Showing posts with label ΑΛΩΝΙΣΜΑ. Show all posts
Showing posts with label ΑΛΩΝΙΣΜΑ. Show all posts

1.7.15

“ ANAMNHΣΕΙΣ “ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ–ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

   Ας  δούμε  αγαπημένοι  κου  φίλοι , πως  περιγράφει  η  αείμνηστη  Σοφία Καραχάλιου – Παλαιολόγου , τους  επαγγελματίες αλωνιστάδες – βαλμάδες , αλλά  και όλη τη  διαδικασία του  αλωνισμού , στο  βιβλίο  της  “ Αναμνήσεις “

Οι  αλωνιστάδες    ( βαλμάδες )

Αλώνισμα
Ένα επάγγελμα που  δεν  υπάρχει  πια , λόγω του  ότι έχει  αντικατασταθεί  από  τις  θεριζοαλωνιστικές  μηχανές , ήταν οι  αλωνιστάδες  ή “ βαλμάδες “. Αυτοί είχαν πάνω  από  δέκα  άλογα ο  καθένας και  την  εποχή του αλωνίσματος τα  έβαζαν στα  αλώνια και  αλώνιζαν  το  σιτάρι .
     1 . Ασημακόπουλος Νίκος ή “ Καπακάς “
     2 . Γεροδήμος  Αλκιβιάδης
     3 . Δρόσος  Χαράλαμπος ή “ Χαραλαμπάκης “
     4 . Μαργέλλος Κωνσταντίνος ή “ Καραγιαννάκης “
     5 . Πανάγος  Σπυρίδων
     6 . Πανάγος  Νικόλαος
     7 . Παπαδάκης Κωνσταντίνος  ή “ Μπαζές “

      Ο θέρος  και  το  αλώνισμα



8
   Όταν ερχόταν η  εποχή του  “ θέρου “ , θερισμού , όλα  έπρεπε να  γίνουν με  τα  χέρια , γιατί  δεν  υπήρχαν  τότε  μηχανές . Σκορπούσαν , λοιπόν ο  κόσμος απ’ το  πρωί ως  το  βράδυ στα  χωράφια και  θέριζαν τα  στάχυα με  τα  “ δρεπάνια “ τους . Μ’ αυτά  έφτιαχναν μικρά  δέματα που  συγκρατούσαν δεμένα με  το  ίδιο  χόρτο . Στη  συνέχεια , με τα  δέματα αυτά  έφτιαχναν ένα  δέμα  μεγαλύτερο , που  ονομαζόταν “ δεμάτι “ .
   Αυτό το  έδεναν με  ένα  άλλο  χόρτο , τη  σίκαλη , έπειτα φόρτωναν  τα  “ δεμάτια “ στα  μουλάρια και  τα  γαϊδουράκια και  τα  κουβαλούσαν στα  αλώνια . Εκεί τα  ξεφόρτωναν και  τα  τοποθετούσαν όλα  μαζί σε στοίβες που  ονόμαζαν “  θημωνιές “ . Στη συνέχεια έρχονταν οι  αλωνάρηδες , “ βαλμάδες “ , οι  οποίοι σκορπούσαν τα  δεμάτια στο  αλώνι και  καθοδηγούσαν τα άλογα , ώστε  όταν αυτά  γυρίζουν γύρω – γύρω , να  λιώνουν τα  άχυρα με  τα  πέταλά  τους και  να  βγαίνει  το  σιτάρι .
   Η  διαδικασία  αυτή  κρατούσε απ’ το  πρωί  μέχρι  το  μεσημέρι . Ύστερα όλοι  μαζί , αγρότες και “ βαλμάδες “ , σήκωναν τα  ‘άχυρα  στον  αέρα πολλές  φορές , ώστε να  ξεχωρίσουν το  σιτάρι απ’ τα  στάχυα . Γι’ αυτή  τη  δουλειά , που  τη  λέγαν “ λίχνισμα “ , χρησιμοποιούσαν κάτι  ξύλινες πιρούνες , τις  οποίες ονόμαζαν “ δικούλια “ .
   Στο  τέλος , μάζευαν το  σχεδόν  καθαρό  σιτάρι στο  κέντρο του  αλωνιού κοντά στο  “ στρίαλο “ και  περίμεναν να  φυσήξει αέρας , για  να  καθαρίσει καλύτερα  το  σιτάρι . Τη  σοδειά  την μετρούσαν με  κάτι  τενεκέδες . Μια “ οκά “ ( μονάδα  μέτρησης της  εποχής ) ισοδυναμούσε με 400 δράμια και  ένα  κιλό με 1.000 γραμμάρια ή 312,5  δράμια .
( Στο  σημείο  αυτό η  αείμνηστη  Σοφία προφανώς  από  λαθεμένο  υπολογισμό γράφει  ακριβώς : “ Μία  οκά ισοδυναμούσε με 1.000 δράμια . 1 κιλό = 1.000 γραμμάρια = 900 δράμια , εμείς  για σωστή  ενημέρωση  του  αναγνώστη , αναφέρουμε  πιο  πάνω , τα  σωστά  νούμερα ) .
   Οι  θεριζοαλωνιστικές μηχανές και  οι  αλευρόμυλοι , ήρθαν στο  Λιδωρίκι μετά  τον  πόλεμο . Πρώτος απ’ όλους  έφερε ο Τημπέλης  Νικόλαος .
7
230px-Sichel
14
IMG_0009 Στο  θημωνοστάσι στο  “ Κοτρώνι “, στη  δεκαετία  του ‘60 , μια  εικόνα  που  έχει  όλο  το  παραδοσιακό ..” στήσιμο “ των θημωνιών , και  μάλλον είναι  και  απ’ τις  τελευταίες  τέτοιες εικόνες , γιατί  μετά  ήρθαν  οι..” αλωνιστικές “ ή “ πατόζες “ όπως  τις  έλεγαν . Σε  πρώτο  πλάνο , από  αριστερά : Λαγιογιώργαινα , Σκραποφροσύνη και Παπαρούκαινα .
αλώνι
IMG
Αλώνισμα  στις  Λάκκες  το  1945 , διακρίνονται  από  αριστερά : Βιολ. Κοκκαλιά , Σοφία  Παλούκη , Γ. Γεροδήμου με  το  γιο  της  Πάνο , μωρό  τότε  στα  χέρια , Θεοχ.Λ]Καραχάλιος και  Χαρ. Γεροδήμος . Παρατηρήστε  το “ στρίαλο “ στη  μέση και  τις  θηλιές στους  λαιμούς   των  αλόγων .
IMG_0007
Αλώνισμα  στις  “ Λάκκες “ , στο αλώνι που  ήταν  εκεί  που  είναι  σήμερα  το Δασαρχείο , το  1948 ή  49 , κι’ αυτή  η  φωτογραφία είναι…ακτινογραφία  του  αλωνίσματος , τα  άλογα , οι  βαλμάδες , τα  παιδιά  που  κάνουν..χάζι , και  οι  γυναίκες  με τα “ δικούλια “ στα  χέρια , νε  τα  οποία  ανακατώνουν το  “ λιώμα “ .Τέταρτος , μετά  τον ένστολο , ο Τάσος  Ασημακόπουλος , ο  Τάσος Γκομόζιας  και  οι  μικροί Γ. Ασημακόπουλος  και  Γ. Δημητρακόπουλος .
1b_lixnisma
DIAF 12072011 018
Το  “ λίχνισμα “ με  τα  “ δικούλια “.IMG_0005
Η πρώτη  αλωνιστική  μηχανή  που  ήρθε  στο  χωριό  μας , ήταν κάποιου  Δρόλαπα , μάλλον  απ’ την  Αγία Ευθυμία , και  απ’ τις  πρώτες δε  και  η  εικονιζόμενη , ιδιοκτησίας Στάθη  Δρομάζου , απ’ την  Ερατεινή . Μπροστά  στο  τρακτέρ , που  μόλις  και διακρίνεται , εικονίζονται από  αριστερά : Ζωή  Δούκα , Μαρ. Κατσώνη , Γιαν. Κανδρής , άγνωστος , Στ. Δρομάζος , με  τα  λευκά , και  Διον. ΄Κούστας .
IMG_0032
Τεμπέλης
Αρκετά  χρόνια  μετά , ο Νίκος  Τημπέλης με κάποιο Κατσούλη , απ’ τη  Λεύκα , έφεραν  την  πρώτη  Λιδορικιώτικη  αλωνιστική  μηχανή . Στις  δυο  φωτογραφίες  εικονίζεται  ο Ν.Τημπέλης  με  το  τρακτέρ που  έσερνε , αλλά  έδινε  και  κίνηση  στη  μηχανή .

  Καλό  σας  απόγευμα ….Κ.Κ.-

TO ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΣΤΗ ΡΟΥΜΕΛΗ


T' αλώνισμα του παλιού καλού καιρού στα Ρουμελιώτικα χωριά , ένα πραγματικό πανηγύρι για μεγάλους , μα και...παιδιά.......

Απ' τα " ΛΙΔΩΡΙΚΙΩΤΙΚΑ " 1983 , του αξέχαστου Λιδορικιώτη Γιώργου Καψάλη , ας δούμε πως θυμάται και καταγράφει ο αείμνηστος Λογοτέχνης  Δημήτρης Σταμέλος , παλιιός -καλός φίλος , το Ρουμελιώτικο παλιοκαιρίτικο αλώνισμα , απολαύστε το :

Εδώ πέρα στ' αντίπερα , στα πέτρινα τ' αλώνια

όπ' αλωνίζουν δώδεκα και δέκα τρεις λιχνάνε ,

η Μάρω με τη βάβα της αργοκοιτάει τον ήλιο .

- Μάρω μ', της λέει η βάβα της , κάτσε κατά τον ίσκιο ,

να μη σε βρει ο κουρνιαχτός , μη σε μαυρίσει ο ήλιος .

Κι' η Μάρω στέκει ολόστητη κι' αυτό το λόγο λέει :

- Κι' αν με 'ραχνιάσει ο κουρνιαχτός

κι' αν με ραχνιάσει ο ήλιος

εγώ τον πρώτο λιχνιστή άντρα μου θα τον πάρω .

   Το δημοτικό αυτό τραγούδι δείχνει πόσο δεμένο με την ομορφιά και τη βαθύτερη συναισθηματική γοητεία του ανθρώπου , ήταν το αλώνισμα , σε παλιότερους καιρούς , στα χωριά μας . Τότε που μέσα στο στρώσιμο των χρυσών δεματιών , στο λίχνισμα , στων αλόγων και του βαλμά το ξάναμα , ανυψώνονταν μελωδική η ευχαριστήρια φωνή για του καρπού το θησαύρισμα . Ήταν η ανταμοιβή του μόχθου κι' ήταν ο ανασασμός της ελπίδας που ξάνοιγε καινούργιες χαρές στους δαντελλένιους ορίζοντες , στην ομορφιά της γης και στην απλοχωριά της καρδιάς τους .

   Το αλώνισμα σε κείνους τους καιρούς , είχε μια μορφή ποιητικής εξιδανίκευσης κι' ομορφιάς ξεχωριστής , έτσι καθώς γίνονταν με τ' άλογα που τα ‘ φερναν στο χωριό οι βαλμάδες ή αλωνισταραίοι καθώς τους έλεγαν . Ετούτοι ήταν βλάχοι που ξεκαλοκαίριαζαν στα κοντινά βουνά και κάθε χρόνο έκαναν συντροφιές και γύριζαν από χωριό σε χωριό κι' αλώνιζαν , παίρνοντας , συνήθως , την αμοιβή τους σε καρπό . Κάθε βαλμάς είχε τους δικούς του νοικοκυραίους που θ' αλώνιζε την παραγωγή τους , σχεδόν τους ίδιους κάθε χρόνο .

   'Οσο για τ' αλώνια , αυτά ήταν καμωμένα είτε με ΄πμορφη καλοπελεκημένη πέτρα ή και με σκέτο χώμα που τ' άλειβαν στην επιφανειά του με γελαδοσβουνιά , γιατί καθώς ξηραίνονταν η λάσπη δεν υπήρχε κίνδυνος να σκάσει το χώμα και ν' ανακατευθεί με το σιτάρι . Φυσικά τα πιο εξυπηρετικά ήταν τα πετράλωνα που χρειάζονταν να καθαρισθούν μονάχα μια φορά το χρόνο , από τα χόρτα που έβγαιναν ανάμεσα στις χαραμάδες που άφηναν οι πέτρες . Τα πετράλωνα τα κατασκεύαζαν ειδικοί μαστόροι . Στο κέντρο του αλωνιού υπήρχε , καλά μπηγμένο ένα γερό ξύλο , που το ‘λεγαν στρίγερο ή στρουιρό . Από κει έδεναν τις τριχιές με τις οποίες ήταν δεμένα κι' έφερναν γύρες μέσα στ' αλώνι τ' άλογα .

   Πιο πέρα απ' τ' αλώνι υπήρχε ένας χερσότοπος , όπου και στήνανε οι χωριανοί τις θημωνιές τους , μια που τ' αλώνια ήταν συνήθως κοινοτικά και τα χρησιμοποιούσαν με τη σειρά . Κάθε φορά που ένας αλώνιζε και τελείωνε με το ξανέμισμα και μάζευε τον καρπό του , όποιος προλάβαινε κι' έστηνε δίπλα στο στρίγερο ένα δεμάτι σταριού , εκείνος θ' αλώνιζε . Κανένας δεν χάλαγε τη σειρά , γιατί πίστευαν πως αυτό θα ήταν κακό για την επόμενη σοδειά τους .          

   Επίσης μαλώματα , την περίοδο του αλωνίσματος και μάλιστα κοντά στ' αλώνια , τα θεωρούσαν κακοσημαδιά και τ' απέφευγαν με κάθε τρόπο . Τώρα που ήταν η ώρα του καρπού , έπρεπε , περισσότερο , να υπάρχει αγάπη ανάμεσά τους .

   Η ατμόσφαιρα αυτή του αλωνίσματος είχε κάτι από την ομορφιά και την ποίηση των " Ειδυλλίων " του Θεοκρίτου , με την θάλασσα των χρυσών σταριών που γιόμιζαν τ' αλώνια , με τους νοικοκυραίους όλο χαμόγελο και κέφι , με τους βλάχους ντυμένους με τα βαριά σκουτιά τους , το στριφτό μουστάκι , τα σελάχια και το τραγούδι το λεβέντικο . Ήταν να καμαρώνεις και να χαίρεσαι αυτή τη γοητευτική ατμόσφαιρα . Αντιβούιζε το χωριό κι' οι ρεματιές και τα σύρραχα απ' τις φωνές των βαλμάδων που έτρεχαν από κοντά στα σπαθάτα τους άλογα, καθώς εκείνα κομμάτιαζαν το στάρι . Δεμένο γερά με χοντρές τριχιές από τον στρίγερο , φρούμαζαν και πηδούσαν μέσα στο απλωμένο χρυσάφι του σταριού , κι' οι νοικοκυραίοι από γύρα με τα ειδικά σύνεργα , τα ξύλινα η σιδερένια δικούλια , πρόσεχαν μην ξεχειλίσει το στάρι από τις άκρες τ' αλωνιού . Κι όλοι , αλωνιστάδες και νοικοκυραίοι , είχαν κέφι στην καρδιά και το τραγούδι στα χείλη ,ένα τραγούδι που μιλούσε για την πληρωμή του ανθρώπινου μόχθου , για την αμοιβή του κόπου τους , για τον καρπό που θα γιόμιζε τ' αμπάρια του σπιτιού .

image

   Θα γνωρίσουμε στη συνέχεια , αυτή την ατμόσφαιρα της προετοιμασίας για τ' αλώνισμα σε ρουμελιώτικο χωριό . εδώ και κάμποσα χρόνια . Στο πετράλωνο ένα αντρόγυνο στρώνει τα δεμάτια κι' ετοιμάζεται για το πανηγύρι του αλωνίσματος , καθώς αχνοροδίζει , στις κοντινές κορφούλες , η ανάσα της καλοκαιριάτικης αυγής . Είναι δυο ηλικιωμένοι χωριάτες . Ο άντρας πλησιάζει τα εξήντα ενώ η γυναίκα του κάπου δέκα χρόνια μικρότερή του .Καθώς το έργο κινάει το χαρούμενο δρόμο του , κινάει κι' ο λόγος , λόγος απαντοχής κι' ελπίδας στην καρδιά τους , ένας λόγος που συνδυάζεται και με τη χαρακτηριστική ομορφιά του εθίμου .

-- Χάραξε για καλά γυναίκα , και λόγου μας δε στρώσαμε ακόμα τ' αλώνι . Όπου να ‘ ναι θα φανούνε κι' οι βαλμάδες .

-- Όλα θα τα προλάβουμε , αφέντη . Έχει ο Θεός . Έτσι μπόλικος που είναι ο καρπός , μεγαλώνει πιότερο κι η λαχτάρα της καρδιάς μας . Όσο για τους βαλμάδες δεν είναι δα και τόσο εύκολο να φτάσουν από τα τσοπάνικα λημέρια , νωρίς - νωρίς . Ο δρόμος είναι κάμποσος και δεν πρέπει να κουραστούνε κι ίδιοι και τ' άλογά τους .

image

-- Να κουραστεί π Τριτσιμπίδας κι' ο Λιαροκάπης , γυναίκα ; Αυτοί παίρνουν περαταριά χωριά και χωριά με τ' άλογά τους . Οι καλύτεροι αλωνιστάδες . Και ξέρεις σόι πάει το βαλμαλίκι . Αλωνιστάδες πάππου προς πάππου . Άξιοι , χεροδύναμοι κι άνθρωποι με μπέσα . Έτσι και σου πουν την τάδε ώρα , τη τάδε μέρα , θα ρθούνε , να μη κρατήσουν το λόγο τους δε γίνεται . Ο κόσμος , που λέει ο λόγος , να χαλάσει , θα 'ρθούνε . Με το φεσάκι τους στραβά , μόλις που να κρύβει τα κατσαρά τους τα μαλλιά , με τη φέρμελη , το σελάχι , τη σκαλισμένη γκλίτσα και το κοντοκάπι .Ετούτοι την κρατάνε τη λεβέντικη , τη ρωμαίικη τη φορεσιά . Και με τι καμάρι , αληθινά όπως της ταιριάζει . Μιλάω για βιασύνη κι απολησμονήθηκα στην κουβέντα . Μα έτσι όμορφα που είναι όλα τριγύρω μας . Τόση ομορφιά και τόση καλοσύνη ! Ο Θεός που σκόρπισε μ' απλοχεριά την ομορφιά ολόγυρά μας , δίνει τώρα περίσσια και τη χαρά στην καρδιά μας , με τον πλούσιο καρπό . Να κόψω ένα ξύλο σταυρωτό να το μπήξουμε στο στροϊρό , καταμεσής στ' αλωνιού το χρυσαφένιο πλάτος όλα να πάνε καλά στην ευλογημένη τούτη μέρα . 

-- Να το μπήξεις αφέντη , κι' απέ να βάλουμε στη ρίζα του , κάτω από τα τρία πρώρα δεμάτια , μπόλικο λιβάνι , ένα τριμμένο δαφνόφυλλο από τα βάγια που κρατάμε στο εικονοστάσι και τρία μεγάλα σκόρδα , με την πλεξούδα τους . Μάτι να μην πιάσει τ' άλογα . Θυμάσαι δα τι έπαθαν , πρόπερσι , οι Κωστακαίοι πούχασαν πάνω στ' αλώνι την καλύτερη σαρακατσάνικη φοράδα .

-- Αν θυμάμαι λες , γυναίκα . Μπορεί ν' απολησμονήσει κανένας το μεγάλο το κακό , να σκάσει το πράμα μέσα στ' αλώνι από το μάτι . Μα τι φοράδα ήτανε εκείνη ! Τεφαρίκι ολάκερο . Χλιμίντραγε σα να τραγούδαγε . Σπαθάτο , άξιο , πρώτο στ' ασκέρια των βαλμάδων . Έλεγα πολλές φορές στον αφέντη του : " Μωρέ συμπέθερε , ρίχνε καμιά φορά κι' από λίγο αγιασμό στη φοράδα να μην την πιάσει τι κακό μάτι . Κρέμασέ του και κανένα χαϊμαλί με το κοκαλάκι της νυχτερίδας μέσα σε χρυσοκλωστές " . Που ν' ακούσει ο βλάχος . Ώσπου ήρθε η κακή η μέρα που να μη δευτερώσει . Είχανε φτάσει στη μεσιά τ' αλωνιού , ότι τσάκιζε η καλαμιά , σαν πέρασε από κει η κακίστρα η γριά Λούτινα , το κακό μάτι του χωριού . " Η ώρα η καλή είπε ξερά ". Κι' από μέσα της " Μωρέ τι φοράδα είναι τούτη ! ". Κι'έφυγε κατά το κεφαλάρι . Και το κακό δεν άργησε . Φρένιασε το πράμα , πέφτει κάτου , σπαρταράει . Πριν προλάβουμε να του διαβάσουμε το ξόρκι και να το σταυρώσουμε , έσκασε . Μάτι να σου πετύχει ! Σκόρδο και λιβάνι στα μάτια σου κακίστρα γριά Λούτινα , μακριά από τ' αλώνι και την προκοπή μας . Να βάλεις σταυρωτά τα πέντε πρώτα δεμάτια .

   Κοιτώντας κατά την ανατολή , δοξολογώντας το Θεό για τη χαρά που μας δίνει με τον μπόλικο καρπό . Ν' αποσώσουμε , αφέντη , το στρώσιμο κι' απέ σα φτάσουν οι βλάχοι με τα πράματα , να κοιτάξω την ετοιμασία του μεσημεριάτικου . Πάντα κάτου από την πυκνή των δέντρων φυλλωσιά φρέσκο και δροσερό θάναι το νερό και παραδίπλα το παγούρι με το τσίπουρο . Οι βλάχοι το τραβάνε το τσίπουρο .
   Μη δα τόχουνε και στα κονάκια τους , γυναίκα . Εκεί άλλο από μυζήθρα , ξυνόγαλο και χλωροτύρι μη δα κι' έχουνε και τίποτες άλλο . Σαν κατεβαίνουν στα χωριά το ρίχνουν στο πιοτό . Κρασί θάχουμε βέβαια ακόμα στο μεγάλο βαγένι . Να τραβήξουμε καμιά νταμιτζάνα , το μεσημέρι , σαν αποσώσουμε τ' αλώνισμα .
   Και βέβαια έχουμε , αφέντη . Κι' έτσι πλούσιο θάναι το τραπέζι της τρανής γιορτής . Πίττες και σαλάτες και τυριά και μεζεκλίκια μπόλικα .
Όσο για την πίττα θα την θυμούνται κι' από πέρυσι , γυναίκα , τόσο καλή που βγαίνει από τα χέρια σου . Καλά συρμένο το πέτρο , με το τυρί και το βούτυρο στην κανονική τους αναλογία , ροδοψημένη στη γάστρα . Να τρως και να γλείφεις και τα δάχτυλά σου . Λέω να φωνάξουμε και την ανηψιά μας , τη Λαμπρινή , να μας βοηθήσει σα θ' απλώσει το στάρι και θα γιομίσει το πετράλωνο , καρπό κι' άχυρο .
Θα τα βόλέψουμε μοναχοί μας , Θανάση . Μη χολοσκάς . Μπορεί λιγάκι να μας βοηθήσει στο πρωτογύρισμα . Βάνω σταυρωτά τα πρώτα δεμάτια . " Η ώρα η καλή , αφέντη , κι' ο Χριστός κι' οι άγιοι κοντά μας ".
   Αμήν . Τι βλέπω , Διαμάντω . Να ‘ σαι καλά που όλα τα θυμάσαι και τα προσέχεις καθώς ταιριάζει . Έβαλες κιόλας στην ασημένια κούπα τρία κομμάτια μοσχολίβανο να σταυρώσεις τον στρίγερο και τα πρώτα δεμάτια και το μπουκάλι με τον αγιασμό να ρίξεις στο σιτάρι , για το καλό .
   Όλα πρέπει να γίνουν , αφέντη . Για το καλό το δικό μας , για τη σοδειά και την προκοπή μας . Για το καλό του χωριού ολάκερου . Του λόγου σου μην απολησμονήσεις το σταυρόχορτο και το μαυρομάνικο το μαχαίρι στο στρίγερο .
   Το σταυρόχορτο είναι από χτες κομμένο , γυναίκα . Να του βάλω μιά άσπρη κλωστή κι' απέ θα το στήσω στην κορφή του στρίγερου . Παραδίπλα καρφωτό το μαυρομάνικο μαχαίρι με την ολοκέντητη λαβή , ν' αποδιώχνει το κακό το μάτι απ' τη χαρά τ' αλωνιού . Όπου νάναι θα φανεί κι' ο Λιαροκάπης με το Ντορή και το Μούρκο . Μονάχα του λόγου του απόμεινε να φοράει τη φουστανέλα από το βλάχικο συνάφι που κατεβαίνει στο χωριό για τ' αλώνισμα . Οι άλλοι του συναφιού φοράνε μονάχα τη φέρμελη , το γιλέκο και τη μακρυά τη μπουραζάνα , ίδια φουσκωμένη βράκα .

    Ο Λιαροκάπης όμως δεν αποχωρίζεται τη φουστανέλα κι' έτσι καθώς τρέχει από κοντά στ' άλογα κι' ανεμίζει στο αλαφρό τ' αεράκι , νοιώθεις την ομορφάδα και τη λεβεντιά της φορεσιάς που μοσχοβολάει παλληκαριά . Άργεψε λιγάκι να φανεί , μα πρέπει ξημερώματα να βοσκήσει λιγάκι στο τρανό λιβάδι και τ' άλογα . Λιγάκι , καθώς λέει κι' ο ίδιος . Μη βαρύνουν πολύ και δεν έχουν την αλαφράδα να πετάνε πάνω στο χρυσάφι τ' αλωνιού . Σκέψου , γυναίκα , . Τόσο χρυσάφι απλωμένο μπροστά μας . Πόσος κόπος χρειάστηκε να γίνει δεμάτι και καρπός . Σπαρμουδιά , βοτάνισμα , θέρισμα , κουβάλημα , θημώνιασμα . Και τώρα το πανηγύρι τ' αλωνιού . Ο μεγάλος κόπος γίνεται τραγούδι και τ' όνειρο που το θερμαίναμε τόσο καιρό στην καρδιά μας , γίνεται καρπός , η χαρά κι' η ομορφιά της ζωής μας .
   Έτσι είναι αφέντη . Προσμένοντας και δουλεύοντας με την πίστη στην καρδιά , τ' όνειρο παίρνει το δρόμο του . Γίνεται από πράσινο χορτάρι , χρυσάφι και καρπός . Ευλογημένο τ' όνομα του Θεού , που μας αξίωσε και φέτος πάλι την ίδια χαρά να δοκιμάσουμε ! Χρόνια τώρα λαχταράμε τούτη την ώρα . Φοβόμαστε μην ανοχέψει το χωράφι . Από κοντά μην του λείψει η έγνοια κι' η φροντίδα μας . Με τη λαχτάρα μη δεν έχει στην ώρα του τη βροχή για να μεστώσει ο καρπός . Μην το κάψει ο λίβας . Κι' όμως όλα γίνονται κάθε φορά , τόσο καλά , με την βοήθεια του Παντοδύναμου . Ακούω τραγούδια από το Μεγάλο Διάσελο . Του λόγου σου , που γνωρίζεις καλύτερα τη φωνή του Λιαροκάπη , για αφουγκράσου , μην έρχεται να συνταρχίσουμε περσότερο και των δεματιών το στρώσιμο , μην έρθει κι άστρωτο τ' αλώνι τόβρει .
   Τι όμορφο και περήφανο τραγούδι ! Του λόγου του είναι . Δε φαίνεται , γιατί τα πυκνά τα ελάτια κρύβουν βαλμά κι' άλογα . Είναι βέβαια κάμποσος δρόμος ως εδώ κι' έτσι πούρχεται με το ραχάτι του , τραγουδώντας , θα κάμει ως μισή ώρα πάνου κάτου . Κι' έτσι προλαβαίνουμε , γυναίκα . Όλα θα γίνουν καθώς πρέπει , όμορφα και καλοσυνάτα . Θάρθει και λόγου του , άντρας που τα πέρασε τα πενήντα πέντε κι' όμως έχει την ελαφράδα δωδεκάχρονου παιδιού . Ισιόκορμος , δυνατός , περήφανος . Άνθρωπος με τόσες έγνοιες , πρωτοτσέλιγκας δα τι άλλο . Κι' όμως βαστιέται κι' αντέχει σ' όλα . Στη δουλειά και το τραγούδι . Εκείνος στα διάσελα και τα κοπάδια , εμείς στα χωράφια , τους ποτιστάδες και τα μποστάνια .

   Ο καθένας στη δουλειά του . Νάναι καλά και λόγου του με γερό μαξούλι από τα πράματά του και λόγου μας με μπόλικο καρπό στ' αμπάρια μας .
   Πάντα με τη βοήθεια του Μεγαλοδύναμου , αφέντη . Πάντα για την προκοπή , για τη χαρά και την απαντοχή της ομορφιάς που με τον καρπό τον περίσσιο δένεται . Πάντα με το τραγούδι . Με το χαρακτηριστικό αυτό εθιμογραφικό τρόπο στρώνονταν τα δεμάτια στ' αλώνι . Σε λίγο φτάναν οι βαλμάδες κι' άρχιζε τ' αλώνισμα . Με τις ευχές : " Η ώρα η καλή " και " Καλά μπιρικέτια " βάζαν τ' άλογα στ' αλώνι , ενώ ο ήλιος που πύρωνε , βοηθούσε να λιώσουν γρήγορα τα δεμάτια και τα χειρόβολα .

    Οι αλωναραίοι , αν ήταν δυο , άλλαζαν κάθε τόσο για να παίρνουν μια ανάσα στον ίσκιο των δέντρων που βρίσκονταν εκεί κοντά , πίνοντας κι' από κανένα τσίπουρο . ως το μεσημέρι το στάρι τσακίζονταν κι' ήταν για γύρισμα . Γύριζαν τότε το σιτάρι κι' ύστερα κάθονταν , σταυροπόδι η σε κα΄μιά ξύλινη τάβλα , και το ‘ριχναν στο φαγοπότι . Το μεσημεριάτικο αυτό φαγητό είχε πραγματικά τη μορφή μικρού πανηγυριού . Κύριο φαγητό η κολοκυθόπιτα , με τυρί και αρκετό φρέσκο βούτυρο . Από κοντά οι σαλάτες , με τυρί και μπόλικα φρούτα . Καινούργια δουλειά σαν τέλειωναν το φαγητό .

   Ύστερα το μάζεμα του καρπού και του άχυρου και τελευταία το ξανέμισμα η λίχνισμα , κυρίως το βράδυ που ο άνεμος βοηθούσε σε τούτο περίσσια . Έτσι ολοκληρώνονταν το αλώνισμα του σιταριού , σε μια ιδιαίτερα γραφική ατμόσφαιρα , όπου η λαχτάρα της καρδιάς έπαιρνε τη λάμψη και την ομορφιά του φυσικού χώρου σ' ένα παράλληλο συνδυασμό του έθιμου του παλιού καλού καιρού “ .

   Έτσι λοιπόν , είδε , θυμόταν και κατέγραψε το αλώνισμα , με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο , στα χωριά της Ρούμελης , ο αξέχαστος φίλος του Λιδορικιού , λογοτέχνης και δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος , απ' το Μαραθιά Ευρυτανίας .
   Για ενημέρωσή σας , σας δίνουμε μερικές ακόμα σχετικές φωτογραφίες , απ' το αλώνισμα , το λίχνισμα , έτσι για να ‘χετε μια εικόνα αυτού του μικρού πανηγυριού , όπως έγραφε κι' ο αείμνηστος , αγαπημένος φίλος Δημήτρης , που είχε έρθει πάρα πολλές φορές στο χωριό μας , και σαν ομιλητής αλλά και σαν φίλος-επισκέπτης , με μια πάντα ..καλοκαιρινή απαίτηση , έλεγε στη μάνα μας : Θειά Κικούλα , όχι..κρεατικά , για φαγητό , ..φασουλάκια , ξέρεις εσύ..με μπόλ’κο λαδάκ’ και…ντουματούλα.….(..Καρπενησιώτης βλέπετε ο αξέχαστος Δημήτρης ..γνήσιος..) .

                     Καλό σας απόγευμα  ....Κ..Κ.-

26.6.13

ΑΛΩΝΙΑ - ΑΛΩΝΙΣΜΑ

 

image_thumb10

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ  ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ : Απ’ τα  “ Γεωργικά  της  Ρούμελης “ του  Δωριέα ( Αρτοτινού ) λαογράφου  Δημ. Λουκόπουλου .

Το  αλώνισμα

Πριν  ακόμα  τα  άλογα  έρθουν , όλοι  οι  σπιτικοί του  κι’ ο  γεωργός βρίσκονται στ΄αλώνι από  πρωί .Παίρνουν τα δεμάτια απ’ τη θημωνιά και  τα  στήνουν ορθά γύρω- γύρω στο  στρίγερο κι ως τα  χείλια  του  αλωνιού , έπειτα κόβουν τα δεματικά και  τα  δεμάτια σκορπιούνται σε  σωρούς από  χερόβολα . Λύνουν  τα  χερόβολα και  τότε τα  στάχυα  σα  στίβα πιάνουν ολόκληρο  τ’ αλώνι .

   Πριν  αρχίσουν να  λυούνε  τα  χερόβολα στ’ Άγραφα , μπήγουν στο  στρίγερο ένα  μαχαίρι για  να  διώχνει  τα βάσκανα  μάτια ..

   Οι  αλωναραίοι , όταν  καταλάβουν πως  είναι  η  ώρα , βάζουν  τ’ άλογα μπρός και  τα  οδηγούν  στ’ αλώνι . Αν  περάσουν από  βρύση ή  απ’ αυλάκι με  γάργαρο  νερό , στέκονται  και  τα ποτίζουν . Νάτοι , σε  λίγο  έφτασαν .

   Δένουν την  τρίχινη  τριχιά στο  στρίγερο και με  την  αγκούτσα πιάνουν τη  θηλιά απ’ το  ένα , το  προς  τα  μέσα  άλογο .

Αλώνισμα 1

   Άπλωσε λέει  ο  αλωνιάρης , και  σκάζει μια  ποπίσω τους με  το καμουτσίκι που κρατεί  στα  χέρια .

και  τυλίγεται    Τ’ άλογα παίρνουν φόρα και  τρέχουν , κι’ όπως πατούν πάνω  στα στάχυα , τα  τρίβουν . Κραπ ! κραπ ! κραπ ! ακούγεται  αδιάκοπο κι από  πίσω  τους .

   - Αε ! Αε !Αε !  Άπλωσε ! λέει ο  αλωνιάρης και  σκασταρίζει και κάμποσες  καμουτσικιές στον  αέρα για  να  σκιάζει τα  άλογά  του .

   Γυρίζουν – γυρίζουν κι η  τριχιά όλο και τυλίγεται στο  στρίγερο και  η  ζυγή όλο και  τον  σιμώνει .

   ‘Οταν  σιμώσουν πολύ στο  στρίγερο κι είναι αδύνατο  να  γνωρίζουν  πια  τα  άλογα :

    - Άλλαξε , κάνει  μια  φορά  ο  αλωνιάρης .

image[4]

   Και  ξεπιάνει την  αγκούτσα απ’ τη  θηλιά . Τ’ άλογα κάνουν  μεταβολή προς  τ’ αντίθετα . Ο αλωνιάρης πιάνει την αγκούτσα απ’ τη  θηλιά του  απόξω  αλόγου κι ολη  η  ζυγή παίρνει δρόμο  αντίθετο  από  πριν .

   Πατούν – πατούν τ’ αλογα  πάνω  στα  στάχυα και  κείνα όλο  και κόβονται απ’ τα  πέταλα και  τ’ αλογοκάρφια  τους . Κι ο  αλωνιάρης  όλο  και  φωνάζει :

    - Άπλωσε , άπλωσε !…..

   Ο γεωργός  κι η  γυναίκα  του στέκονται  στις  άκρες τ’ αλωνιού , κείνος κρατεί το δικούλι ή  δικριάνι στα  χέρια  του .

   Δικούλι είναι ένα  ξύλο ίσιαμε  μια  οργιά  μακρύ . Στη  μια  του  άκρη έχει  τρία  δόντια μακριά , κι αυτά  μοιάζουν σαν  τα  δόντια  που  είχε  η  τρίαινα  του Ποσειδώνα , ή  σαν τα  δόντια που  έχει  το  καμάκι του  ψαρά . Είναι  εργαλείο το  δικούλι που  φτιάνει  ο γεωργός  μόνος  του από  αρίσιο ή  ελατίσιο ξύλο , και  το  μεταχειρίζεται τούτη  τη  στιγμή , στο  αλώνισμα .

   Τα  στάχυα κατασυντριμμένα και  πετσοκομμένα απ’ των  αλόγων τα  πέταλα , όλο  και  ξεφεύγουν απ’ τα  χείλια  τ’ αλωνιού , μα  ο  γεωργός με  το  δικούλι όλο και  τα  διώχνει προς  τα  μέσα .

   Το  ίδιο  κάνει κι η  γυναίκα  του , κρατεί στο  χέρι  της σκούπα  καμωμένη από  αγκαθωτούς θάμνους , το χόλι ή  αχόλι , κι’ όλο σκουπίζει τα  σπειριά και  τα  συντριμμένα στάχυα προς τα  μέσα του  αλωνιού .

   Όταν  ο  ένας ο αλωνιάρης κουραστεί  τρέχοντας από  κοντά  στα  άλογα , νάτος  ο  άλλος που καθόταν  εκεί  τον  παραπέρα στον  ΄ίσκιο ένος δεντρού , μπαίνει στ’ αλώνι μέσα , αρπάχνει από  τα  χέρια το  καμουτσίκι και :

   - Αε! Αε ! τον  ακούς να  κάνει και να  φοβερίζει τα ζώα σκάζοντας το  καμουτσίκι στον  αέρα .

   Τ’αλογα  τ’ αλλάζουν πολλές φορές , τα  στάχυα όσο  πάνε και  τσακίζονται , έτσι  γίνεται το λειώμα που  λένε . Στο  αποκάτω βρίσκεται  ο  καρπός σα  βαρύτερος , αποπάνω  τα  άχερα , ωστόσο  ανάμεσα , ανάμεσα συμπατιόνται και μένουν  ατσάκιστα κάμποσα  στάχυα , γι’αυτό κι είναι  ανάγκη από  ώρα σ’ ώρα να  γυρίζεται  το  λειώμα . Το γύρισμα γίνεται ως  εξής :

   Ο  αλωνιάρης  ξεπιάνει  τα  άλογα απ’ την  αγκούτσα και  τα  οδηγεί πιο  πέρα απ’ τ’ αλώνι . Τους  ρίχνει τριφύλλι και  τρώνε , παίρνει  το  δικούλι στα  χέρια και  στέκεται αντίκρυα στο  γεωργό , αυτός  από  μέσα και  κείνος  επόξω ή  κι αντίστροφα , κι’ αρχίζουν . Χώνουν τα δικούλια στο  λειώμα , σηκώνουν κάμποσα  στάχυα και τα  γυρίζουν  τ’ ανάποδα . Το  παίρνουν αντίστροφα και  γυρίζουν έτσι όλο  το  λειώμα απ’ τη  μια  μεριά ως την  άλλη άκρη  τ’ αλωνιού .

   Νομίζει τώρα  κανείς πως το  σιτάρι είναι αλώνιστο , τόσο πολλά άκοφτα στάχυα έχουν  μείνει στα  ανάμεσα .

   Αφήνει  το  δικούλι ο  αλωνιάρης και  φλερνει τ’ άλογα και  πάλι , τα  πιάνει απ’ την  αγκούτσα και  πάλι  αλωνίζει .

   Τυχόν  και  περάσει  ξένος στ’ αλώνι  κοντά  θα καλημερίσει :

    - Ώρα  σας  καλή , θα  ειπεί , να  μη  βασκαθούν τ’ άλογά  σας και  καλά  μπερεκέτια .

    - Να  είσαι  καλά , θα  απολογηθούν , και  στο  γάμο  σου  αν  είσαι  ανύπαντρος , αλλιώς :

    - Να ζήσουν τα  παιδιά  σου  και  καλόκαρδος ! ή

    - Να είσαι  καλά κι εσύ κι η  φαμιλιά  σου !

   Έτσι  σιγά – σιγά  το  σιτάρι τσακλατίζεται , όπως  λένε το  να σπάζουν τα καλάμια και  να  σκορπιούνται τα  σπειριά μέσα στ’ αλώνι .

   Ολόγυρα στο  στρίγερο δε  βλέπεις παρά όλο  άχερα άσπρα  και  κιτρινωπά που  πιάνουν  όλο το  γύρο τ’ αλωνιού , και  τον  κάμπο  αυτόν τ’ αλωνιού , και τον  κάμπο  αυτόν των αχεριών αυλακωμένον  απ’ τα  ποδάρια των  αλόγων .

1b_thimonia

.

      Ύστερα  από  το  αλώνισμα .

   -  Έγινε  το λειώμα τους  ακούς . Δηλαδή δεν  υπάρχει ανάγκη  να εξακολουθήσει  το  αλώνισμα .

   Ξεπιάνουν  τα  άλογα  οι  αλωνιαραίοι απ’ την  αγκούτσα , λύνουν  την τριχιά απ’ το  στρίγερο και φεύγουν  για  το  σπίτι ή  άλλο  αλώνι .

    - Και του  χρόνου περισσότερο , ευκιόνται , και καλά ξελιχνίσματα !

    - Να είστε καλά και  πολύχρονοι ! απαντάει  ο  γεωργός κι η  γυναίκα  του . Να  ζήσουν  τα  άλογά  σα και  καλά  διαφορέματα  φέτος .

   Διαφορέματα εννοούν τα  κέρδη των  αλωνισταραίων από  τα  αλωνίσματα .

   Χαρά  και  αγαλλίαση σκορπιέται ύστερα  απ’ τ’ αλώνισμα . Γειτόνοι και  φίλοι μαζεύονται να  ιδούν πόσο θα  κάμει ο  γείτονάς  τους . Είναι  η  περιέργεια .

    - Πόσο θα  βγει ; τους  ακούς

     - Τόσο  !

     - Εγώ ΄λέω  τόσο . Δεν πήραν  ψωμί  τα  σιτάρια φέτος ! ή  είναι ψωμωμένο  το  σιτάρι ή  εκείνο  το  σπυράκι που  είχε  είναι  βαρύ .

     Ό,τι έδωσε  ο Θεός , ό,τι  έδωσε  ο Θεός , λέει ο  γεωργός για  να  διαλύσει κάθε  αμφιβολία , κάθε  αδιάκριτη ίσως  περιέργεια .

   Και πάει εκεί  παραπέρα και  κόβει σταυροχόρτι ( Verbena offizi-nalis ) ένα  χορτάρι που  τα  κλαδιά  του  έρπουν στη   γη κι ‘εχουν  κλαδί από το  ένα , κλαδί  κι από  το  άλλο μέρος , έτσι  να  σχηματίζεται σταυρός , γι αυτό και  σταυροχόρτι .

   Κόβει  λοιπόν σταυροχόρτι και το  φέρνει και  το δένει στην  κορφή του  τρίγερου . Τη  στιγμή  που  το δένει  ευκιέται :

    - Του  χρόνου πλειότερο να  δώσει  ο Θεός και χρόνια  πολλά  τ’ αλώνισμα !

Αρπάχνει  έπειτα το  δικριάνι κι ανοίγει από  τη  μια  μεριά ως  την  άλλη άκρη στο  λειώμα ένα  αυλάκι . Πάει κι’ αντίθετα κι ανοίγει και  δεύτερο  αυλάκι έτσι που τα  δυο να  σχηματίσουν  ένα  σταυρό .

   Όπου δε  βρίσκουν  σταυροχόρτι για  να  δέσουν στην  κορφή στο  στρίγερο , δένουν σταυράγκαθο , το  ίδιο  κάνει . Είναι  χορτάρι  αγκαθωτό που  κι αυτουνού  τα  κλαδιά διευθύνονται σταυρωτά και  παραδέχονται πως ο ίδιος  ο Χριστός το  έφτιασε  το  σταυράγκαθο , γι αυτό κι είναι  ευλογημένο .

   Τραγούδια  τ’ αλωνιού δεν  έχουν , ούτε  και δίνεται  καιρός στους  αλωναραίους να  τραγουδήσουν , γιατί  όλο  και  σαλαγάνε τ’ άλογα , όλο και  σκάζουν το  καμουτσίκι στον  αέρα για  φόβο  των αλόγων .

   Ωστόσο υπάρχει ένα τραγούδι που  κάνει λόγο για  το  αλώνισμα , να το :

          Εδώ πέρα  στ΄αντίπερα , στα  χάλκινα  τ’ αλώνια ,

          Όπ’ αλωνίζουν δώδεκα και  δεκατρείς  λιχνάνε ,

          Κι η Μάρω με τη  βάβα  της τριγύρω με  το  χόλι .

        - Μάρω , της  λέει  η  βάβα  της …

          Φεύγα , Μάρω ΄π’ τον  κουρνιαχτό , φεύγα Μάρω απ’ τον  ήλιο  !

           - Κι αν με  ραχνιάσει ο  κουρνιαχτός , κι ας  με  ραχνιάσει ο  ήλιος 

          - Εγώ τον  πρώτο  λιχνιστή , άντρα θελά  τον  πάρω !

25.6.13

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΣΤΗ ΡΟΥΜΕΛΗ

 

ΑΛΩΝΙΣΤΙΚΗ..ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ  ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΔΗΜΗΤΡΗ  ΣΤΑΜΕΛΟΥ

T' αλώνισμα του παλιού καλού καιρού στα Ρουμελιώτικα χωριά , ένα πραγματικό πανηγύρι για μεγάλους , μα και...παιδιά.......

 

Απ' τα " ΛΙΔΩΡΙΚΙΩΤΙΚΑ " 1983 , του αξέχαστου Λιδορικιώτη Γιώργου Καψάλη , ας δούμε πως θυμάται και καταγράφει ο αείμνηστος Δημήτρης Σταμέλος , καλός-καλός φίλος , το Ρουμελιώτικο παλιοκαιρίτικο αλώνισμα , απολαύστε το :

Εδώ πέρα στ' αντίπερα , στα πέτρινα τ' αλώνια

όπ' αλωνίζουν δώδεκα και δέκα τρεις λιχνάνε ,

η Μάρω με τη βάβα της αργοκοιτάει τον ήλιο .

- Μάρω μ', της λέει η βάβα της , κάτσε κατά τον ίσκιο ,

να μη σε βρει ο κουρνιαχτός , μη σε μαυρίσει ο ήλιος .

Κι' η Μάρω στέκει ολόστητη κι' αυτό το λόγο λέει :

- Κι' αν με 'ραχνιάσει ο κουρνιαχτός

κι' αν με ραχνιάσει ο ήλιος

εγώ τον πρώτο λιχνιστή άντρα μου θα τον πάρω .

   Το δημοτικό αυτό τραγούδι δείχνει πόσο δεμένο με την ομορφιά και τη βαθύτερη συναισθηματική γοητεία του ανθρώπου , ήταν το αλώνισμα , σε παλιότερους καιρούς , στα χωριά μας . Τότε που μέσα στο στρώσιμο των χρυσών δεματιών , στο λίχνισμα , στων αλόγων και του βαλμά το ξάναμα , ανυψώνονταν μελωδική η ευχαριστήρια φωνή για του καρπού το θησαύρισμα . Ήταν η ανταμοιβή του μόχθου κι' ήταν ο ανασασμός της ελπίδας που ξάνοιγε καινούργιες χαρές στους δαντελλένιους ορίζοντες , στην ομορφιά της γης και στην απλοχωριά της καρδιάς τους .

   Το αλώνισμα σε κείνους τους καιρούς , είχε μια μορφή ποιητικής εξιδανίκευσης κι' ομορφιάς ξεχωριστής , έτσι καθώς γίνονταν με τ' άλογα που τα φέρναν στο χωριό οι βαλμάδες η αλωνισταραίοι καθώς τους έλεγαν . Ετούτοι ήταν βλάχοι που ξεκαλοκαίριαζαν στα κοντινά βουνά και κάθε χρόνο έκαναν συντροφιές και γύριζαν από χωριό σε χωριό κι' αλώνιζαν , παίρνοντας , συνήθως , την αμοιβή τους σε καρπό . Κάθε βαλμάς είχε τους δικούς του νοικοκυραίους που θ' αλώνιζε την παραγωγή τους , σχεδόν τους ίδιους κάθε χρόνο .

   'Οσο για τ' αλώνια , αυτά ήταν καμωμένα είτε με όμορφη καλοπελεκημένη πέτρα η και με σκέτο χώμα που τ' άλειβαν στην επιφάνειά του με γελαδοσβουνιά , γιατί καθώς ξηραίνονταν η λάσπη δεν υπήρχε κίνδυνος να σκάσει το χώμα και ν' ανακατευθεί με το σιτάρι . Φυσικά τα πιο εξυπηρετικά ήταν τα πετράλωνα που χρειάζονταν να καθαρισθούν μονάχα μια φορά το χρόνο , από τα χόρτα που έβγαιναν ανάμεσα στις χαραμάδες που άφηναν οι πέτρες . Τα πετράλωνα τα κατασκεύαζαν ειδικοί μαστόροι . Στο κέντρο του αλωνιού υπήρχε , καλά μπηγμένο ένα γερό ξύλο , που το λεγαν στρίγερο ή στρουιρό . Από κει έδεναν τις τριχιές με τις οποίες ήταν δεμένα κι' έφερναν γύρες μέσα στ' αλώνι τ' άλογα .

   Πιο πέρα απ' τ' αλώνι υπήρχε ένας χερσότοπος , όπου και στήνανε οι χωριανοί τις θημωνιές τους , μια που τ' αλώνια ήταν συνήθως κοινοτικά και τα χρησιμοποιούσαν με τη σειρά . Κάθε φορά που ένας αλώνιζε και τελείωνε με το ξανέμισμα και μάζευε τον καρπό του , όποιος προλάβαινε κι' έστηνε δίπλα στο στρίγερο ένα δεμάτι σταριού , εκείνος θ' αλώνιζε . Κανένας δεν χάλαγε τη σειρά , γιατί πίστευαν πως αυτό θα ήταν κακό για την επόμενη σοδειά τους .           

   Επίσης μαλώματα , την περίοδο του αλωνίσματος και μάλιστα κοντά στ' αλώνια , τα θεωρούσαν κακοσημαδιά και τ' απέφευγαν με κάθε τρόπο . Τώρα που ήταν η ώρα του καρπού , έπρεπε , περισσότερο , να υπάρχει αγάπη ανάμεσά τους .

   Η ατμόσφαιρα αυτή του αλωνίσματος είχε κάτι από την ομορφιά και την ποίηση των " Ειδυλλίων " του Θεοκρίτου , με την θάλασσα των χρυσών σταριών που γιόμιζαν τ' αλώνια , με τους νοικοκυραίους όλο χαμόγελο και κέφι , με τους βλάχους ντυμένους με τα βαρειά σκουτιά τους , το στριφτό μουστάκι , τα σελάχια και το τραγούδι το λεβέντικο . Ήταν να καμαρώνεις και να χαίρεσαι αυτή τη γοητευτική ατμόσφαιρα . Αντιβούιζε το χωριό κι' οι ρεματιές και τα σύρραχα απ' τις φωνές των βαλμάδων που έτρεχαν από κοντά στα σπαθάτα τους άλογα, καθώς εκείνα κομμάτιαζαν το στάρι . Δεμένο γερά με χοντρές τριχιές από τον στρίγερο , φρούμαζαν και πηδούσαν μέσα στο απλωμένο χρυσάφι του σταριού , κι' οι νοικοκυραίοι από γύρα με τα ειδικά σύνεργα , τα ξύλινα η σιδερένια δικούλια , πρόσεχαν μην ξεχειλίσει το στάρι από τις άκρες τ' αλωνιού . Κι όλοι , αλωνιστάδες και νοικοκυραίοι , είχαν κέφι στην καρδιά και το τραγούδι στα χείλη ,ένα τραγούδι που μιλούσε για την πληρωμή του ανθρώπινου μόχθου , για την αμοιβή του κόπου τους , για τον καρπό που θα γιόμιζε τ' αμπάρια του σπιτιού .

image

   Θα γνωρίσουμε στη συνέχεια , αυτή την ατμόσφαιρα της προετοιμασίας για τ' αλώνισμα σε ρουμελιώτικο χωριό . εδώ και κάμποσα χρόνια . Στο πετράλωνο ένα αντρόγυνο στρώνει τα δεμάτια κι' ετοιμάζεται για το πανηγύρι του αλωνίσματος , καθώς αχνοροδίζει , στις κοντινές κορφούλες , η ανάσα της καλοκαιριάτικης αυγής . Είναι δυο ηλικιωμένοι χωριάτες . Ο άντρας πλησιάζει τα εξήντα ενώ η γυναίκα του κάπου δέκα χρόνια μικρότερή του .Καθώς το έργο κινάει το χαρούμενο δρόμο του , κινάει κι' ο λόγος , λόγος απαντοχής κι' ελπίδας στην καρδιά τους , ένας λόγος που συνδυάζεται και με τη χαρακτηριστική ομορφιά του εθίμου .

-- Χάραξε για καλά γυναίκα , και λόγου μας δε στρώσαμε ακόμα τ' αλώνι . Όπου να ‘ναι θα φανούνε κι' οι βαλμάδες .

-- Όλα θα τα προλάβουμε , αφέντη . Έχει ο Θεός . Έτσι μπόλικος που είναι ο καρπός , μεγαλώνει πιότερο κι η λαχτάρα της καρδιάς μας . Όσο για τους βαλμάδες δεν είναι δα και τόσο εύκολο να φτάσουν από τα τσοπάνικα λημέρια , νωρίς - νωρίς . Ο δρόμος είναι κάμποσος και δεν πρέπει να κουραστούνε κι ίδιοι και τ' άλογά τους .

image

-- Να κουραστεί ο Τριτσιμπίδας κι' ο Λιαροκάπης , γυναίκα ; Αυτοί παίρνουν περαταριά χωριά και χωριά με τ' άλογά τους . Οι καλύτεροι αλωνιστάδες . Και ξέρεις σόι πάει το βαλμαλίκι . Αλωνιστάδες πάππου προς πάππου . Άξιοι , χεροδύναμοι κι άνθρωποι με μπέσα . Έτσι και σου πουν την τάδε ώρα , τη τάδε μέρα , θα ρθούνε , να μη κρατήσουν το λόγο τους δε γίνεται . Ο κόσμος , που λέει ο λόγος , να χαλάσει , θα 'ρθούνε . Με το φεσάκι τους στραβά , μόλις που να κρύβει τα κατσαρά τους τα μαλλιά , με τη φέρμελη , το σελάχι , τη σκαλισμένη γκλίτσα και το κοντοκάπι .Ετούτοι την κρατάνε τη λεβέντικη , τη ρωμαίικη τη φορεσιά . Και με τι καμάρι , αληθινά όπως της ταιριάζει . Μιλάω για βιασύνη κι απολησμονήθηκα στην κουβέντα . Μα έτσι όμορφα που είναι όλα τριγύρω μας . Τόση ομορφιά και τόση καλοσύνη ! Ο Θεός που σκόρπισε μ' απλοχεριά την ομορφιά ολόγυρά μας , δίνει τώρα περίσσια και τη χαρά στην καρδιά μας , με τον πλούσιο καρπό . Να κόψω ένα ξύλο σταυρωτό να το μπήξουμε στο στροϊρό , καταμεσής στ' αλωνιού το χρυσαφένιο πλάτος όλα να πάνε καλά στην ευλογημένη τούτη μέρα .

-- Να το μπήξεις αφέντη , κι' απέ να βάλουμε στη ρίζα του , κάτω από τα τρία πρώρα δεμάτια , μπόλικο λιβάνι , ένα τριμμένο δαφνόφυλλο από τα βάγια που κρατάμε στο εικονοστάσι και τρία μεγάλα σκόρδα , με την πλεξούδα τους . Μάτι να μην πιάσει τ' άλογα . Θυμάσαι δα τι έπαθαν , πρόπερσι , οι Κωστακαίοι που χασαν πάνω στ' αλώνι την καλύτερη σαρακατσάνικη φοράδα ;

-- Αν θυμάμαι λες , γυναίκα . Μπορεί ν' απολησμονήσει κανένας το μεγάλο το κακό , να σκάσει το πράμα μέσα στ' αλώνι από το μάτι . Μα τι φοράδα ήτανε εκείνη ! Τεφαρίκι ολάκερο . Χλιμίντραγε σα να τραγούδαγε . Σπαθάτο , άξιο , πρώτο στ' ασκέρια των βαλμάδων . Έλεγα πολλές φορές στον αφέντη του : " Μωρέ συμπέθερε , ρίχνε καμιά φορά κι' από λίγο αγιασμό στη φοράδα να μην την πιάσει τι κακό μάτι . Κρέμασέ του και κανένα χαϊμαλί με το κοκαλάκι της νυχτερίδας μέσα σε χρυσοκλωστές " . Που ν' ακούσει ο βλάχος . Ώσπου ήρθε η κακή η μέρα που να μη δευτερώσει . Είχανε φτάσει στη μεσιά τ' αλωνιού , ότι τσάκιζε η καλαμιά , σαν πέρασε από κει η κακίστρα η γριά Λούτινα , το κακό μάτι του χωριού . " Η ώρα η καλή είπε ξερά ". Κι' από μέσα της " Μωρέ τι φοράδα είναι τούτη ! ". Κι'έφυγε κατά το κεφαλάρι . Και το κακό δεν άργησε . Φρένιασε το πράμα , πέφτει κάτου , σπαρταράει . Πριν προλάβουμε να του διαβάσουμε το ξόρκι και να το σταυρώσουμε , έσκασε . Μάτι να σου πετύχει ! Σκόρδο και λιβάνι στα μάτια σου κακίστρα γριά Λούτινα , μακριά από τ' αλώνι και την προκοπή μας . Να βάλεις σταυρωτά τα πέντε πρώτα δεμάτια .

 

   Κοιτώντας κατά την ανατολή , δοξολογώντας το Θεό για τη χαρά που μας δίνει με τον μπόλικο καρπό . Ν' αποσώσουμε , αφέντη , το στρώσιμο κι' απέ σα φτάσουν οι βλάχοι με τα πράματα , να κοιτάξω την ετοιμασία του μεσημεριάτικου . Πάντα κάτου από την πυκνή των δέντρων φυλλωσιά φρέσκο και δροσερό θα ‘ναι το νερό και παραδίπλα το παγούρι με το τσίπουρο . Οι βλάχοι το τραβάνε το τσίπουρο .
   Μη δα το ‘χουνε και στα κονάκια τους , γυναίκα . Εκεί άλλο από μυζήθρα , ξυνόγαλο και χλωροτύρι μη δα κι' έχουνε και τίποτες άλλο . Σαν κατεβαίνουν στα χωριά το ρίχνουν στο πιοτό . Κρασί θα ‘χουμε βέβαια ακόμα στο μεγάλο βαγένι . Να τραβήξουμε καμιά νταμιζάνα , το μεσημέρι , σαν αποσώσουμε τ' αλώνισμα .
   Και βέβαια έχουμε , αφέντη . Κι' έτσι πλούσιο θα ναι το τραπέζι της τρανής γιορτής . Πίττες και σαλάτες και τυριά και μεζεκλίκια μπόλικα .
Όσο για την πίττα θα την θυμούνται κι' από πέρυσι , γυναίκα , τόσο καλή που βγαίνει από τα χέρια σου . Καλά συρμένο το πέτρο , με το τυρί και το βούτυρο στην κανονική τους αναλογία , ροδοψημένη στη γάστρα . Να τρως και να γλείφεις και τα δάχτυλά σου . Λέω να φωνάξουμε και την ανηψιά μας , τη Λαμπρινή , να μας βοηθήσει σα θ' απλώσει το στάρι και θα γιομίσει το πετράλωνο , καρπό κι' άχυρο .
Θα τα βόλέψουμε μοναχοί μας , Θανάση . Μη χολοσκάς . Μπορεί λιγάκι να μας βοηθήσει στο πρωτογύρισμα . Βάνω σταυρωτά τα πρώτα δεμάτια . " Η ώρα η καλή , αφέντη , κι' ο Χριστός κι' οι άγιοι κοντά μας ".
   Αμήν . Τι βλέπω , Διαμάντω . Να σαι καλά που όλα τα θυμάσαι και τα προσέχεις καθώς ταιριάζει . Έβαλες κιόλας στην ασημένια κούπα τρία κομμάτια μοσχολίβανο να σταυρώσεις τον στρίγερο και τα πρώτα δεμάτια και το μπουκάλι με τον αγιασμό να ρίξεις στο σιτάρι , για το καλό .
   Όλα πρέπει να γίνουν , αφέντη . Για το καλό το δικό μας , για τη σοδειά και την πρκοπή μας . Για το καλό του χωριού ολάκερου . Του λόγου σου μην απολησμονήσεις το σταυρόχορτο και το μαυρομάνικο το μαχαίρι στο στρίγερο .
   Το σταυρόχορτο είναι από χτες κομμένο , γυναίκα . Να του βάλω μια άσπρη κλωστή κι' απέ θα το στήσω στην κορφή του στρίγερου . Παραδίπλα καρφωτό το μαυρομάνικο μαχαίρι με την ολοκέντητη λαβή , ν' αποδιώχνει το κακό το μάτι απ' τη χαρά τ' αλωνιού . Όπου να ναι θα φανεί κι' ο Λιαροκάπης με το Ντορή και το Μούρκο . Μονάχα του λόγου του απόμεινε να φοράει τη φουστανέλα από το βλάχικο συνάφι που κατεβαίνει στο χωριό για τ' αλώνισμα . Οι άλλοι του συναφιού φοράνε μονάχα τη φέρμελη , το γιλέκο και τη μακριά τη μπουραζάνα , ίδια φουσκωμένη βράκα .

    Ο Λιαροκάπης όμως δεν αποχωρίζεται τη φουστανέλα κι' έτσι καθώς τρέχει από κοντά στ' άλογα κι' ανεμίζει στο αλαφρό τ' αεράκι , νοιώθεις την ομορφάδα και τη λεβεντιά της φορεσιάς που μοσχοβολάει παλληκαριά . Άργεψε λιγάκι να φανεί , μα πρέπει ξημερώματα να βοσκήσει λιγάκι στο τρανό λιβάδι και τ' άλογα . Λιγάκι , καθώς λέει κι' ο ίδιος . Μη βαρύνουν πολύ και δεν έχουν την αλαφράδα να πετάνε πάνω στο χρυσάφι τ' αλωνιού . Σκέψου , γυναίκα , . Τόσο χρυσάφι απλωμένο μπροστά μας . Πόσος κόπος χρειάστηκε να γίνει δεμάτι και καρπός . Σπαρμουδιά , βοτάνισμα , θέρισμα , κουβάλημα , θημώνιασμα . Και τώρα το πανηγύρι τ' αλωνιού . Ο μεγάλος κόπος γίνεται τραγούδι και τ' όνειρο που το θερμαίναμε τόσο καιρό στην καρδιά μας , γίνεται καρπός , η χαρά κι' η ομορφιά της ζωής μας .
   Έτσι είναι αφέντη . Προσμένοντας και δουλεύοντας με την πίστη στην καρδιά , τ' όνειρο παίρνει το δρόμο του . Γίνεται από πράσινο χορτάρι , χρυσάφι και καρπός . Ευλογημένο τ' όνομα του Θεού , που μας αξίωσε και φέτος πάλι την ίδια χαρά να δοκιμάσουμε ! Χρόνια τώρα λαχταράμε τούτη την ώρα . Φοβόμαστε μην ανοχέψει το χωράφι . Από κοντά μην του λείψει η έγνοια κι' η φροντίδα μας . Με τη λαχτάρα μη δεν έχει στην ώρα του τη βροχή για να μεστώσει ο καρπός . Μην το κάψει ο λίβας . Κι' όμως όλα γίνονται κάθε φορά , τόσο καλά , με την βοήθεια του Παντοδύναμου . Ακούω τραγούδια από το Μεγάλο Διάσελο . Του λόγου σου , που γνωρίζεις καλύτερα τη φωνή του Λιαροκάπη , για αφουγκράσου , μην έρχεται να συνταρχίσουμε περσότερο και των δεματιών το στρώσιμο , μην έρθει κι άστρωτο τ' αλώνι το βρει .
   Τι όμορφο και περήφανο τραγούδι ! Του λόγου του είναι . Δε φαίνεται , γιατί τα πυκνά τα ελάτια κρύβουν βαλμά κι' άλογα . Είναι βέβαια κάμποσος δρόμος ως εδώ κι' έτσι που 'ρχεται με το ραχάτι του , τραγουδώντας , θα κάμει ως μισή ώρα πάνου κάτου . Κι' έτσι προλαβαίνουμε , γυναίκα . Όλα θα γίνουν καθώς πρέπει , όμορφα και καλοσυνάτα . Θα ρθει και λόγου του , άντρας που τα πέρασε τα πενήντα πέντε κι' όμως έχει την ελαφράδα δωδεκάχρονου παιδιού . Ισιόκορμος , δυνατός , περήφανος . Άνθρωπος με τόσες έγνοιες , πρωτοτσέλιγκας δα τι άλλο . Κι' όμως βαστιέται κι' αντέχει σ' όλα . Στη δουλειά και το τραγούδι . Εκείνος στα διάσελα και τα κοπάδια , εμείς στα χωράφια , τους ποτιστάδες και τα μποστάνια .

   Ο καθένας στη δουλειά του . Να ναι καλά και λόγου του με γερό μαξούλι από τα πράματά του και λόγου μας με μπόλικο καρπό στ' αμπάρια μας .
   Πάντα με τη βοήθεια του Μεγαλοδύναμου , αφέντη . Πάντα για την προκοπή , για τη χαρά και την απαντοχή της ομορφιάς που με τον καρπό τον περίσσιο δένεται . Πάντα με το τραγούδι . Με το χαρακτηριστικό αυτό εθιμογραφικό τρόπο στρώνονταν τα δεμάτια στ' αλώνι . Σε λίγο φτάναν οι βαλμάδες κι' άρχιζε τ' αλώνισμα . Με τις ευχές : " Η ώρα η καλή " και " Καλά μπιρικέτια " βάζαν τ' άλογα στ' αλώνι , ενώ ο ήλιος που πύρωνε , βοηθούσε να λιώσουν γρήγορα τα δεμάτια και τα χειρόβολα .

    Οι αλωναραίοι , αν ήταν δυο , άλλαζαν κάθε τόσο για να παίρνουν μια ανάσα στον ίσκιο των δέντρων που βρίσκονταν εκεί κοντά , πίνοντας κι' από κανένα τσίπουρο . ως το μεσημέρι το στάρι τσακίζονταν κι' ήταν για γύρισμα . Γύριζαν τότε το σιτάρι κι' ύστερα κάθονταν , σταυροπόδι η σε καμιά ξύλινη τάβλα , και το ρίχναν στο φαγοπότι . Το μεσημεριάτικο αυτό φαγητό είχε πραγματικά τη μορφή μικρού πανηγυριού . Κύριο φαγητό η κολοκυθόπιτα , με τυρί και αρκετό φρέσκο βούτυρο . Από κοντά οι σαλάτες , με τυρί και μπόλικα φρούτα . Καινούργια δουλειά σαν τέλειωναν το φαγητό . 

   Ύστερα το μάζεμα του καρπού και του άχυρου και τελευταία το ξανέμισμα η λίχνισμα , κυρίως το βράδυ που ο άνεμος βοηθούσε σε τούτο περίσσια . Έτσι ολοκληρώνονταν το αλώνισμα του σιταριού , σε μια ιδιαίτερα γραφική ατμόσφαιρα , όπου η λαχτάρα της καρδιάς έπαιρνε τη λάμψη και την ομορφιά του φυσικού χώρου σ' ένα παράλληλο συνδυασμό του έθιμου του παλιού καλού καιρού “ .

   Έτσι λοιπόν , είδε , θυμόταν και κατέγραψε το αλώνισμα , με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο , στα χωριά της Ρούμελης , ο αξέχαστος φίλος του Λιδορικιού , λογοτέχνης και δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος , απ' το Μαραθιά Ευρυτανίας .
   Για ενημέρωσή σας , σας δίνουμε μερικές ακόμα σχετικές φωτογραφίες , απ' το αλώνισμα , το λίχνισμα , έτσι για να ‘χετε μια εικόνα αυτού του μικρού πανηγυριού , όπως έγραφε κι' ο αείμνηστος , αγαπημένος φίλος Δημήτρης , που είχε έρθει πάρα πολλές φορές στο χωριό μας , και σαν ομιλητής αλλά και σαν φίλος-επισκέπτης , με μια πάντα ..καλοκαιρινή απαίτηση , έλεγε στη μάνα μας : Θειά Κικούλα , όχι..κρεατικά , για φαγητό , ..φασουλάκια , ξέρεις εσύ..με μπόλ’κο λαδάκ’ και…ντουματούλα.….(..Καρπενησιώτης βλέπετε ο αξέχαστος Δημήτρης ..γνήσιος..) .

                                       Καλό σας βράδυ

polidorikiou-sima

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΣΤΗ ΡΟΥΜΕΛΗ

 

ΑΛΩΝΙΣΤΙΚΗ..ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ  ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΔΗΜΗΤΡΗ  ΣΤΑΜΕΛΟΥ

T' αλώνισμα του παλιού καλού καιρού στα Ρουμελιώτικα χωριά , ένα πραγματικό πανηγύρι για μεγάλους , μα και...παιδιά.......

 

Απ' τα " ΛΙΔΩΡΙΚΙΩΤΙΚΑ " 1983 , του αξέχαστου Λιδορικιώτη Γιώργου Καψάλη , ας δούμε πως θυμάται και καταγράφει ο αείμνηστος Δημήτρης Σταμέλος , καλός-καλός φίλος , το Ρουμελιώτικο παλιοκαιρίτικο αλώνισμα , απολαύστε το :

Εδώ πέρα στ' αντίπερα , στα πέτρινα τ' αλώνια

όπ' αλωνίζουν δώδεκα και δέκα τρεις λιχνάνε ,

η Μάρω με τη βάβα της αργοκοιτάει τον ήλιο .

- Μάρω μ', της λέει η βάβα της , κάτσε κατά τον ίσκιο ,

να μη σε βρει ο κουρνιαχτός , μη σε μαυρίσει ο ήλιος .

Κι' η Μάρω στέκει ολόστητη κι' αυτό το λόγο λέει :

- Κι' αν με 'ραχνιάσει ο κουρνιαχτός

κι' αν με ραχνιάσει ο ήλιος

εγώ τον πρώτο λιχνιστή άντρα μου θα τον πάρω .

   Το δημοτικό αυτό τραγούδι δείχνει πόσο δεμένο με την ομορφιά και τη βαθύτερη συναισθηματική γοητεία του ανθρώπου , ήταν το αλώνισμα , σε παλιότερους καιρούς , στα χωριά μας . Τότε που μέσα στο στρώσιμο των χρυσών δεματιών , στο λίχνισμα , στων αλόγων και του βαλμά το ξάναμα , ανυψώνονταν μελωδική η ευχαριστήρια φωνή για του καρπού το θησαύρισμα . Ήταν η ανταμοιβή του μόχθου κι' ήταν ο ανασασμός της ελπίδας που ξάνοιγε καινούργιες χαρές στους δαντελλένιους ορίζοντες , στην ομορφιά της γης και στην απλοχωριά της καρδιάς τους .

   Το αλώνισμα σε κείνους τους καιρούς , είχε μια μορφή ποιητικής εξιδανίκευσης κι' ομορφιάς ξεχωριστής , έτσι καθώς γίνονταν με τ' άλογα που τα φέρναν στο χωριό οι βαλμάδες η αλωνισταραίοι καθώς τους έλεγαν . Ετούτοι ήταν βλάχοι που ξεκαλοκαίριαζαν στα κοντινά βουνά και κάθε χρόνο έκαναν συντροφιές και γύριζαν από χωριό σε χωριό κι' αλώνιζαν , παίρνοντας , συνήθως , την αμοιβή τους σε καρπό . Κάθε βαλμάς είχε τους δικούς του νοικοκυραίους που θ' αλώνιζε την παραγωγή τους , σχεδόν τους ίδιους κάθε χρόνο .

   'Οσο για τ' αλώνια , αυτά ήταν καμωμένα είτε με όμορφη καλοπελεκημένη πέτρα η και με σκέτο χώμα που τ' άλειβαν στην επιφάνειά του με γελαδοσβουνιά , γιατί καθώς ξηραίνονταν η λάσπη δεν υπήρχε κίνδυνος να σκάσει το χώμα και ν' ανακατευθεί με το σιτάρι . Φυσικά τα πιο εξυπηρετικά ήταν τα πετράλωνα που χρειάζονταν να καθαρισθούν μονάχα μια φορά το χρόνο , από τα χόρτα που έβγαιναν ανάμεσα στις χαραμάδες που άφηναν οι πέτρες . Τα πετράλωνα τα κατασκεύαζαν ειδικοί μαστόροι . Στο κέντρο του αλωνιού υπήρχε , καλά μπηγμένο ένα γερό ξύλο , που το λεγαν στρίγερο ή στρουιρό . Από κει έδεναν τις τριχιές με τις οποίες ήταν δεμένα κι' έφερναν γύρες μέσα στ' αλώνι τ' άλογα .

   Πιο πέρα απ' τ' αλώνι υπήρχε ένας χερσότοπος , όπου και στήνανε οι χωριανοί τις θημωνιές τους , μια που τ' αλώνια ήταν συνήθως κοινοτικά και τα χρησιμοποιούσαν με τη σειρά . Κάθε φορά που ένας αλώνιζε και τελείωνε με το ξανέμισμα και μάζευε τον καρπό του , όποιος προλάβαινε κι' έστηνε δίπλα στο στρίγερο ένα δεμάτι σταριού , εκείνος θ' αλώνιζε . Κανένας δεν χάλαγε τη σειρά , γιατί πίστευαν πως αυτό θα ήταν κακό για την επόμενη σοδειά τους .           

   Επίσης μαλώματα , την περίοδο του αλωνίσματος και μάλιστα κοντά στ' αλώνια , τα θεωρούσαν κακοσημαδιά και τ' απέφευγαν με κάθε τρόπο . Τώρα που ήταν η ώρα του καρπού , έπρεπε , περισσότερο , να υπάρχει αγάπη ανάμεσά τους .

   Η ατμόσφαιρα αυτή του αλωνίσματος είχε κάτι από την ομορφιά και την ποίηση των " Ειδυλλίων " του Θεοκρίτου , με την θάλασσα των χρυσών σταριών που γιόμιζαν τ' αλώνια , με τους νοικοκυραίους όλο χαμόγελο και κέφι , με τους βλάχους ντυμένους με τα βαρειά σκουτιά τους , το στριφτό μουστάκι , τα σελάχια και το τραγούδι το λεβέντικο . Ήταν να καμαρώνεις και να χαίρεσαι αυτή τη γοητευτική ατμόσφαιρα . Αντιβούιζε το χωριό κι' οι ρεματιές και τα σύρραχα απ' τις φωνές των βαλμάδων που έτρεχαν από κοντά στα σπαθάτα τους άλογα, καθώς εκείνα κομμάτιαζαν το στάρι . Δεμένο γερά με χοντρές τριχιές από τον στρίγερο , φρούμαζαν και πηδούσαν μέσα στο απλωμένο χρυσάφι του σταριού , κι' οι νοικοκυραίοι από γύρα με τα ειδικά σύνεργα , τα ξύλινα η σιδερένια δικούλια , πρόσεχαν μην ξεχειλίσει το στάρι από τις άκρες τ' αλωνιού . Κι όλοι , αλωνιστάδες και νοικοκυραίοι , είχαν κέφι στην καρδιά και το τραγούδι στα χείλη ,ένα τραγούδι που μιλούσε για την πληρωμή του ανθρώπινου μόχθου , για την αμοιβή του κόπου τους , για τον καρπό που θα γιόμιζε τ' αμπάρια του σπιτιού .

image

   Θα γνωρίσουμε στη συνέχεια , αυτή την ατμόσφαιρα της προετοιμασίας για τ' αλώνισμα σε ρουμελιώτικο χωριό . εδώ και κάμποσα χρόνια . Στο πετράλωνο ένα αντρόγυνο στρώνει τα δεμάτια κι' ετοιμάζεται για το πανηγύρι του αλωνίσματος , καθώς αχνοροδίζει , στις κοντινές κορφούλες , η ανάσα της καλοκαιριάτικης αυγής . Είναι δυο ηλικιωμένοι χωριάτες . Ο άντρας πλησιάζει τα εξήντα ενώ η γυναίκα του κάπου δέκα χρόνια μικρότερή του .Καθώς το έργο κινάει το χαρούμενο δρόμο του , κινάει κι' ο λόγος , λόγος απαντοχής κι' ελπίδας στην καρδιά τους , ένας λόγος που συνδυάζεται και με τη χαρακτηριστική ομορφιά του εθίμου .

-- Χάραξε για καλά γυναίκα , και λόγου μας δε στρώσαμε ακόμα τ' αλώνι . Όπου να ‘ναι θα φανούνε κι' οι βαλμάδες .

-- Όλα θα τα προλάβουμε , αφέντη . Έχει ο Θεός . Έτσι μπόλικος που είναι ο καρπός , μεγαλώνει πιότερο κι η λαχτάρα της καρδιάς μας . Όσο για τους βαλμάδες δεν είναι δα και τόσο εύκολο να φτάσουν από τα τσοπάνικα λημέρια , νωρίς - νωρίς . Ο δρόμος είναι κάμποσος και δεν πρέπει να κουραστούνε κι ίδιοι και τ' άλογά τους .

image

-- Να κουραστεί ο Τριτσιμπίδας κι' ο Λιαροκάπης , γυναίκα ; Αυτοί παίρνουν περαταριά χωριά και χωριά με τ' άλογά τους . Οι καλύτεροι αλωνιστάδες . Και ξέρεις σόι πάει το βαλμαλίκι . Αλωνιστάδες πάππου προς πάππου . Άξιοι , χεροδύναμοι κι άνθρωποι με μπέσα . Έτσι και σου πουν την τάδε ώρα , τη τάδε μέρα , θα ρθούνε , να μη κρατήσουν το λόγο τους δε γίνεται . Ο κόσμος , που λέει ο λόγος , να χαλάσει , θα 'ρθούνε . Με το φεσάκι τους στραβά , μόλις που να κρύβει τα κατσαρά τους τα μαλλιά , με τη φέρμελη , το σελάχι , τη σκαλισμένη γκλίτσα και το κοντοκάπι .Ετούτοι την κρατάνε τη λεβέντικη , τη ρωμαίικη τη φορεσιά . Και με τι καμάρι , αληθινά όπως της ταιριάζει . Μιλάω για βιασύνη κι απολησμονήθηκα στην κουβέντα . Μα έτσι όμορφα που είναι όλα τριγύρω μας . Τόση ομορφιά και τόση καλοσύνη ! Ο Θεός που σκόρπισε μ' απλοχεριά την ομορφιά ολόγυρά μας , δίνει τώρα περίσσια και τη χαρά στην καρδιά μας , με τον πλούσιο καρπό . Να κόψω ένα ξύλο σταυρωτό να το μπήξουμε στο στροϊρό , καταμεσής στ' αλωνιού το χρυσαφένιο πλάτος όλα να πάνε καλά στην ευλογημένη τούτη μέρα .

-- Να το μπήξεις αφέντη , κι' απέ να βάλουμε στη ρίζα του , κάτω από τα τρία πρώρα δεμάτια , μπόλικο λιβάνι , ένα τριμμένο δαφνόφυλλο από τα βάγια που κρατάμε στο εικονοστάσι και τρία μεγάλα σκόρδα , με την πλεξούδα τους . Μάτι να μην πιάσει τ' άλογα . Θυμάσαι δα τι έπαθαν , πρόπερσι , οι Κωστακαίοι που χασαν πάνω στ' αλώνι την καλύτερη σαρακατσάνικη φοράδα ;

-- Αν θυμάμαι λες , γυναίκα . Μπορεί ν' απολησμονήσει κανένας το μεγάλο το κακό , να σκάσει το πράμα μέσα στ' αλώνι από το μάτι . Μα τι φοράδα ήτανε εκείνη ! Τεφαρίκι ολάκερο . Χλιμίντραγε σα να τραγούδαγε . Σπαθάτο , άξιο , πρώτο στ' ασκέρια των βαλμάδων . Έλεγα πολλές φορές στον αφέντη του : " Μωρέ συμπέθερε , ρίχνε καμιά φορά κι' από λίγο αγιασμό στη φοράδα να μην την πιάσει τι κακό μάτι . Κρέμασέ του και κανένα χαϊμαλί με το κοκαλάκι της νυχτερίδας μέσα σε χρυσοκλωστές " . Που ν' ακούσει ο βλάχος . Ώσπου ήρθε η κακή η μέρα που να μη δευτερώσει . Είχανε φτάσει στη μεσιά τ' αλωνιού , ότι τσάκιζε η καλαμιά , σαν πέρασε από κει η κακίστρα η γριά Λούτινα , το κακό μάτι του χωριού . " Η ώρα η καλή είπε ξερά ". Κι' από μέσα της " Μωρέ τι φοράδα είναι τούτη ! ". Κι'έφυγε κατά το κεφαλάρι . Και το κακό δεν άργησε . Φρένιασε το πράμα , πέφτει κάτου , σπαρταράει . Πριν προλάβουμε να του διαβάσουμε το ξόρκι και να το σταυρώσουμε , έσκασε . Μάτι να σου πετύχει ! Σκόρδο και λιβάνι στα μάτια σου κακίστρα γριά Λούτινα , μακριά από τ' αλώνι και την προκοπή μας . Να βάλεις σταυρωτά τα πέντε πρώτα δεμάτια .

 

   Κοιτώντας κατά την ανατολή , δοξολογώντας το Θεό για τη χαρά που μας δίνει με τον μπόλικο καρπό . Ν' αποσώσουμε , αφέντη , το στρώσιμο κι' απέ σα φτάσουν οι βλάχοι με τα πράματα , να κοιτάξω την ετοιμασία του μεσημεριάτικου . Πάντα κάτου από την πυκνή των δέντρων φυλλωσιά φρέσκο και δροσερό θα ‘ναι το νερό και παραδίπλα το παγούρι με το τσίπουρο . Οι βλάχοι το τραβάνε το τσίπουρο .
   Μη δα το ‘χουνε και στα κονάκια τους , γυναίκα . Εκεί άλλο από μυζήθρα , ξυνόγαλο και χλωροτύρι μη δα κι' έχουνε και τίποτες άλλο . Σαν κατεβαίνουν στα χωριά το ρίχνουν στο πιοτό . Κρασί θα ‘χουμε βέβαια ακόμα στο μεγάλο βαγένι . Να τραβήξουμε καμιά νταμιζάνα , το μεσημέρι , σαν αποσώσουμε τ' αλώνισμα .
   Και βέβαια έχουμε , αφέντη . Κι' έτσι πλούσιο θα ναι το τραπέζι της τρανής γιορτής . Πίττες και σαλάτες και τυριά και μεζεκλίκια μπόλικα .
Όσο για την πίττα θα την θυμούνται κι' από πέρυσι , γυναίκα , τόσο καλή που βγαίνει από τα χέρια σου . Καλά συρμένο το πέτρο , με το τυρί και το βούτυρο στην κανονική τους αναλογία , ροδοψημένη στη γάστρα . Να τρως και να γλείφεις και τα δάχτυλά σου . Λέω να φωνάξουμε και την ανηψιά μας , τη Λαμπρινή , να μας βοηθήσει σα θ' απλώσει το στάρι και θα γιομίσει το πετράλωνο , καρπό κι' άχυρο .
Θα τα βόλέψουμε μοναχοί μας , Θανάση . Μη χολοσκάς . Μπορεί λιγάκι να μας βοηθήσει στο πρωτογύρισμα . Βάνω σταυρωτά τα πρώτα δεμάτια . " Η ώρα η καλή , αφέντη , κι' ο Χριστός κι' οι άγιοι κοντά μας ".
   Αμήν . Τι βλέπω , Διαμάντω . Να σαι καλά που όλα τα θυμάσαι και τα προσέχεις καθώς ταιριάζει . Έβαλες κιόλας στην ασημένια κούπα τρία κομμάτια μοσχολίβανο να σταυρώσεις τον στρίγερο και τα πρώτα δεμάτια και το μπουκάλι με τον αγιασμό να ρίξεις στο σιτάρι , για το καλό .
   Όλα πρέπει να γίνουν , αφέντη . Για το καλό το δικό μας , για τη σοδειά και την πρκοπή μας . Για το καλό του χωριού ολάκερου . Του λόγου σου μην απολησμονήσεις το σταυρόχορτο και το μαυρομάνικο το μαχαίρι στο στρίγερο .
   Το σταυρόχορτο είναι από χτες κομμένο , γυναίκα . Να του βάλω μια άσπρη κλωστή κι' απέ θα το στήσω στην κορφή του στρίγερου . Παραδίπλα καρφωτό το μαυρομάνικο μαχαίρι με την ολοκέντητη λαβή , ν' αποδιώχνει το κακό το μάτι απ' τη χαρά τ' αλωνιού . Όπου να ναι θα φανεί κι' ο Λιαροκάπης με το Ντορή και το Μούρκο . Μονάχα του λόγου του απόμεινε να φοράει τη φουστανέλα από το βλάχικο συνάφι που κατεβαίνει στο χωριό για τ' αλώνισμα . Οι άλλοι του συναφιού φοράνε μονάχα τη φέρμελη , το γιλέκο και τη μακριά τη μπουραζάνα , ίδια φουσκωμένη βράκα .

    Ο Λιαροκάπης όμως δεν αποχωρίζεται τη φουστανέλα κι' έτσι καθώς τρέχει από κοντά στ' άλογα κι' ανεμίζει στο αλαφρό τ' αεράκι , νοιώθεις την ομορφάδα και τη λεβεντιά της φορεσιάς που μοσχοβολάει παλληκαριά . Άργεψε λιγάκι να φανεί , μα πρέπει ξημερώματα να βοσκήσει λιγάκι στο τρανό λιβάδι και τ' άλογα . Λιγάκι , καθώς λέει κι' ο ίδιος . Μη βαρύνουν πολύ και δεν έχουν την αλαφράδα να πετάνε πάνω στο χρυσάφι τ' αλωνιού . Σκέψου , γυναίκα , . Τόσο χρυσάφι απλωμένο μπροστά μας . Πόσος κόπος χρειάστηκε να γίνει δεμάτι και καρπός . Σπαρμουδιά , βοτάνισμα , θέρισμα , κουβάλημα , θημώνιασμα . Και τώρα το πανηγύρι τ' αλωνιού . Ο μεγάλος κόπος γίνεται τραγούδι και τ' όνειρο που το θερμαίναμε τόσο καιρό στην καρδιά μας , γίνεται καρπός , η χαρά κι' η ομορφιά της ζωής μας .
   Έτσι είναι αφέντη . Προσμένοντας και δουλεύοντας με την πίστη στην καρδιά , τ' όνειρο παίρνει το δρόμο του . Γίνεται από πράσινο χορτάρι , χρυσάφι και καρπός . Ευλογημένο τ' όνομα του Θεού , που μας αξίωσε και φέτος πάλι την ίδια χαρά να δοκιμάσουμε ! Χρόνια τώρα λαχταράμε τούτη την ώρα . Φοβόμαστε μην ανοχέψει το χωράφι . Από κοντά μην του λείψει η έγνοια κι' η φροντίδα μας . Με τη λαχτάρα μη δεν έχει στην ώρα του τη βροχή για να μεστώσει ο καρπός . Μην το κάψει ο λίβας . Κι' όμως όλα γίνονται κάθε φορά , τόσο καλά , με την βοήθεια του Παντοδύναμου . Ακούω τραγούδια από το Μεγάλο Διάσελο . Του λόγου σου , που γνωρίζεις καλύτερα τη φωνή του Λιαροκάπη , για αφουγκράσου , μην έρχεται να συνταρχίσουμε περσότερο και των δεματιών το στρώσιμο , μην έρθει κι άστρωτο τ' αλώνι το βρει .
   Τι όμορφο και περήφανο τραγούδι ! Του λόγου του είναι . Δε φαίνεται , γιατί τα πυκνά τα ελάτια κρύβουν βαλμά κι' άλογα . Είναι βέβαια κάμποσος δρόμος ως εδώ κι' έτσι που 'ρχεται με το ραχάτι του , τραγουδώντας , θα κάμει ως μισή ώρα πάνου κάτου . Κι' έτσι προλαβαίνουμε , γυναίκα . Όλα θα γίνουν καθώς πρέπει , όμορφα και καλοσυνάτα . Θα ρθει και λόγου του , άντρας που τα πέρασε τα πενήντα πέντε κι' όμως έχει την ελαφράδα δωδεκάχρονου παιδιού . Ισιόκορμος , δυνατός , περήφανος . Άνθρωπος με τόσες έγνοιες , πρωτοτσέλιγκας δα τι άλλο . Κι' όμως βαστιέται κι' αντέχει σ' όλα . Στη δουλειά και το τραγούδι . Εκείνος στα διάσελα και τα κοπάδια , εμείς στα χωράφια , τους ποτιστάδες και τα μποστάνια .

   Ο καθένας στη δουλειά του . Να ναι καλά και λόγου του με γερό μαξούλι από τα πράματά του και λόγου μας με μπόλικο καρπό στ' αμπάρια μας .
   Πάντα με τη βοήθεια του Μεγαλοδύναμου , αφέντη . Πάντα για την προκοπή , για τη χαρά και την απαντοχή της ομορφιάς που με τον καρπό τον περίσσιο δένεται . Πάντα με το τραγούδι . Με το χαρακτηριστικό αυτό εθιμογραφικό τρόπο στρώνονταν τα δεμάτια στ' αλώνι . Σε λίγο φτάναν οι βαλμάδες κι' άρχιζε τ' αλώνισμα . Με τις ευχές : " Η ώρα η καλή " και " Καλά μπιρικέτια " βάζαν τ' άλογα στ' αλώνι , ενώ ο ήλιος που πύρωνε , βοηθούσε να λιώσουν γρήγορα τα δεμάτια και τα χειρόβολα .

    Οι αλωναραίοι , αν ήταν δυο , άλλαζαν κάθε τόσο για να παίρνουν μια ανάσα στον ίσκιο των δέντρων που βρίσκονταν εκεί κοντά , πίνοντας κι' από κανένα τσίπουρο . ως το μεσημέρι το στάρι τσακίζονταν κι' ήταν για γύρισμα . Γύριζαν τότε το σιτάρι κι' ύστερα κάθονταν , σταυροπόδι η σε καμιά ξύλινη τάβλα , και το ρίχναν στο φαγοπότι . Το μεσημεριάτικο αυτό φαγητό είχε πραγματικά τη μορφή μικρού πανηγυριού . Κύριο φαγητό η κολοκυθόπιτα , με τυρί και αρκετό φρέσκο βούτυρο . Από κοντά οι σαλάτες , με τυρί και μπόλικα φρούτα . Καινούργια δουλειά σαν τέλειωναν το φαγητό . 

   Ύστερα το μάζεμα του καρπού και του άχυρου και τελευταία το ξανέμισμα η λίχνισμα , κυρίως το βράδυ που ο άνεμος βοηθούσε σε τούτο περίσσια . Έτσι ολοκληρώνονταν το αλώνισμα του σιταριού , σε μια ιδιαίτερα γραφική ατμόσφαιρα , όπου η λαχτάρα της καρδιάς έπαιρνε τη λάμψη και την ομορφιά του φυσικού χώρου σ' ένα παράλληλο συνδυασμό του έθιμου του παλιού καλού καιρού “ .

   Έτσι λοιπόν , είδε , θυμόταν και κατέγραψε το αλώνισμα , με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο , στα χωριά της Ρούμελης , ο αξέχαστος φίλος του Λιδορικιού , λογοτέχνης και δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος , απ' το Μαραθιά Ευρυτανίας .
   Για ενημέρωσή σας , σας δίνουμε μερικές ακόμα σχετικές φωτογραφίες , απ' το αλώνισμα , το λίχνισμα , έτσι για να ‘χετε μια εικόνα αυτού του μικρού πανηγυριού , όπως έγραφε κι' ο αείμνηστος , αγαπημένος φίλος Δημήτρης , που είχε έρθει πάρα πολλές φορές στο χωριό μας , και σαν ομιλητής αλλά και σαν φίλος-επισκέπτης , με μια πάντα ..καλοκαιρινή απαίτηση , έλεγε στη μάνα μας : Θειά Κικούλα , όχι..κρεατικά , για φαγητό , ..φασουλάκια , ξέρεις εσύ..με μπόλ’κο λαδάκ’ και…ντουματούλα.….(..Καρπενησιώτης βλέπετε ο αξέχαστος Δημήτρης ..γνήσιος..) .

                                       Καλό σας βράδυ .....Κ.Κ.-

ΑΛΩΝΙΑ - ΑΛΩΝΙΣΜΟΣ

   Τελειώνοντας ο  θερισμός  , άρχιζε  η  διαδικασία του  αλωνίσματος με  πρώτη – πρώτη  δουλειά, φυσικά , τη  συγκέντρωση  των  δεματιών σε θημωνιές είτε κοντά  στα  ιδιόκτητα  αλώνια , που  ήταν  μέσα  στο  χωριό , κοντά  στα  σπίτια  των  ιδιοκτητών ή σε συγκεκριμένους  χώρους στις  άκρες  του  χωριού στα  θγμωνοστάσια .

Amades_aloni_cns

Αλώνι του  παλιού  καλού  καιρού .

Θημωνοστάσια

Τον  παλιότερο καιρό , τότε που  δεν  υπήρχαν  αλωνιστικές  μηχανές  ο  αλωνισμός γινόταν παραδοσιακά , με  τα  άλογα ,  στο  αλώνι  του  κάθε  νοικοκύρη ή  σε  κάποιου    γείτονα  ή  συγγενή . Εκεί λοιπόν , στα  αλώνια συγκεντρώνονταν τα  δεμάτια , γίνονταν  θημωνιές και  μετά  με  τη σειρά  αλώνιζαν ο  καθένας  τα  δικά  του . Γι’ αυτό όπως  θα  δείτε παραπάνω  προπολεμικά υπήρχαν  στο  χωριό  μας 40 – 45 αλώνια  ιδιόκτητα .

   Όταν όμως  εμφανίστηκαν οι  πρώτες  αλωνιστικές μηχανές , έπρεπε  να  βρεθούν μεγάλοι  χώροι , συνήθως  στις  άκρες  του χωριού , για  να  συγκεντρώνονται τα  δεμάτια και  να  γίνονται  οι  θημωνιές . Τα μέρη  αυτά  τα  λέγαμε  θημωνοστάσια και  έπρεπε να  πληρούν  κάποιες  προϋποθέσεις , να  είναι  επίπεδα , ευρύχωρα και  να  έχουν  εύκολη  πρόσβαση στον  δρόμο .

   Απ’ ό,τι θυμάμαι τα θημωνοστάσια  μας  ήταν  τρία . Ένα  στο  σταυρό , όπου  είναι  η  εκκλησία  του  Αγίου  Κωνσταντίνου , στο  δρόμο για  τις  Καρούτες , το  δεύτερο ήταν  στο  γήπεδό  μας  στις  Λάκκες  και  το τρίτο  στο  Κοτρώνι , λίγο  έξω  απ’ το  Λιδορίκι , στο  δρόμο προς  Λευκαδίτι . 

   Η επιλογή  της  τοποθεσίας των  θυμωνοστασίων  γινόταν έτσι  ώστε  κάθε  ένα  από  αυτά  να  εξυπηρετεί ένα  κομμάτι του χωριού μας .

IMG_0009

Φωτογραφία απ’ το  θημωνοστάσι  του  χωριού  μας  στο “ Κοτρώνι “ , κάπου  στα  1960-65 ,  όπου εξυπηρετούνταν  κυρίως  Βαρουσιώτες . Βέβαια στο  Βαρούσι υπήρχε  χώρος κατάλληλος , αλλά δυστυχώς  ήταν  αδύνατη  η  προσέγγιση της αλωνιστικής μηχανής . Στη φωτογραφία  μας σε  πρώτο  πλάνο τρεις Βαρουσιώτισες   νοικοκυράδες ,  Λαγιογιώργαινα , Σκραποφροσύνη και  Παπαρούκαινα φωτογραφίζονται μπροστά  στις  θημωνιές .

IMG_0007

Αλώνισμα  στις  Λάκκες , στο  σημείο που  σήμερα  είναι  το  Δασαρχείο , έτος  1948 – 49 , αναγνωρίστηκαν : Τάσος  Ασημακόπουλος , Ανδρέας  Γκομόζιας και  οι  μικοί Γ.Ασημακόπουλος και Γ.Δημητρακόπουλος .

Οι  αλωνιστάδες    ( βαλμάδες )




Αλώνισμα

 

   Απαραίτητοι βέβαια συντελεστές  για  το  αλώνισμα  ήταν  οι  Αλωνιστάδες ή Βαλμάδες .   Αυτοί    είχαν  την  ευθύνη για  την  ομαλή  διεκπεραίωση των  εργασιών  του  αλωνίσματος . Ήταν συνήθως χωριανοί που  είχαν πάνω  από  δέκα  άλογα ο  καθένας και  την  εποχή του αλωνίσματος τα  έβαζαν στα  αλώνια και  αλώνιζαν  το  σιτάρι .

   Το επάγγελμα  αυτό βέβαια  έχει  από  χρόνια     έξαφανιστεί , αφού το  παραδοσιακό αλώνισμα , με  άλογα , αντικαταστάθηκε  απ’ τις  μηχανές .

  Απ’ ότι  αναφέρει η  αείμνηστη Σοφία  Παλαιολόγου ,  οι  “ Βαλμάδες “ – “ Αλωνιστάδες  “ της  εποχής ήταν :
     1 . Ασημακόπουλος    Νίκος ή “ Καπακάς “
     2 . Γεροδήμος  Αλκιβιάδης
     3 . Δρόσος  Χαράλαμπος ή “ Χαραλαμπάκης “
     4 . Μαργέλλος Κωνσταντίνος ή “ Καραγιαννάκης “
     5 . Πανάγος  Σπυρίδων
     6 . Πανάγος  Νικόλαος
     7 . Παπαδάκης Κωνσταντίνος  ή “ Μπαζές “

Τα   άλώνια


Τα αλώνια , ήταν  ειδικά διαμορφωμένοι  χώροι , κυκλικού  σχήματος , στις  αυλές  των σπιτιών ή στις  άπλες  κάθε  γειτονιάς . Στο  κέντρο τους  υπήρχε ένα ξύλινο  κοντάρι ,  ο “ στρίαλος “, με  μια  σιδερένια  θηλιά απ’όπου  έδεναν  τα  άλογα , ώστε όταν  αυτά  έρχονταν  γύρω – γύρω , να  λιώνουν τα  άχυρα  και  να  βγαίνει  το  σιτάρι .
   Στο  Λιδωρίκι , υπήρχαν περίπου  45 – 50  αλώνια , άλλα πλακόστρωτα και  άλλα  χωριάτικα , τα  οποία  οι  ιδιοκτήτες τους  άλειφαν με μουσκεμένα  κόπρανα βοδιών “ σβουνιές “ , κάποιες  μέρες  πριν  το  αλώνισμα . Έτσι όταν αυτές  στέγνωναν , δεν  επέτρεπαν στο  χώμα να  ανακατευτεί με  το  σιτάρι τη  διάρκεια  του  αλωνίσματος .
Οι  ιδιοκτήτες  των  αλωνιών
1 . Δεδούσης , 2 . Δούκας , 3 . Δρόσος Χαράλαμπος , 4 .Ζόγκζας  Κωνσταντίνος , 5 . Ζόγκζα  Σοφία , 6 . Ζώης , 7 . Κάγκαλος  Αθανάσιος , 8 . Κάγκαλος  Ανδρέας , 9 . Κάγκαλος  Γεώργιος , 10 .Κάγκαλος  Ηλίας ή “ Κουφολιάς “,  11 . Κανδρής , 12 . Κάππος , 13 . Κιντώνης , 14 . Κλώσσας , 15 . Κόκκινος ή  “ Κορδοπλής “ , 16 .Κολοκύθας , 17 . Κρυστάλλω , 18 . Κωστοπαναγιώτου , 19 . Λακαφώσης , 20 . Λιάγγουρας , 21 . Μαλάμος , 22 . Μαργέλλος ή  “ Αρπάλης “,  Μαργέλλος ή “ Σαψαρής “ , 24 . Μάρκος Αλέξανδρος , 25 .Μίχος . 26 . Ντζιούρας , 27 . Πανάγος , 28.Παπαϊωάννου , 29 . Πέτρου  Χράλαμπος , 30 . Πλιάνος  Κωνσταντίνος , 31. Πουρνιάς Αλέξανδρος , 32 . Πουρνιάς  Γεώργιος , 33 . Σκούτας , 34 . Σούλιος , 35 . Σφέτσος , 36 . Σακαρέλλος , 37 . Φωτόπουλος .

  Η κάθε  γειτονιά  λοιπόν , είχε  και  το  δικό  της αλώνι που  κάλυπτε τις  ανάγκες του  ιδιοκτήτη του  αλωνιού , των  συγγενών  του  και  των  γειτόνων .

   Εμείς που  μέναμε  στο  Αλωνάκι , υπαγόμασταν  στο  αλώνι  που  βρισκόταν στον  Ψαλά  , χαμηλά , δίπλα  απ’ το σπίτι του  αείμνηστου  Γιώργου  Κόκκινου .

   Σαν ξεκίναγε  η  δουλειά , το  αλώνισμα  δηλαδή , που  γινόταν  βιαστικά , επειδή τα  δεμάτια  ήταν  ποστιασμένα γύρω  απ’ το  αλώνι  , ακάλυπτα , και  σε  περίπτωση βροχής , όχι  σπάνια , μούσκευαν και πάθαιναν  ζημιά .

   Για  μας , τη  μαρίδα  της  γειτονιάς το  αλώνισμα  με  τα  άλογα ήταν  γιορτή , απόλαυση και  περνούσαμε  όλες  τις  ώρες  εκεί , όπου  παίζαμε  γυροφέρνοντας  το  αλώνι κρατώντας  τις ουρές  των  αλόγων . Αυτό  βέβαια  το  παιχνίδι , εμπόδιζε  τους  βαλμάδες που καταϊδρωμένοι μέσα  στη ζέστη , και  φορώντας  στο  λαιμό  μαντήλια  για τον  ιδρώτα , μας  κυνηγούσαν , αλλά  εμείς το…βιολί  μας , φεύγαμε  τάχαμου , για λίγο  όμως ,  και  ξαναγυρνούσαμε

   Τακτικοί στο  παιχνίδι  αυτό στη γειτονιά  μας  ήταν : Ανέστος  Γιάννης , Πέτρου  Χρήστος , η  αφεντιά  μου , ΄Κασίδης Μιλτιάδης , Κοράκης  Σάκης , Λατσούδης  Νίκος και  άλλα  παιδιά , συνήθως  απ’ τον  Ψαλά . Βέβαια , βάζαμε  και  μεις ένα  ..χεράκι , φέρνοντας  νερό  με  τις  στάμνες .

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ……..