπαιζαν τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικα κ.λπ. Κάτω στο πάλκο ορχήστρα ευρωπαϊκή, πιάνο, βιολί και τζάζι για ταγκό κ.λπ. Και μπροστά χαμηλά, σχεδόν κάτω ήταν δώδεκα κορίτσια σε παράταξη άβαφτες Γερμανίδες που έπαιζαν με την σειράν τους βιολιά. Αυτή την διαρρύθμιση είχαν όλα τα καφωδεία της Τρούμπας. Οι φόνοι εκεί γινόντουσαν συχνότατα. Αφού του έτρωγε τα λεπτά του και τον έκανε στούπα, του έλεγε να την περιμένει απέξω! Και η αρτίστα έβγαινε αγκαζέ με τον ντερβίση της, αλλά και ο άλλος ο επαρχιώτης άγριος και το ψυχικό γινότανε …

Επίσης και τα παιχνίδια ήταν πάνπολλα (λέσχες). Μέσα κάθε καρυδιάς καρύδι, μπράβοι, αβανταδόροι, μούτρα, να μπουν αμέσως στη φυλακή σε ένα γνέμα! Φόνοι πιο πολλοί στα παιχνίδια γιατί έχανες τα λεπτά σου, ίσως και ξένα που στα είχαν εμπιστευθεί να τους ψωνίσεις κάτι πράγματα. Και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι και …

Όσο για μάγκες, δηλαδή ρεμπέτες, κάθε συνοικία είχε τους δικούς της. Αν ακουγότανε κανένας ρεμπέτης καλός με πράξεις σωστές ρεμπέτικες, δηλαδή παλληκαρίσιες εξηγήσεις, τότε ακουγότανε και στον Πειραιά, δηλαδή στη καρδιά του Πειραιά. Στα παιχνίδια που είχαν οι νταήδες οι αναγνωρισμένοι … Έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του και από μαχαλόμαγκας αφανής γινότανε διεθνής. Αναγνωριζότανε από όλες τις συνοικίες, αλλά πως; Έπρεπε με έργα και όχι με λόγια, να μαλώσει, να μαχαιρώσει, να μπιστολίσει, να τραυματίσει καλόν νταή ανεγνωρισμένον, ασχέτως εάν δεν πήγε στην φυλακή. Μηνύσεις δεν γινόντουσαν, θα καθαρίζανε στον δεύτερο γύρο που θα έβγαινε ο χτυπημένος απ’ το νοσοκομείο … Η αστυνομία το μάθαινε και ερχότανε να σου πάρει κατάθεση και εσύ τους έλεγες ότι έπεσες από ένα μικρό γκρεμό και σου μπήκαν κάτι σίδερα στην κοιλιά … και σου έλεγε μακάρι μόλις βγεις να σου μπούνε κι άλλα να ησυχάσουμε από εσάς τα τομάρια … Αν όμως έκανες μήνυση κατέρρεες αυτομάτως και όλοι οι μάγκες είχαν να κάνουν με σένα και να σε ξεφτιλίζουν … Τέτοια γινόντουσαν που και που, μάλλον από γερασμένους νταήδες και από φιγουρατζήδες ρεμπέτες …

Όσο για μπουζούκια, ο Πειραιάς με τις γειτονιές τις μάγκικές του ήτανε μια ορχήστρα πλήρης. Μέρα και βράδυ από όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας(χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαριλίκι. Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κανά παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο – φυλακή. Έτσι λεγότανε η φυλακή για να μην καταλαβαίνουν οι ανίδεοι … Παιδιά κάτω των 20 χρόνων και ανώμαλοι απαγορευότανε η είσοδος διά καρπαζάς, σβουριχτής και κλοτσάς! Εδώ το νταραβέρι είναι του τάδε και συχνάζει όλο το σκυλολόι …».(5)

Στην Τρούμπα διαδραματίζεται κι η υπόθεση της νουβέλας «Το τάμα της Ανθούλας» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. (6) Όπως επισημαίνει κι ο Γιάννης Παπακώστας, που έχει τη φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης: … ένα μέρος αναφέρεται στον κόσμο του περιθωρίου ή καλύτερα στον χώρο του υποκόσμου, με βασικά στοιχεία τη σωματεμπορία, τον τζόγο και ιδίως τα ναρκωτικά … με κυρίαρχο στοιχείο τους τεκέδες, όπου συγκεντρώνονται δραπέτες των φυλακών, λιποτάκτες, ναρκομανείς, σωματέμποροι και γενικότερα ο κόσμος της νύχτας … Στο κέντρο(της νουβέλας) βρίσκονται άλλοτε μεμονωμένα άτομα κι άλλοτε ομάδες ατόμων, ενταγμένα στον ίδιο περίπου χώρο του Πειραιά(Τρούμπα, φτωχογειτονιές, λιμάνι).» Και βέβαια, ο Λαπαθιώτης ήταν ο ίδιος θαμώνας των συγκεκριμένων χώρων και περιοχών, ως κυνηγός “τεχνητών παραδείσων” κι άρα αυτόπτης μάρτυρας των συνθηκών που κατέγραφε, αφού επισκεπτόταν τους «τεκέδες της Τρούμπας για να φουμάρει με τους ντερβίσηδες», κάτι που, φυσικά, αντικατοπτρίζεται και στη νουβέλα του, «αφού ο χώρος όπου αναφέρεται ένα μεγάλο μέρος αυτής είναι η Τρούμπα και βέβαια η Πειραϊκή.». «Κοντολογίς», όπως συνοψίζει ο Παπακώστας, «έχουμε ένα πεζό με έκδηλα τα στοιχεία της προσωπικής εμπειρίας … ένα δράμα, μέσω του οποίου προβάλλει η ζωή του ίδιου και του κύκλου του στους τεκέδες της έρημης Πειραϊκής ακτής και στα συναφή στέκια της Τρούμπας».(7) Αξίζει να μεταφέρουμε εδώ την περιγραφή ενός τεκέ και των όσων διαδραματίζονταν μέσα σ’ αυτόν, όπως καταγράφεται στη νουβέλα του Λαπαθιώτη:

«Η παρέα, μες στη σπηλιά του Νταλαβέρη, τραγουδούσε. Πρώτα το ’φερνε ο Ντάνας, με τη βαριά του, τη βραχνή φωνή, κ’ ύστερα το ’παιρναν οι άλλοι, στη σειρά, και το ξαναγύριζαν απ’ όλες τις μεριές, θρηνητικά, μονότονα, με πάθος – με τα γυαλωμένα τους τα μάτια, σαν καρφωμένα σ’ έναν εφιάλτη, με τις μεγάλες κόρες τους ακίνητες, σα φλογισμένες από μιαν ανείπωτη λαχτάρα, σαν απολιθωμένες σε μιαν έκσταση, σα φαγωμένες και πυρπολημένες από κάποιους έξαλλους και μαύρους πυρετούς:

Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

Ο αέρας ήταν μολεμένος απ’ τη βαριά θολούρα του καπνού, απ’ τις ζεστές και σφυριχτές ανάσες, απ’ την υγρή τη μυρουδιά της μούχλας, που πλημμυρούσε γύρω τους τοίχους της σπηλιάς. Ένα καντηλάκι τρεμόσβηνε στην άκρη, κ’ έριχνε πέρα, στα σκαμμένα βράχια, τις μεγάλες του σκιές, που παίζανε, κι αυτές φανταστικά. Ήταν καθισμένοι όλοι χάμου, στριμωγμένοι σ’ έναν στενόν κύκλο, άλλοι σταυροπόδι κι άλλοι πεσμένοι δίπλα, κι άλλοι τ’ ανάσκελα, βαριά μαστουρωμένοι, με τα’ απλανή, τα’ αλλοίθωρά τους μάτια, σβησμένα και χαμένα στο κενό. Ήταν οι περισσότεροι ξυπόλητοι. Κι αυτοί που ήταν καθισμένοι σταυροπόδι περνούσαν κάθε λίγο το μαρκούτσι, ένας στον άλλο, με μονότονες κινήσεις, βαριές, μηχανικές, ληθαργικές. Κ’ έκλαιγαν, πιο πολύ που τραγουδούσαν. Κι ο πνιγηρός, πηχτός καπνός, ανέβαινε ντουμάνι:

Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

Κι ο ναργιλές γουργούριζε στη μέση – και κείνοι ήταν στοιβαγμένοι γύρω, κι όλο ρουφούσαν μ’ αγκομαχητά, σαν άνθρωποι που κρύβουν τον καϊμό τους, τον θάβουν στα κατάβαθα της γης, γιατί δεν πρέπει να βγει ποτέ στο φως, γιατί δεν πρέπει να τον δει το φως και φοβηθεί … Μόνος ο Νταλαβέρης ήταν σκυφτός στη μέση, και φυσούσε, που και που, το ναργιλέ, κι έβανε κάρβουνα, κι άλλαζε τουμπεκί. Και το μαρκούτσι γύριζε στα διψασμένα στόματα, γύριζε χωρίς να κάνει στάση, σα μια μεγάλη κολασμένη βρύση, που τη ζητούν, τη λαχταρούν τα χείλη κ’ οι καρδιές, λες για να πνίξουν το βαρύ τους άχτι, μ’ έν’ άλλο, πιο βαρύ και πιο πικρό … Κι ο γοερός, αλλόκοτος σκοπός, όλο γυρνούσε και ξαναγυρνούσε, κι ο καϊμός του, κ’ η αλλοφροσύνη του, έσκαβε και βαθούλωνε τα βράχια. Και το καντηλάκι, φοβισμένο, σπαρταρούσε μες στα σκοτεινά, κάνοντας να χορεύουν οι σκιές – σα να ζητούσε από κάπου μια βοήθεια, μες στο πέλαγος εκείνο του καϊμού, που τράνταζε και σάρωνε τα πάντα:

Μαν – νά – κι μου, μαν – νά - κι μου … ,

πο – νεί το κε – φα – λά - κι μου … !».(8)


Χρόνια μες την Τρούμπα: Τραγούδια για την Τρούμπα
Άλλη μια εικόνα της Τρούμπας μας δίνουν και τα τραγούδια εκείνα που αναφέρονται στη γειτονιά αυτή του Πειραιά. Παρουσιάζουμε στη συνέχεια (αλφαβητικά) κάποια, ενδεικτικά.

Ο ΚΩΤΣΟΣ Ο ΚΕΦΑΛΑΣ (9)

Μες στον Περαία μια βραδιά,
στου Τσελεπιού τη σκάλα,
έναν λεβέντη σκότωσαν
τον Κώτσο τον Κεφάλα.

Ζούλα το χασίσι, ζούλα,
σαν το γέρο τον Μασούρα.

Τον έκλαψ’ όλος ο ντουνιάς
και όλα τα ζεϊμπέκια,
γιατί όλοι τον ξέρανε
με το λουλά στα χέρια.

Ζούλα τον εφάγαν, ζούλα,
σαν το γέρο το Μασούρα.

Η Τρούμπα τώρα μοναχιά,
και μια κοπέλα κλαίει
και με παράπονο πικρό
όλο κλαίει και λέει:
-χήρα τώρα η κακομοίρα,
αχ, γιατί μ’ αφήνεις χήρα.

Το τραγούδι είναι του Μπαγιαντέρα (Δημήτρη Γκόγκου). Ο Ηλίας Πετρόπουλος («Ρεμπέτικα τραγούδια») σημειώνει: «Ο Τάσος Σχορέλης, που το πρωτοδημοσίευσε, επεξηγεί ότι ο Κεφάλας ήτανε ξακουστός νταής. Τον σκότωσε κάποιος άλλος μάγκας, χτυπώντας τον πισώπλατα».

Ο ΚΩΤΣΟΣ Ο ΚΕΦΑΛΑΣ
(παραλλαγή)(10)

Ήταν σε όλα όμορφος,
σε όλα του ξεφτέρι
το πιο μεγάλο ήτανε
της Τρούμπας το μαχαίρι.

Η Τρούμπα τώρα έρημη,
χωρίς παλικαράκια
οι δρόμοι της ρημάξανε,
χαθήκαν τα βλαμάκια.

Σύμφωνα με τον Πετρόπουλο (βλ. ό.π.) πρόκειται για «Παραλλαγή του τραγουδιού για τον νταή Κεφάλα, γραμμένη και συνθεμένη – μάλλον προπολεμικώς – από τον Μπαγιαντέρα. Την πρωτοδημοσίευσε ο Σχορέλης».

troumpa_9.jpg


Ο ΠΕΙΡΑΙΑΣ (11)

Πολλά τραγούδια έγραψαν,
Περαία μου για σένα,
γράφω κι εγώ στη σούρα μου
με τη σειρά μου ένα,
γεια σου Περαία αθάνατε,
της εργατιάς κολόνα,
Πασαλιμάνι, Κοκκινιά,
Ταμπούρια, Δραπετσώνα.

Κούπες κρασί αμέτρητες
στην Τρούμπα θα ρουφήξω
και στο Χατζηκυριάκειο
στουπί θα καταλήξω,
γεια σου Περαία αθάνατε,
απόψε κάνω γιούργια
στη Ζέα στα Λιπάσματα
και στα γνωστά Ταμπούρια.

Γεια σου Περαία αθάνατε,
χιλιοτραγουδισμένε,
κάνεις καρδιές να χαίρονται,
κάνεις καρδιές να κλαίνε,
χαρές και πίκρες μας κερνάς,
ανάμιχτες, χαρμάνι,
το καλώς ήρθες κι έχε γεια,
που λένε στο λιμάνι.

Σημειώνει ο Πετρόπουλος (ό.π.): «Ζεϊμπέκικο του Γενίτσαρη. Χτυπήθηκε σε δίσκο, στις 3 – 7 – 1954, με τους Καζαντζίδη και Κλειδωνάρη.».

ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΠΡΑΣΣΟ (12)

Ρε συ Νότη πρασσαντζή
πάμε τσάρκα ρε μαζί
όπλα όπλες!
μες στην αγορά θα πάμε
εκεί θα τα κονομάμε
μες την αγορά θα πάμε
έξυπνα θα κονομάμε.

Εγώ πρώτος θα περμάρω
Νότη να σε αβαντάρω
μηχανή εγώ θα φτιάσω
για να φας εσύ το πράσσο(δις)

Κι αν μας πάρει κανείς πρέφα
δίνομε κι αυτού την ρέπα
για να μην μας την καρφώσει
στα λαγονικά μας δώσει(δις)

Γιατί μες την αγορά
είναι τα λαγονικά
που στ’ αμίλητα σ’ αρπάνε
και στην Τρούμπα σε πετάνε.

Τραγούδι (μουσική και στίχοι) του Μανώλη Χρυσαφάκη (πρώτη εκτέλεση: Ρίτα Αμπατζή).

ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΑΛΗ (13)

Μια φορά στην Αμφιάλη
του τη φέραν του Μιχάλη
του τη φέραν του Μιχάλη
μια βραδιά στην Αμφιάλη.

Πως πουλούσε με το δράμι
κουλουράκια με σουσάμι
κουλουράκια με σουσάμι
τα πουλούσε με το δράμι.

Ένα κι ένα κάνουν δύο
πέστε του Μιχάλη αντίο
δύο κι ένα κάνουν τρία
τον γραπώσαν τα θηρία.

Άλλη μια βραδιά στην Τρούμπα
αμολήσανε καλούμπα
αμολήσανε καλούμπα
άλλη μια βραδιά στην Τρούμπα.

Πούλαγε ζεστή τουλούμπα
κι έτσι έπεσε στη λούμπα
έτσι έπεσε στη λούμπα
γιατί πούλαγε τουλούμπα.

Ένα και ένα κάνουν δύο
πέστε του Μιχάλη αντίο
Δύο κι ένα κάνουν τρία
Τον γραπώσαν τα θηρία.

Ποιος του φταίει του Μιχάλη
το ξερό του το κεφάλι
το ξερό του το κεφάλι
να ποιος φταίει του Μιχάλη.

Είχε κρύψει στο συρτάρι
φούντες – φούντες το χορτάρι
φούντες – φούντες το χορτάρι
είχε κρύψει στο συρτάρι.

Ένα κι ένα κάνουν δύο
πέστε του Μιχάλη αντίο
δύο κι ένα κάνουν τρία
τον γραπώσαν τα θηρία.

Θα τους στείλουμε λουκούμια
τώρα που ’γινε σαν μούμια
τώρα που ’γινε σαν μούμια
θα τους στείλουμε λουκούμια.

Να τα τρώει στο κελί του
να χτυπάει την κεφαλή του
να χτυπάει την κεφαλή του
στο μακρόστενο κελί του.

Ένα κι ένα κάνουν δύο
πέστε του Μιχάλη αντίο
δύο κι ένα κάνουν τρία
τον γραπώσαν τα θηρία.

Μια βραδιά στην Αμφιάλη
του τη φέραν του Μιχάλη
του τη φέραν του Μιχάλη
μια βραδιά στην Αμφιάλη.

Άλλη μια βραδιά στην Τρούμπα
αμολήσανε καλούμπα
αμολήσανε καλούμπα
κι έτσι έπεσε στη λούμπα.

Ένα κι ένα κάνουν δύο
πέστε μας κι εμάς αντίο
δύο κι ένα κάνουν τρία
και τελειώνει η ιστορία.

Τραγούδι των Σταύρου Ξαρχάκου και Νίκου Γκάτσου (πρώτη εκτέλεση: Τάκης Μπίνης).

http://www.e-orfeas.gr

Πίσω στα παλιά

www.lidoriki.com

19.3.15

Η ΑΝΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ “ ΘΗΣΑΥΡΟΥ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ “

 

10547513_616262578492147_1159347088941304418_n
Ἑλληνοϊστορεῖν
25/7/1959. —

Στον Πειραιά, στο ίδιο σημείο όπου λίγες ημέρες νωρίτερα βρέθηκε το χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνος, ανακαλύπτονται ένα υπερφυσικού μεγέθους άγαλμα της Αθηνάς και ένα της Αρτέμιδος.

Όλα τους είναι χάλκινα και απαράμιλλης τέχνης και ομορφιάς. Αναπάντητο παραμένει το ερώτημα ποιός και γιατί συσκεύασε και φύλαξε τα αγάλματα. Γνωστότερα όλων των ευρημάτων, είναι ο μοναδικός σωζόμενος χάλκινος Κούρος της αρχαϊκής εποχής που απεικονίζει τον Απόλλωνα, τα δύο αγάλματα της Αρτέμιδος και της Αθηνάς, καθώς και ένα προσωπείο· όλα του 4ου αιώνος π.Χ.

Η σχεδόν ταυτόχρονη ανακάλυψη των τεσσάρων χάλκινων αγαλμάτων, χαρακτηρίστηκε από τους επιστημονικούς κύκλους ως, η «ανεύρεση του θησαυρού του Πειραιά», μιάς και μέχρι τότε, χάλκινα αγάλματα φυσικού μεγέθους και μάλιστα κλασσικών χρόνων, υπήρχαν λιγοστά στο αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών, προερχόμενα από ναυάγια.

[ Φωτογραφία: Η ανακάλυψη των αγαλμάτων της Αθηνάς και της Αρτέμιδος.

(«Εις ελαχίστην απόστασιν, μερικών εκατοστών του μέτρου, ευρέθησαν την 25ην Ιουλίου 1959 τα αγάλματα της Αθηνάς και της Αρτέμιδος, ως εις την παρατιθεμένην φωτογραφίαν, ήτις ελήφθη επίσης προτού τα αγάλματα ανασυρθούν εκ της θέσεως, εις ην είχον ταφή». Περιγραφή από άρθρο του Ιωάννου Αλεξάνδρου Μελετοπούλου. ΠΕΙΡΑΪΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ. Από το ανάτυπον εκ της ετησίας εκδόσεως «Πειραιάς 1960». Πηγή φωτογραφίας: http://bit.ly/1pgeLuX) ]

[Από το Ελληνικό Ημερολόγιο http://eistorias.wordpress.com/]

http://alfeiospotamos.gr

 Πίσω στα παλιά !

18.5.14

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

 

Κυριάκος Σερφιώτης

Οι πρώτες δημοτικές εκλογές στον Πειραιά χάνονται μέσα στο σκοτάδι της έλλειψης στοιχείων...

Μετά τη μετάθεση της πρωτεύουσας στην Αθήνα, ήταν κοινό μυστικό ότι ο Πειραιάς προοριζόταν για το κεντρικό εμπορικό λιμάνι. Το 1833, με τη συγκρότηση των δήμων, οι κάτοικοί του ήταν γύρω στους 200, ίσως και κάτι παραπάνω. Σίγουρα όμως όχι 300, που ήταν το ελάχιστο όριο ώστε να ανακηρυχθεί δήμος.

Κανονικά έπρεπε να συνενωθεί με τον πλησιέστερο δήμο που ήταν της Αθήνας. Οι τότε κάτοικοι όμως ζήτησαν από την αυλική κυβέρνηση να εξαιρέσει τον Πειραιά «ως μέρος το οποίον νεωστί σχηματίζεται». Οι πρώτοι πειραιώτες κάτοικοι (πέντε τον αριθμό) καταγράφονται από το 1829 και την επόμενη πενταετία θα φτάσει το πρώτο κύμα εποικιστών –κυρίως Υδραίων. Το αίτημα έγινε δεκτό.

Οι εκλογές ορίστηκαν για τις 14 Δεκεμβρίου του 1835. Το γνωστό είναι πως το πρώτο δημοτικό συμβούλίο συνέρχεται έπειτα από λίγες μέρες. Πώς έγιναν, πόσοι ψήφισαν και ποιοι ήταν οι «μάλλον φορολογούμενοι» που περιλήφθηκαν στον εκλογικό κατάλογο αποτελούν άγνωστες λεπτομέρειες.

Πρώτος δήμαρχος Πειραιά διορίζεται από τον Νομάρχη Αττικής ο υδραίος Κυριάκος Σερφιώτης (άγνωστο αν προτάθηκαν άλλοι δύο, όπως ήταν το κανονικό) και στις 29 Δεκεμβρίου λαμβάνεται και η πρώτη απόφαση για τη λειτουργία της δημοτικής αρχής.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/10#ixzz324j6oza1

8.3.14

O NYXΤΟΠΕΡΠΑΤΗΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑΣ

 

Σε προηγούμενο σημείωμά μας, με τίτλο «Ο αμαρτωλός Πειραιάς», ολοκληρώναμε με τη διαπίστωση ότι η αναφορά σ’ένα τόσο ζωντανό λιμάνι δεν τελειώνει τόσο εύκολα. Επανερχόμαστε λοιπόν σήμερα, με ένα νυχτερινό οδοιπορικό στα κακόφημα μαγαζιά της «Τρούμπας», όπως το απολαύσαμε κι εμείς νοερά, ξεφυλλίζοντας τη «Χρεωκοπία» του 1933.
«Είνε Σάββατο βράδυ. Είμαι με την παρέα μου γι’ άλλη μια φορά στην Τρούμπα. Ο πιο ζωηρός της παρέας ρίχνει το σύνθημα: Πάμε στα μπαρ!... Είνε η πιο συνηθισμένη φράσις που ακούει κανείς στην Πειραϊκή προκυμαία, μόλις σταματήση ο θόρυβος των βαποριών, κι’ η νύχτα σκεπάση το λιμάνι, απ’ τη μια ως την άλλη άκρη, με τη σκοτεινιά της.
Μπαρ, υπάρχουν βέβαια πολλά στον Πειραιά, ένα απ’ αυτά είνε το «Εξπορτ-Μπαρ». Μια στενόμακρη αίθουσα, με την απαραίτητη διακόσμηση των χρωματιστών χαρτιών και των σημαιών, που έχουν σκοπό να κολακεύσουν κάθε εθνικότητος μουστερή

(σ.σ. πελάτη). Σημαιούλες, ελληνικές, ιταλικές, εγγλέζικες, αμερικάνικες και… γιαπωνέζικες!
Ο μπουφετζής κάθεται βλοσυρός στον πάγκο, κι’ η χιλιοβαμμένες γκαρσόνες σερβίρουν γελαστές στην πελατεία τα πιοτά. Η κιθάρα σε μια γωνιά παίρνει και δίνει.

Οι αναστεναγμοί της γεμίζουν όλη την θολή ατμόσφαιρα του καταστήματος, την κάνουν πιο θολή απ’ ότι είνε. Κι’ η γκαρσόνες, δυστυχισμένα γυναικεία ναυάγια, που η κάθε μια είνε κι’ ολόκληρο μυθιστόρημα μιας ζωής, κατά τη συμπάθειά τους και κατά το πουρμπουάρ που ελπίζουν να πάρουν, σκορπούν και τα κρυφοχαμόγελά τους στην πελατεία του μαγαζιού.
Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το μπαρ, όπου τραγουδούν οι δύο τυφλοί Κρανιδιώτες αδελφοί, οι πασίγνωστοι στους ναυτικούς ξενύχτηδες, Στέλιος και Παναγιώτης. Ο ένας παίζει κιθάρα κι’ ο άλλος μπάντζο. Κι’ η παθιάρικη φωνή τους, που είνε πικρός στεναγμός, απλώνεται σ’ όλα τα γύρω μπαρ και στο στενό, όπου έχουν μαζευθή κάμποσες σκοτεινές σιλουέττες και τους ακούνε. Άντρες και γυναίκες, ελαφρών ηθών, νυχτερίδες της νύχτας, σταματούν να τους ιδούν.
Τους μπεκρήδες κι’ αν δικάσουνε άδικα θα με κρεμάσουνε,
Για να ξεχνάω τα κοπανάω τις νύχτες και τα δειλινά…

Και μια-μια η παρέες που τριγυρνούν στο δρόμο, γλυστρούν μέσα και τα κοπανούν, κατά το τραγούδι των μουσικών, για να ξεχνούν τα βάσανά τους.
***
Στο Καφέ-Μπαρ Πατάκα έχει εκστρατεύσει ολόκληρο το ναυτικό. Το άσπρο καπελλάκι γυαλίζει μέσα στο μισοσκόταδο και κυριαρχεί απ’ τη μια γωνιά ως την άλλη. Οι πολίτες, είνε πολύ λιγώτεροι απ’τους ναύτες, κι’ η γυναίκες του μαγαζιού δείχνουν προτίμησι στο… πολεμικό ναυτικό.
Αυτό όμως δεν εμποδίζει μια γερή παρέα να γλεντοκοπάη μέσα στη μέση, διασκεδάζοντας, με το χορό τους και το βραχνό απάχικο τραγούδι τους, όλους τους θλιβερούς τύπους του δρόμου, που χαμογελούν στην αντιφεγγιά των φώτων του μαγαζιού. Ως που καταφθάνουν, διωγμένοι ποιος ξέρει από πού, πέντε έξη πλανόδιοι φωνογραφιτζήδες κι’ ενισχύουν την «ορχήστρα» του καταστήματος με τα τραγούδια των δίσκων που γυρίζουν, τραγουδώντας τους δικούς τους σκοπούς…
Παρόμοιες σκηνές στο μπαρ «Κυκλάδες και Δωδεκάνησα», κι’ άλλες όμοιες στο μεγάλο διανυκτερεύον καφφωδείον «Διεθνές».
Στο τελευταίο αυτό, η δώδεκα φυλές του Ισραήλ γλεντοκοπούν, σκορπισμένες στα τραπεζάκια με γυναίκες, που χαχανίζουν με κάθε νόστιμο κι’ άνοστο αστείο του πελάτου των. Όλοι ακούν και χειροκροτούν την σαντέζα, που απάνω στον πάγκο και υπό συνοδείαν ορχήστρας, σκορπάει τα ξεφωνίσματά της σαν κορίστα πλανοδίου θιάσου που… κρυολόγησε. Αδιάκοπα η φιάλες σερβίρονται στις εύθυμες παρέες, μαζί με τα καθ’ υποχρέωσιν μειδιάματα της σαντέζας, που στρογγυλοκάθεται στο τραπέζι της παρέας, προσκαλεσμένη ή απρόσκλητη.
Κι’ έξω στο δρόμο;
Η θλιβερώτερες εικόνες της πειραϊκής νύχτας, που μπορεί να συναντήση κανείς. Αλήτες που χόρτασαν αναζητώντας κάτι φαγώσιμο στα… σκουπίδια, μεθυσμένοι που παραπατούν, άστεγοι που δεν έχουν κρεββάτι, και γυναίκες ελαφρών ηθών, που ζητούν στο σκοτάδι καμμιά ευκαιρία. Όλοι κυκλοφορούν σαν θλιβερές σκιές στους ίδιους δρόμους, που φωτίζονται αμυδρότατα από τα φώτα των μπαρ και των καφφέ-σαντάν,

ή από τα αδύνατα αντιφεγγίσματα των φώτων του λιμανιού».
Περασμένες τρεις…
«Είνε περασμένες τρεις. Ξέκοψα απ’την παρέα μου, και κατέληξα σ’ ένα υπόγειο λαϊκό καμπαρέ. Τέσσαρα σκαλιά, φθαρμένα από την πολυχρησία. Αριστερά και δεξιά της εισόδου, παραστατικές εικόνες θηρίων της λίθινης εποχής, δεινοσαύρων, λεόντων και πολλών άλλων… δεινών. Στην μετώπη του «μαγαζιού», ένα νυσταλέο, ασθματικό και ψωραλέο λαμπιόνι φωτίζει τσαλακωμένην ταμπέλλα: «Η κόλασις και ο παράδεισος».
Κατέβηκα τα σκαλιά. Ετοιμαζόμουν να προχωρήσω, όταν ένας ψηλομελαχροινός και φρακοφορεμένος «κύριος», όλος τσακίσματα, έσπευσε να με υποδεχθή:
-Περάστε κύριος εντός! Θα δήτε πράματα και θάματα που θα θαμάξη ο νους σας.
Προχώρησα, αφού εφρόντισα να… κουμπωθώ επιμελώς. Ο φρακοφορεμένος κύριος μου προσέφερε κάθισμα, ενώ μου πάσσαρε τον τιμοκατάλογο.
-Σαμιαμίδι! Γκαρσόν! Κύτταξε τον κύριο και πες στον Μπούζε Μοχίκα να το «φουμάρη» στην τρίχα. Εννόησες; Με το μπαρντόν κύριος θα σας ξηγήσω το περί φουμάρισμα.

Όταν λέμε δηλαδής να το «φουμάρη», εννοούμε, ούτω πως, να το λαλήση, να πη το τραγουδάκι της μόδας. Εννόησες;
Το «Σαμιαμίδι», γκαρσόνι λιγνό, τσαλακωμένο, βρωμερό και… κομψεπίκομψο, έτρεξε να διαβιβάση την εντολή του μαγαζάτορα.
-Περί Μοχίκα, έχετε εντίληψι; με ρώτησε ο φρακοφορεμένος κύριος.
-Θα είνε ο τενόρος του «παραδείσου».
-Μονάχα τενόρος; Και μπάσος και κοντραμπάσος, κι’ό,τι βάνει ο νους του ανθρώπου. Φωνή μέλι. Κρύσταλλο τίμπρο. Μιμείται ακόμη και τον ψιττακός, την αιξ και την μπουρού… Είνε Ισπανός, παρακαλώ. Βεριτάμπλος και κατ’ευθείαν από τις Βρυξέλλες. Εννόησες;
Ο εντολοδόχος Ισπανός πολύφωνος… αοιδός, ήταν ψηλός ξερακιανός, ξηροψημένος και διαφανής. Φορούσε μαύρη φλοτάν γραββάτα, λαιμοδέτη σκληρό, σακκάκι φράκου, γυρισμένο τ’ ανάποδα, πανταλόνι ρετσίνα και μπομπίνια κουμπωτά εποχής.

Όλη του η ύπαρξις ήταν ζήτημα αν εζύγιζε πενήντα κιλά.
Όταν έλαβε την εντολή να το «φουμάρη», κορδώθηκε, εκύτταξε αριστερά και δεξιά, εχαμογέλασε στην «κυρία» που έπινε στη γωνιά την… πάστα της, έκλεισε το δεξί μάτι –το αριστερό ήταν κλεισμένο εκ… γενετής- στον ευσταλή τσολιά και τον αχαμνόοντα ναύτην και, δίνοντας ένα «γιακά» στο πλατύ μέτωπο του «πιανίστα», εξεκίνησε:
Ο πιανίστας ετάραξε τα πλήκτρα, ο τενόρος εγαύγισε, τσίριξε, «φουμάρισε» και το… πρώτο μέρος του προγράμματος πήρε τέλος.
Εκάλεσα τον μαγαζάτορα:
-Συγγνώμην. Έχετε πολλούς τέτοιους τενόρους στο μαγαζί;
-Ένας είνε ο Μπούζε Μοχίκα. Θέλετε να σας τον γνωρίσω; Σαμιαμίδι! Ξηγήσου του Ισπανού.
Ο Ισπανός τενόρος πλησίασε με βήματα χορευτικά, λικνιστικά και… φουτουριστικά. Αυτοσυστήθηκε, υποκλινόμενος:
-Μπούζε Μοχίκα. Τενόρο, Ισπανό. Το κύριος;
Του είπα το όνομά μου:
-Και συ ξένο είνε. Εγκώ γκενήθηκες στο Κόγκο της… Ισπανίας.
Και σκύβοντας μου ψιθύρισε στ’αυτί εμπιστευτικά:
-Ονομάζομαι Γιαννάκης Νταραβέρης ή Σούφρας ή Χασούρας. Δεν το κρατάει η ψυχή μου να σε κοροϊδέψω. Αλλά ένεκα η ξενομανία, ονομάστηκα Μοχίκα. Εμπήκες;
-«Τραβιατόρε», σόλο πιάνο! Τσίριξε κάποιος «κύριος» από τη δεξιά γωνία.
Ο πιανίστας ανατίναξε την… χαίτη του, την γκρίζα και ψωραλέα. Ανασκούμπωσε τα μανίκια του και, απλώνοντας τα δάχτυλά του θωπευτικά στα μπάσα, άρχισε να «εκτελή». Αλλά τι; Τι ακριβώς, κανένα μουσικόν ους δεν ήταν δυνατόν να καθορίση. Μάλλον ήταν μουσικό πυτσάλι από όπερες… γελεκάκι και «ντούρα- ντούρα». Οπωσδήποτε κάποτε τελείωσε. Τα παλαμάκια βρόντηξαν. Πήγα κοντά του;
-Συγχαρητήρια, μαέστρο. Μόνο που δεν ήταν «Τροβατόρε», αλλά γελεκάκι.
Ανατίναξε τη χαίτη του:
-Γελεκάκι; Τι λέτε; Έγινε αυτό το τερατώδες λάθος;
-Περίπου…
-Δεν είνε απίθανο. Υπάρχει όμως ένα ελαφρυντικό… Βαρυακούω. Αυτή η πάθησι μου κατέστρεψε την καρριέρα μου. Με βλέπετε μένα; Βλέπετε τι κούτελο έχω; Εφτάπηχο. Μεγαλοφυία. Αλλ’εξ αιτίας της κουφαμάρας μου, κατάντησα εδώ.
-Να παρακαλήτε να κουφαθήτε κι’απ’το άλλο αυτί. Και ο… Μπετόβεν θεόκουφος δεν ήτανε; Κι’όμως διέπρεψε. Ποιος ξέρει καμμιά φορά…
-Φυσικά. Κανείς δεν ξέρει από πού θάρθη η φήμη, το μεγάλο όνομα.

Το περιμένεις χρόνια…
Ένα ποτήρι, σφενδονισμένο από τον ευσταλή τσολιά και προωρισμένο για τον αχαμνόοντα ναύτη, πέρασε ξυστά από το μέτωπο του μαέστρου.

Ο μαέστρος έφερε γρήγορα την παλάμη του στο… μέτωπό του και, χαμογελώντας,

ένα χαμόγελο όλο πίκρα και απογοήτευση, ψιθύρισε:
-Το πρώτο τρόπαιο, η πρώτη προειδοποίησις για τον ερχομό της φήμης…»

http://www.paliaathina.com

 πίσω στα παλιά

11.1.14

ΠΕΙΡΑΙΑΣ , 11 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1944

70 ΧΡΟΝΙΑ.

Το απόγευμα της 26 Απριλίου 1937 βομβαρδιστικά αεροπλάνα της γερμανικής «Λεγεώνας Κόνδωρ» ισοπέδωσαν την μικρή πόλη Γκουέρνικα, κέντρο αντίστασης των Βάσκων αυτονομιστών του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Τα θύματα αυτής της πρώτης εφαρμογής του τρομοκρατικού «βομβοτάπητα», πρόδρομου του ολέθρου της Χιροσίμα, υπολογίστηκαν σε περισσότερα από χίλια πεντακόσια.
To μεσημέρι της 11 Ιανουαρίου 1944, «Ιπτάμενα Φρούρια» της 15ης Αεροπορικής Δύναμης των ΗΠΑ, βομβάρδισαν ανελέητα τις κεντρικές συνοικίες του Πειραιά θάβοντας στα ............
ερείπια χίλιους πεντακόσιους πειραιώτες και οκτώ γερμανούς στρατιώτες. Συμμαχικές πηγές εμμένουν στην άποψη ότι αυτές οι «παράπλευρες απώλειες» προκλήθηκαν από λάθος σκόπευσης του «κατεχόμενου από τον εχθρό, λιμένος». Αλλά το λιμάνι του Πειραιά είχε ήδη εγκαταλειφθεί από τους Γερμανούς αφού το Αιγαίο Πέλαγος ελεγχόταν απόλυτα, πλέον, από τις συμμαχικές ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις. Κατά σύμπτωση, αμερικανικά αεροπλάνα ισοπέδωσαν και τα εγκαταληφθέντα από τους Γερμανούς, λόγω έλλειψης πρώτων υλών, προπολεμικά Ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Αναλυτές, μάλλον αξιόπιστοι, επεσήμαναν ότι, κατά τα τότε ισχύοντα, τα πληρώματα των αμερικανικών βομβαρδιστικών αεροπλάνων επέστρεφαν στις ΗΠΑ μετά την συμπλήρωση εικοσιπέντε μάχιμων αποστολών. Γεγονός που επαληθεύεται και από το ντοκιμαντέρ «The Memphis Belle»(http://youtu.be/Dn8tqacRXK4). Και ότι ο Πειραιάς και ο Σκαραμαγκάς αποτελούσαν «εύκολους στόχους» αφού δεν διέθεταν αντιαεροπορική άμυνα ανάλογη μ΄ εκείνη, π.χ., του Schweinfurt με τα ακαταμάχητα αεριωθούμενα Messersmith 262…
Ένα από τα λιγότερο γνωστά σχετικά χρονικά είναι και η ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά του «Αστυφύλακα Α75» που αντιγράφουμε από το http://www.koutouzis.gr/
«Εγώ, ο Α75, μαζί με άλλους 30 Συναδέλφους του Α' Αστυνομικού τμήματος Αθηνών, τρεις αρχιφύλα¬κες και τον υποδιοικητή μας Νικολόπουλο, ευρεθήκαμε κοντά στους Πειραιώτες το πρωί της 13ης Ιανουαρίου. Μας ξεφόρτωσαν από ένα φορτηγό μπροστά στον ναό του Άγίου Κωνσταντίνου. Ψιλόριχνε χιονόνερο και το διαπεραστικό κρύο πέρναγε την υγρή μπέρτα, την χοντροϋφασμένη χλαίνη και την στολή και έφτανε ως το κόκαλο. Οι αρβύλες και οι μπότες δεν βάσταγαν κρύο και έμπαζαν νερά.
Ό υποδιοικητής ανέβηκε στο απάνω σκαλοπάτι της εισόδου του ναού και μας είπε:
- «Κύριοι, ήλθαμε εδώ όπως και τόσοι άλλοι Συνάδελφοι, χθες και σήμερα, για να βοηθήσουμε την Αστυνομία του Πειραιά. Εμείς θα βοηθήσουμε το Β' Αστυνομικό τμή¬μα, που είναι κοντά στο Ρολόϊ. Το έργο μας είναι δύσκολο και επικίνδυ¬νο. Πρέπει να σώσουμε ζωές παγιδευ¬μένες κάτω από τους σωρούς των πεσμένων κτηρίων, να συνδράμουμε τραυματίες, να περιφρουρήσουμε την περιουσία των πολιτών. Οι δρόμοι είναι αδιάβατοι από οικοδομικά υλικά των πεσμένων κτιρίων. Έχουν ανασκαφεί σε μερικά σημεία από τις βόμβες.Έχουν ακόμη τραμ ακινητοποιημένα ή κατεστραμμένα, σιδη¬ροτροχιές αναποδογυρισμένες στρα¬βωμένες και υψωμένες, ζώα πεθαμέ¬να σε τυμπανιαία κατάσταση. Πιο επικίνδυνοι για μας είναι οι μισοπεσμένοι και ετοιμόρροποι τοίχοι, οι αιωρούμενες στέγες και τα πατώμα¬τα. Ένα λάθος μας ή μια ατυχία, μπορεί να ρίψη αυτά επάνω μας και να μας θάψουν ζωντανούς. Λοιπόν, Κύριοι, κατεβαίνουμε αυτόν το δρόμο που είναι αριστερά του θεάτρου. Κάνετε το Σταυρό σας και ο Θεός βοηθός».
Περάσαμε μέσα από χαρακώματα και βγήκαμε στην Λεωφόρο, την αδιάβατη Βασ. Κων/τίνου. Σ' όλο το μήκος της ομάδες Συναδέλφων αγωνί¬ζονταν να ανοίξουν τρύπες σε υπόγεια που μπορούσε να ήσαν πλακωμένοι άνθρωποι. Εκεί δεξιά μας στην γωνία της Λεωφόρου και της οδού, συνεργεία Συναδέλφων αγωνίζονταν με τα χέρια να βρουν τις μαθήτριες μιας Σχολής, παγιδευμένες στο υπό¬γειο ενός σωριασμένου διώροφου. Μάθαμε πως τις βρήκαν νεκρές. Πλήρωσαν κι αυτές με το φρικτό θάνατο τους την υπόθεση Ειρήνης και της ελευθερίας.
Κατεβαίνοντας με δυσκολία και κίνδυνο την οδό Βασιλέως Γεωργίου, βλέπαμε δεξιά μας την καταστροφή πολλών κτιρίων και προς το λιμάνι πίσω από την λαχαναγορά πιο μεγάλη συμφορά. Μόνοι τοίχοι, φαίνονταν όρθιοι, ψηλά, ετοιμόρροποι.
Στην γωνιά της οδού Φίλωνος αντικρίσαμε τον σωριασμένο σε ερεί¬πια ναό της Αγίας Τριάδος και για ειρωνεία στεκόταν κατά την Τράπεζα τα δυο κωδωνοστάσια όρθια. Ερημιά παντού. Ψυχή δεν φαίνονταν, ούτε και ένας Γερμανός. Το λιμάνι βουβό και ακίνητα τα πλεούμενα μικρά και μεγάλα. Μόνον ο σκοπός αστυφύλα¬κας στέκονταν στα δεξιά του ναού μπρος στην είσοδο του Β ' Αστυνο¬μικού τμήματος.
- Συναγερμός! Φώναξε κάποιος δικός μας.
- Διαλυθείτε! Φώναξε ο Νικολόπουλος και κρυφθείτε όπου σας φωτίσει ο θεός!
Ένα κανόνι από το ύψος της Καστέλας και ένα άλλο μικρότερο έριχναν αραιές βολές. Ήταν η έναρξη του Συναγερμού. Οι Σειρήνες με το ανατριχιαστικό ουρλιαχτό τους είχαν σιωπήσει, διότι είχε καταστροφή το δίκτυο της Ηλεκτρικής. Όλοι χαθήκαμε κάτω από τα δέντρα της πλατείας προς τον "Αι Σπυρίδωνα. Μερικοί στάθηκαν όρ¬θιοι κολλημένοι στους κορμούς των δένδρων. Άλλοι ξάπλωσαν κάτω από τα παγκάκια μέσα σε νερά και άλλοι στα θεμέλια κοντά ενός καλοκτισμένου χαμηλού τοίχου προς την Φίλωνος. Νεκρική σιγή παντού, θα ρίχνουνε τα εγγλέζικα αεροπλάνα. Που θα ρίχνανε τα φοβερά σιδερικά τους; επάνω μας; Πέρασε καμιά ώρα αγωνίας, ώσπου σήμανε κατά τον ίδιο τρόπο ή λήξης!
Συγκεντρωθήκαμε πάλι όλοι. Εί¬μαστε αγνώριστοι. Μερικοί βλέπον¬τας τον υποδιοικητή αγνώριστο, πή¬γανε να γελάσουν. Το γέλιο όμως δεν έρχονταν στα χείλη, γιατί φτάνοντας στο πλακόστρωτο μπρος από τα δυο κωδωνοστάσια του ναού της Αγίας Τριάδος πατάγαμε σε νερά κοκκινό¬μαυρα. Είχαμε τα βλέμματα προς το τμήμα που μας φαίνονταν έρημο και δεν κοιτάξαμε δεξιά μας στα προπύ¬λαια του ναού.
Εκεί ήταν μια τραγική εικόνα, που μόνον φωτογραφία θα αποθανάτιζε την φρίκη της. Ό χώρος ανάμεσα στις γκρεμισμένες πόρτες, τις δύο μαρμάρινες κολώνες και τα κωδωνοστάσια ήταν ένας σωρός ξύλα και πέτρες, κάτω δε απ' αυτά νεκροί καταπλακωμένοι. Φαίνονταν πόδια, χέρια, παραμορφωμένα πρόσωπα. Από κει κατέβαινε μαύρο αίμα που το ξέπλυνε το ψιλόβροχο και έφτανε κάτω, ως το ρείθρο της οδού Βρετανίας (σ.σ. σήμερα Εθνικής Αντιστάσεως).
Όλοι μας ανατριχιάσαμε. Ό α¬στυφύλακας της «Πύλης» μπροστά μας, μας ειδοποίησε να μη κάνουμε τίποτε, διότι είναι νεκροί και τα κωδωνοστάσια ετοιμόρροπα.
Φτάσαμε στην είσοδο του Β' αστυνομικού τμήματος γύρω στις 10 ή ώρα. Ό αστυφύλακας, νέος ψηλός, με ωραία χαρακτηριστικά, ντυμένος καλά, μας έβλεπε σαν σωτήρες. Δεν το είπε, μα το έλεγαν τα μάτια του και όλο το πρόσωπο του που έλαμπε από χαρά.
Τον χαιρετίσαμε κι ανεβαίνον¬τας τα ματωμένα σκαλοπάτια φτάσα¬με στον διάδρομο του πρώτου ορόφου. Μπρος μας δεξιά ολάνοικτη η πόρτα του Αξιωματικού υπηρε¬σίας. Τα άλλα γραφεία του διαδρόμου αριστερά και δεξιά ήσαν κλειστά. Άνοιξα ένα. Ηταν γεμάτο από εμπορεύματα και διάφορα οικιακά αντικείμενα με ένα σημείωμα επάνω τους. Τα είχαν μαζέψει από τα ανοικτά καταστήματα ή τα σπίτια και τα φύλαγαν εκεί. Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν τρεις νεκροί αστυφύλακες που τους είχαν βάλει επάνω σε φύλλα τσίγκου και τους είχαν σκεπάσει με μια κουβέρ¬τα. Οι ασκέπαστες αρβύλες τους, πρόδιναν την παρουσία τους.
Ενώ όλοι σπρώχνονταν στο Γρα¬φείο του Αξιωματικού, εγώ πήγα και απεκάλυψα τους νεκρούς. Ήσαν αγνώριστοι με την στολή τους ματω¬μένη και τα μάτια ολάνοικτα και σκονισμένα. Ζήταγαν κάπου ανάπαυση μαζί με κείνους στον πρόναο της Αγίας Τριάδος και τους τόσους άλλους γνωστούς και αγνώστους νεκρούς του Πειραιά. Ποιός όμως, θα φρόντιζε να τους κάνη αυτήν την χάρη; Κανένας! Τους έθαψαν όλους μαζί στο Νεκροταφείο της Αναστά¬σεως μετά από 2-3 ήμερες. Τις φωτογραφίες των τριών αστυφυλά¬κων τις είδα προ 6ετίας περίπου, κρεμασμένες στην σειρά μαζί με άλλων πεσόντων αστυνομικών στους τοίχους ενός δωματίου της αστυνομι¬κής Δ/σεως Πειραιώς καί έμεινα ά¬ναυδος. Τους είδα και εις το Β' Α¬στυνομικό Τμήμα.
Ό αξιωματικός υπηρεσίας όρθιος εμπρός σ' ένα σκονισμένο τραπέζι οπού δέσποζαν 2-3 κηροπήγια μας είπε με λίγα λόγια τον τομέα μας και την αποστολή μας.
- Να σώσετε ζωές που θα είναι ακόμη παγιδευμένες στα υπόγεια κά¬τω από τις ερειπωμένες οικοδομές, να ρίξετε ετοιμόρροπους τοίχους και όσα αιωρούνταν επάνω στους ανύπο¬πτους πολίτες, να φράξετε πρόχειρα τις εκτιθέμενες περιοχές των εμπόρων και των κατοίκων. Αυτό είναι το έργο σας. Για εργαλεία μη συζητάτε. Τα χέρια σας θα γίνουν αξίνες και λοστοί, σφυριά και φτυάρια. Τα μαντήλια σας επίδεσμοι. Ό θεός μαζί σας και σας ευχαριστώ.
- Που θα πάμε; Ρώτησε ένας. Που είναι τα τετράγωνα αυτά; Ό αξιωμα¬τικός βγήκε στον εξώστη και έδειξε τα τετράγωνα που είναι προς το θέατρο, από την Φίλωνος έως την Κολοκοτρώνη.
Έτσι βρεθήκαμε σε αδιάβατους και επικίνδυνους δρόμους. Πατάγαμε σε πέτρες και ξύλα, σε λάσπες και χώματα. Όρθιοι μισογκρεμισμένοι τοίχοι στέκονταν δίπλα μας έτοιμοι να πέσουν απάνω μας στο πρώτο φύσημα ανέμου. Στέγες διαλυμένες και πατώματα γερμένα δώθε-κεϊθε σημάδευαν εμάς. Στα καταστήματα έβλεπες τα σκονισμένα και πλακωμέ¬να εμπορεύματα από τις πεσμένες πλευρές. Ψηλά έβλεπες, πόρτες, κου¬ζίνες, σαλόνια και άλλα δωμάτια σαν εξώστες. Μια απόκοσμη μυρωδιά έσπαζε τις μύτες μας. Φρίκη και μυρουδιά θανάτου παντού.
- Που να είναι οι ζωντανοί άνθρω¬ποι; Δεν ακούγεται τίποτε. Ούτε φωνή ούτε ανάσα. Νεκρική σιγή παντού. Όλοι τεντώναμε τα αυτιά. Όλοι με κίνδυνο της ζωής μας κατεβαίναμε σε υπόγειες πόρτες, εμπαίναμε στα μαγαζιά ή περνούσαμε ορθάνοιχτες πόρτες. Ολοι να σώ¬σουμε έστω και έναν. Οι ώρες πέρασαν γρήγορα χωρίς αποτέλεσμα. Σε λίγο θα νύχτωνε και το σκοτάδι θα έπεφτε μαύρο και βαρύ σ' όλον τον Πειραιά. Ό συσκοτισμός ήταν αυ¬στηρός και ή κυκλοφορία δεν επιτρέπονταν μετά την δύση του ήλιου.
Με σανίδες και ξύλα φράξαμε μερικά μαγαζιά και από την Βασ. Γεωργίου πήγαμε στην Αστυνομική Δ/νση, που ήταν σ' ένα τριώροφο καινούργιο κτήριο στην οδό Αγίου Κων/τίνου και Σωτήρας. Ήταν σκο¬τεινά όλα. Ψηλαφητά ανεβήκαμε τις σκάλες και φτάσαμε στο διάδρομο του πρώτου ορόφου. Εκεί το φως ενός κεριού μας άλλαζε την όψι και μας μετέβαλε σε παράξενες σκιές.
Μαζευτήκαμε όλοι σ' ένα σκοτεινό γραφείο καλά καμουφλαρισμένο με μπλε χαρτί στα τζάμια. Το φως του κεριού έφτανε ως εμάς από την ανοικτή πόρτα. Είμαστε αγνώριστοι, λασπωμένοι, βρεμένοι και κατάκο¬ποι και νηστικοί. Τότε ήλθε ανάμεσα μας ο Διοικητής μας κ. Ευάγγελος Καραμπέτσος. Ευθυτενής, σοβαρός, με την θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του μας κοίταξε όλους και μετά ολιγόλεπτη σιωπή μας είπε:
Ή Αστυνομία, όπως γνωρίζετε, προκειμένου να ανταποκριθεί εις το καθήκον της προς τον Πολίτη και την Πατρίδα ευρίσκεται όλο το 24ωρο κάθε ημέρας στο πόδι. Ο βομβαρδι¬σμός του Πειραιώς ήταν μια συμφορά για τους Πολίτες του και τους περαστικούς. Δεν ταιριάζει θρήνος και λιποψυχία, διότι τότε δεν θα ανταποκριθούμε στο δύσκολο και ξένο προς τα καθήκοντα μας έργο.
» Αφού όμως, όλες οι υπηρεσίες διελύθησαν και αυτή σχεδόν, ή Α¬στυνομία, εμείς, εκτός από το πολύ¬πλευρο και υπεύθυνο έργο μας, εγίναμε εκσκαφείς, κατεδαφισταί, τραυμα¬τιοφορείς, ιατροί, νεκροφορείς. Εκάναμε το καθήκον μας εις το ακέραιο και άλλοι έρχονται από την Αθήνα, δια τις νυκτερινές περιπο¬λίες. Σεις θα πάτε σε λίγο στο Τμήμα μας να πλυθείτε και να ξεκουραστείτε. Φαίνεται πως το 1944, επιφυλάσσει πολλά δια τους "Έλληνες και το Αστυνομικό Σώμα, το οποίον τόσο πιστά υπηρετούμε. Ό Θεός όμως είναι μεγάλος. Θέλω από σας, ενότη¬τα, αλληλοβοήθεια, εμμονή εις το καθήκον, διότι έτσι θα ξεπεράσουμε όσο είναι δυνατόν πιο ανώδυνα τις δοκιμασίες σαν την τωρινή. Σας ευχαριστώ όλους σας και σας καληνυχτίζω».
Μας έσφιξε όλων το χέρι και πήγε στο διπλανό Γραφείο του υποδιευθυντού. Χάθηκε μέσα στο σκοτάδι του δωματίου. Εμείς βγήκαμε στην οδό Αγ. Κωνσταντίνου όπου το σκοτάδι ήταν πιο βαθύ που μύριζε κόλαση και θανατικό. Μας φόρτωσαν σ' ένα φορτηγό και σιγά-σιγά φύγαμε, χωρίς να βλέπουμε από που περάσαμε».

kafeneio

18.11.13

ETΣΙ ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ….

 

1933 - Μικρός λούστρος στα σκαλιά της Αγίας Τριάδας. Έχει αφήσει στην άκρη τα σύνεργα εργασίας και κάνει τα μαθήματα για το απογευματινό σχολείο απόρων του Δήμου

1932, Προσοχή Κίνδυνος Βλενόρροιας
Pireorama ιστορίας και πολιτισμού

 πίσω στα παλιά

29.9.13

ΟΙ ΜΑΓΚΕΣ , ΟΙ “ ΔΟΤΗΔΕΣ ‘ ΚΑΙ ΟΙ ΦΑΒΕΛΕΣ

 

Το λιμάνι της μεταπολεμικής περιόδου αναβιώνει μέσα από τις αναμνήσεις του συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλου. «ΤΑ ΝΕΑ» εξασφάλισαν την προδημοσίευση μερικών αποσπασμάτων του «Εκ Πειραιώς» και ζήτησαν τα σχόλιά του για την εποχή

Της Μικέλας Χαρτουλάρη  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 20/10/2012 ΤΑ ΝΕΑ

Αποψη του λιμανιού του Πειραιά, όπως αποτυπώνεται σε φωτογραφίες της δεκαετίας 1950 - 1960

Οι μάγκες, οι «δοτήδες» και οι φαβέλες

Ο πιο τσαμπουκαλής και τζαναμπέτης γραφιάς, ο αληταράς των ελληνικών γραμμάτων που γνώρισε από μικρός τις λούμπεν πτυχές της ελληνικής κοινωνίας ώσπου να γίνει μεγαλοδιαφημιστής και να τα παρατήσει για να αναστήσει τον Αρη Βελουχιώτη, επιστρέφει στο προσκήνιο έπειτα από έξι χρόνια σιωπής, υμνώντας τον Πειραιά, έτσι όπως δεν τον έχει υμνήσει κανείς μέχρι τώρα. «Στη γειτονιά μου απαγορευόταν να πατήσει αστυφύλακας. Ακόμη και να γινόταν φονικό, έπρεπε να μεσολαβήσουν κάποιοι γεροντότεροι για να παραδοθεί ο φταίχτης και να εξασφαλιστεί ότι οι μπάτσοι θα τον σεβαστούν και δεν θα πέσει βούρδουλας…».

Ο 65χρονος σήμερα Διονύσης Χαριτόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Μανιάτικα του Πειραιά. Μια συνοικία-φαβέλα, απροσπέλαστη εκείνα τα μετεμφυλιακά χρόνια, που δεν επέτρεπε ούτε στα παιδιά να είναι αθώα και που ήλεγχε το Λιμάνι στέλνοντας εκεί τους άντρες της να πιάσουν τα πόστα των χαμάληδων. Με τρεις-τέσσερις ώρες χαμαλίκι έβγαζαν διπλάσιο και βάλε μεροκάματο από του εργάτη που δούλευε οκτάωρο στις φάμπρικες. Και μαθημένοι καθώς ήταν στα ζόρικα, τακίμιασαν με την παλιά μαγκιά και πήραν το κουμάντο.

«Αγρια ράτσα, σκληρή και ανελέητη και πρώτα με τον εαυτό της», γράφει ο Χαριτόπουλος για τους Μανιάτες. Και μ' αυτούς ανοίγει το «Εκ Πειραιώς», που θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Τόπος. Είναι η αυτοβιογραφία του μέχρι τα είκοσί του στα κρίσιμα χρόνια της διαμόρφωσής του 1947-1967 και παράλληλα η βιογραφία τού Πειραιά όταν αρχίζει να εκσυγχρονίζεται αλλά διατηρεί ακόμη ζωντανό τον μύθο του. Παρακολουθώντας σαν τρίτος το «παιδί» - δηλαδή τον εαυτό του - από τα οκτώ έως τα δεκαοκτώ του, ο συγγραφέας αναβιώνει την καθημερινότητα στον Πειραιά με αλλεπάλληλα πηγαινέλα στον χώρο και στον χρόνο και χρησιμοποιώντας πολλές λέξεις της αργκό. Ετσι ξεπροβάλλουν μπροστά στον αναγνώστη οι γειτονιές και οι συγκρούσεις τους, τα στέκια και τα μυστικά τους, οι μάγκες, οι νταήδες, οι σέρτικοι και οι χλεχλέδες, οι «δοτήδες» (ρουφιάνοι) και οι θεές του πεζοδρομίου, οι νόμοι της πιάτσας και η αλληλεγγύη της, ο Θρύλος και το εργοστάσιο του Παπαστράτου, ο τζόγος και το κατς με τους ήρωές του (τον Μανιάτη Μεϊντάνη, τον Γίγαντα Καρπόζηλο κ.ά.), τα στέκια και οι κακόφημοι δρόμοι, οι αμερικανοί πράκτορες, οι ανερχόμενοι εφοπλιστές, τα όμορφα κορίτσια από το Γυμνάσιο στα Ταμπούρια, οι λαϊκοί μουσικοί που πήραν μεταπολεμικά τη σκυτάλη από τους ρεμπέτες και ο Μπιθικώτσης, τα πρώτα κέρματα και η πρώτη κόκα κόλα… Πάνω απ' όλα ξεπροβάλλει το ήθος εκείνου που θα ονομάζαμε σήμερα «υπόκοσμο», ο οποίος συχνά είχε μια βαθιά ριζωμένη αξιοπρέπεια. Φυσικά, σε ένα τέτοιο βιβλίο χωράει και η αγιογραφία όπως χωράει και ο ναρκισσισμός, ενώ η πολιτική πτυχή ίσως να είναι υποφωτισμένη. Ωστόσο ο Χαριτόπουλος, που έκανε μια μεγάλη έρευνα (με τη βοήθεια της Κατερίνας Θανοπούλου) προκειμένου να τεκμηριώσει με ντοκουμέντα τις αναμνήσεις του, συνδυάζει το ταλέντο του παραμυθά με εκείνο του κοινωνιολόγου και ξέρει να γίνεται πειστικός και να συνεπαίρνει. …Σε πείσμα των συγγραφέων που δεν θέλησαν να τον κάνουν μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων και σε πείσμα των φεμινιστριών που τον καταδίκασαν έπειτα από το βιβλίο του «Ο άνεμος κουβάρι» (που επανεκδίδεται) για την τρικυμιώδη σχέση του με τη Μαλβίνα Κάραλη.

Η Τρούμπα, φόβητρο και φάκα

Αν το Λιμάνι «είναι το βασίλειο των Μανιατών» και η Ακτή Μιαούλη «είναι η βιτρίνα μας», τότε τα πέριξ της Δραπετσώνας (που δηλητηριάζεται από το τσιμεντάδικο του Ηρακλή) «είναι το βασίλειο των τεκέδων» και το Πέραμα «είναι το Χονγκ Κονγκ του Πειραιά». Ο Χαριτόπουλος γράφει πως «το Πέραμα έγινε η Γη Χαναάν των αστέγων και κατέληξε εμπόλεμος ζώνη», με τους μικρασιάτες πρόσφυγες να αγωνίζονται να σώσουν τα χαμόσπιτά τους από τους εκσκαφείς και να νικούν τους μπάτσους και τα συνεργεία κατεδάφισης στην περίφημη «μάχη της παράγκας» του 1960.

Οταν όμως φτάνεις στην Τρούμπα, καταλαβαίνεις ότι αυτή είναι «η Κάσμπα του Πειραιά», μια περιοχή «απαγορευμένη και φόβητρο κόλασης», όπου επικρατεί η… «ανεξιθρησκία». Οι νταήδες και τα μούτρα αλωνίζουν ασύδοτοι, «κάργα ο τζόγος, το λαθρεμπόριο, τα μαχαιρώματα, οι πιστολιές, οι σκοτωμοί και οι απαγωγές κοριτσιών, ακόμα και πάνω από την εξέδρα…». Μια περιοχή που ήταν και «μεγάλη φάκα». Εκεί αλώνιζε ο μεγαλύτερος «δοτής της Αστυνομίας» που κανένας δεν τον είχε πάρει χαμπάρι. Ηταν «ένα καλοκάγαθο ψηλό γεροντάκι με άσπρα μακριά μαλλιά και κάτασπρη πατριαρχική γενειάδα, σαν φιγούρα της Αγίας Γραφής» που «κοίμιζε τους κοκωβιούς και τα λιμά της πιάτσας με συμβουλές και ιστορίες μπαρμπούτσαλα, του εμπιστεύονταν τα κατορθώματά τους κι εκείνος έδινε δελτίο στους μπάτσους».

Στα χρόνια της Κατοχής τα μαγαζιά ήταν λιγοστά, με κορίτσια από το γκέτο των Βούρλων, και σύχναζαν εκεί γερμανοί αξιωματικοί, οι ρουφιάνοι τους, νταβατζήδες και μαυραγορίτες. Μετά τον πόλεμο, όμως, η περιοχή «πήρε πάλι ν' ανθίζει», γράφει ο Χαριτόπουλος. «Ολες οι φυλές και οι θρησκείες του κόσμου είναι εδώ. (…) Παντζαρομούρηδες, ντερέκια, σχιστομάτηδες, σκερβελέδες, κακομούτσουνοι, χαμαντράκια, ομορφόπαιδα, ντροπαλοί, πονηρεμένοι, μπερμπάντηδες, πίτουρες, χάχες, σκυλόμαγκες, μοσχόμαγκες, ναύτες, φαντάρια, αεροπόροι, μαθητές, αλάνια, τσογλάνια, νταβάδες, λεμέδες, λαθρέμποροι, πρεζάκια, πουστρόνια, αρπάχτρες, επαρχιώτες, αδέσποτα, μπατίρια, σοβαροί και ελαφρόμυαλοι, στριμώχνονται και ανακατεύονται σε χρωματιστά φώτα και φωτεινές επιγραφές που αναβοσβήνουν, μουσικές, κορίτσια, φωνές, γέλια, παρέες, τρεξίματα, σπρωξίματα, βρισίδια, αγκαλιές, τράμπες, αλισβερίσια στο πόδι, κράχτες»...

«Θεωρώ τεράστιο λάθος που έκλεισαν την Τρούμπα», υπογραμμίζει σήμερα στα «ΝΕΑ» ο συγγραφέας. «Ολα τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ήταν ηθικοπλαστικά και δεν είχαν καμία σχέση με τις υπαρκτές ανάγκες του λιμανιού. Αφού εντρυφούμε τόσο στους αρχαίους, έπρεπε να ξέρουμε ότι στην ίδια ακριβώς θέση ήσαν και τα αρχαία πορνεία. Δεν νοείται μεγάλο λιμάνι χωρίς καμπαρέ, μπαρ, ποτά και γυναίκες, και μάλιστα συγκεντρωμένα όλα σε μια ελεγχόμενη περιοχή, όπως η Τρούμπα, που υπήρξε μεγάλη πηγή εσόδων για όλο τον Πειραιά και συνακόλουθα τη χώρα».

Μάγκες
και ξεφτίλες

Εκείνη την εποχή, όπως αποκαλύπτει στο «Εκ Πειραιώς», ένας από τους ήρωές του ήταν ο ταβερνιάρης ο Τσέχας, από τους δυο-τρεις μεγάλους «αντάμηδες» (φίνους μάγκες) που είχε ο Πειραιάς και τον σέβονταν ακόμα κι οι Μανιάτες. Ηταν «ομορφάντρας, λιγόλογος, δίκαιος, μπεσαλής και θανατηφόρος αν του βγεις στραβά. Αληθινός σερέτης (άψογος σε παλικαριά), πάντα ευγενικός και σένιος (κομψός)».

Ελεγαν πολλά γι' αυτόν, «ότι δεν τα παίρνει από γυναίκες γιατί τα παίρνει από αυτούς που τις έχουν, ότι δεν παίζει τζόγο γιατί του τ' ακουμπάνε οι λεσχιάρχες, ότι ακόμα κι οι Τσιγγάνοι της Δραπετσώνας δουλεύουν για πάρτη του». Είχε κάνει στις Αγροτικές της Κασσάνδρας όπου κουβαλούσε τσουβάλια για να κάνει «τη μια μέρα δυο», κι αν σε γουστάριζε επέμενε να σε σερβίρει ο ίδιος στο μαγαζί του, σαν να είχες μπει σπίτι του.

Εκείνοι οι μάγκες δεν έχουν καμία σχέση με τους σημερινούς, σχολιάζει ο Χαριτόπουλος. «Ο σημερινός μάγκας είναι ο χτεσινός ξεφτίλας. Δηλαδή ο κομπιναδόρος, η αρπάχτρα, ο ψεύτης και αναξιοπρεπής που τώρα παριστάνει τον μάγκα επειδή τα "κονόμησε", άσχετα με ποιον τρόπο. Παλιά που ο κόσμος έδινε μεγάλη σημασία στην τιμή και την αξιοπρέπεια του άντρα, αυτός ο τωρινός σαλταδόρος με την κουστουμιά και το πούρο δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει από το φτύσιμο».

Γήπεδα
και κηδείες

Σήμερα ο Χαριτόπουλος κατοικεί στο Κολωνάκι και μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο σπίτι του στο Βελούχι και στον πύργο του στη Μάνη. Αλλά ακόμα θεωρεί πατρίδα του τον Πειραιά. Στις αρχές του '60 έπαιζε δεξί μπακ (και ήταν «τσεκούρι») στην ποδοσφαιρική ομάδα των Μανιάτικων και έγινε αμετανόητος οπαδός του Θρύλου...

Σήμερα θυμάται πώς γιόρταζαν οι Ολυμπιακοί τις νίκες τους με «τις καθιερωμένες κηδείες της Κυριακής». Με αφετηρία το γήπεδο ξεκινούσε ένα φέρετρο τυλιγμένο κορδέλες με τα χρώματα του αντιπάλου, ακούγονταν «γαμησοψαλμωδίες» και κλάματα «με αισχρά υπονοούμενα» και η μαρίδα ξεσκιζόταν στα γιούχα μέχρι τη Λέσχη του Ολυμπιακού στο Πασαλιμάνι…

Ο μύθος της εποχής ήταν φυσικά ο ούγγρος προπονητής Μάρτον Μπούκοβι, που τα 'σπασε με τους μάνατζερ, έγινε τραγούδι και το 1989 τίτλος διηγήματος του Χαριτόπουλου.

«Οι συνήθεις βλάκες λένε ότι με το ποδόσφαιρο ναρκώνεται ο κόσμος και δεν αντιδράει στην εκάστοτε εξουσία, λες και αυτοί είναι επαναστάτες με το τουφέκι στο χέρι», τονίζει στα «ΝΕΑ» ο συγγραφέας. «Το ποδόσφαιρο είναι ένα λαϊκό θέαμα, όπως ο Καραγκιόζης, η επιθεώρηση, η πάλη κ.λπ., αλλά για τους θεατές ενέχει πολύ έντονο και το προσωπικό στοιχείο, π.χ. η ομάδα της γειτονιάς, της πόλης, τα δικά τους παιδιά. Τώρα βέβαια εξελίχθηκε σε παγκόσμιο σόου και τζόγο δισεκατομμυρίων, αλλά τι έμεινε αμόλυντο στην εποχή της εμπορευματοποίησης; Και απ' τον καρκίνο λεφτά βγάζουν. Η επιτυχία του Ολυμπιακού, πέρα από τις αγωνιστικές του επιδόσεις, είναι ότι είχε ανέκαθεν κινηματικό χαρακτήρα καθώς αντιπροσώπευε τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα έναντι των πλούσιων Αθηναίων που κυβερνούσαν τον τόπο, γι' αυτό απόκτησε γρήγορα πανελλήνια εμβέλεια».

πίσω στα παλιά

22.2.13

Ο ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΤΕ….

 

Ο παλιός Πειραιάς έτσι όπως από λίγες φωτογραφίες τον θυμάμαι....

Η διασταύρωση Βασιλέως Γεωργίου  και Β. Κωνσταντίνου

(Ηρώων Πολυτεχνείου τώρα) .
Αυτή η γωνία ήταν το πέρασμα μας κάθε μεσημέρι σχολώντας από  το Β'.Γυμνάσιο θηλέων  στην Τερψιθέα για να πάμε στο λεωφορείο μας. Είχε και άλλες στάσεις αλλά εδώ γινόταν η σύναξη!
Αριστερά φαίνεται το Ράλλειον γυμνάσιο. Στη γωνία ήταν ένα κατάστημα του Μονοχάρτζη  με εσώρουχα πολυτελείας... κοσμήματα.. πορτοφόλια.. ρολόγια! Η πρώτη στάση!

Δίπλα ήταν  το ζαχαροπλαστείο του Χαραμή που έγραψε ιστορία! Τις ωραιότερες τυρόπιτες και γλυκά!
Αν ήξερα πως θα είχαμε φακές στο σπίτι αγόραζα μία 5,5 δρχ. Δίπλα το τσαντάδικο!

Αλλη στάση!!!
Ηταν και άλλα καταστήματα αλλά να μη σας ζαλίζω!

Αν κάποια Πειραιώτισσα θυμάται καλύτερα ας μας τα θυμίσει!

Η ακτή δίπλα από την πλατεία Αλεξάνδρας!

Οι γραμμές του τρένου της Σ.Ε.Κ που πήγαινε στη Β.Ελλάδα! Η άποψη είναι από  την γέφυρα στον Αγ. Διονύση!

Εδώ το αγαπημένο μου κτίριο ... το "Ρολόι"! Το παλιό Δημαρχείο και καφενεία  που άραζαν ναυτικοί !
Οταν το γκρέμισε ο Σκυλίτσης δήμαρχος της Χούντας ..έκλαιγα με μαύρο δάκρυ!!

Τα παλιά τρένα έτσι όπως τα θυμάμαι!

Τα ξύλινα κίτρινα περίπτερα πριν γίνουν μίνι-μάρκετ!

Τα χαμόσπιτα λίγο πριν παραδοθούν στην αντιπαροχή....

Και το Πασαλιμάνι σήμερα με τα μεταλλικά εξαμβλώματα για ...διακόσμηση!
Τα λουλούδια καλέ ποιος τα ποτίζει!

Αλλη διακοσμητική σαχλαμάρα που αλλάζει κάθε τόσο αναλόγως πώς  θα ξυπνήσει ο αρμόδιος  αντιδήμαρχος! Στην Ταρψιθέα!

Γιαγιά Αντιγόνη

http://pisostapalia.blogspot.gr/