Showing posts with label ΤΡΟΥΜΠΑ. Show all posts
Showing posts with label ΤΡΟΥΜΠΑ. Show all posts

5.10.16

ΠΩΣ ΒΓΗΚΕ Ο ΟΡΟΣ " ΣΚΥΛΆΔΙΚΟ " ;

 Γιατί κάποια νυχτερινά μαγαζιά ονομάστηκαν «σκυλάδικα» και κάποιες τραγουδίστριες «σκυλούδες»;

 Ο όρος που ξεκίνησε από την Τρούμπα και τα χαμαιτυπεία στα Βούρλα



Το κείμενο αποτελεί κομμάτι της αφήγησης ενός κατοίκου της Τρούμπας στον δημοσιογράφο της εφημερίδας «Καθημερινή», Αντώνη Καρκαγιάννη, που δημοσιεύτηκε στις 22/12/2002
Στην περιοχή Αγίου Διονυσίου Πειραιά υπήρχε ένα μεγάλο και κακόφημο οικοδομικό συγκρότημα, με το όνομα Βούρλα. Γνωστό και ως το «Χαμαιτυπείον».
Λίγο μετά μετασκευασμένο, λειτούργησε ως φυλακή, η περίφημη φυλακή των Βούρλων, η οποία έμεινε στην ιστορία γιατί από εκεί, το 1955, ανοίγοντας υπόγεια σήραγγα πενήντα μέτρων, απέδρασαν μέρα-μεσημέρι περίπου τριάντα πολιτικοί κρατούμενοι, στελέχη του τότε παρανόμου ΚΚΕ.


Από το εξώφυλλο της εφημερίδας «Ακρόπολις», στις 19 Ιουλίου 1955
Το οικοδομικό συγκρότημα λέγεται ότι ανήκε στην οικογένεια του πρέσβη και κατόπιν υπουργού Εξωτερικών και πρωθυπουργού, του Παναγιώτη Πιπινέλη, φίλου, συνεργάτη και υποτακτικού της βασιλικής οικογένειας και τελικά, της χούντας, όταν κατά ΄κει γύρισε ο άνεμος!
Το κτίριο λοιπόν αυτό πριν από τον πόλεμο νοικιαζόταν σε ωραίες και λιγότερο ωραίες κυρίες, οι οποίες στα μικρά δωμάτια (που κατόπιν έγιναν κελιά φυλακής), ασκούσαν το αρχαιότερο των επαγγελμάτων.
H περιοχή είχε τότε αίγλη και φήμη, κάθε βράδυ δε, προσέλκυε πλήθος επισκεπτών πάσης τάξεως και ηλικίας, κυρίως ναυτεργάτες, ναύτες και στρατιώτες, αλλά και μεσοαστούς, θλιβερούς εργένηδες, κουρασμένους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους.


Ιερόδουλες στα Βούρλα τη δεκαετία του 1930. Οι εγκατεστημένες στο συγκρότημα Πιπινέλη, δηλαδή στα Βούρλα κυρίες, επειδή ακριβώς διέθεταν τα στοιχειώδη σύνεργα του επαγγέλματος, όπως στέγη και κρεβάτι, δούλευαν με τιμές σχετικά υψηλές και κατά κάποιο τρόπο αποτελούσαν τη διακεκριμένη τάξη της περιοχής.
Υπήρχαν όμως και οι άλλες, εκείνες που με την πάροδο του χρόνου, τον μόχθο και τις άλλες ταλαιπωρίες του επαγγέλματος, είχαν χάσει τα νιάτα και την ομορφιά (αν τα είχαν ποτέ) και αναγκάζονταν να δουλέψουν με τη φτωχή πελατεία σε τιμές τόσο χαμηλές, που δεν επέτρεπαν ενοικίαση στέγης και κρεβατιού στο συγκρότημα των Βούρλων. Θεωρούνταν δευτέρας και τρίτης κατηγορίας και μαζί με τη φτωχή ανδρική πελατεία περιφέρονταν στα γύρω σοκάκια και χαμαιτυπεία, όπως οι αγέλες των αδέσποτων σκύλων.
Γι' αυτό και τους κόλλησαν το προσωνύμιο «σκύλες» και «σκύλους» τους πελάτες. Είχαν και το προσωνύμιο «λαμαρίνες», επειδή η ερωτική συναλλαγή ολοκληρωνόταν, άνευ στέγης και κλίνης, πίσω από τις λαμαρίνες της γέφυρας του Αγίου Διονυσίου.

Γιατί τα νυχτερινά μαγαζιά ονομάστηκαν «σκυλάδικα»;



Όπως αφηγήθηκε ο Μηνάς, παλιός γνώριμος της Τρούμπας:«Στην Τρούμπα, μετά τον πόλεμο, άνοιξαν μερικά «καλά μαγαζιά», με καλλιτέχνιδες πρώτης κατηγορίας και δημοφιλείς, το θυμάστε και από τον ελληνικό σινεμά. Τα ονόμαζαν «καμπαρέ». Σημασία έχει ότι σε αυτά είχε συγκεντρωθεί η καλή ποιότητα της περιοχής όπως, λίγα χρόνια πριν, η καλή ποιότητα στην περιοχή Βούρλων, είχε συγκεντρωθεί στο… μέγαρο Πιπινέλη. Έτσι διαμορφώθηκε η πρώτη αναλογική σχέση μεταξύ Βούρλων και Τρούμπας».                     
Ο Αϊζενχάουερ αδειάζει την Τρούμπα! 

O Μηνάς υπήρξε αυτόπτης μάρτυς των ιστορικών γεγονότων εκείνης της νύχτας του 1958, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ διέταξε αιφνιδίως τον ναυλοχούντα στα ανοιχτά του Πειραιώς 6ο Στόλο να πλεύσει ολοταχώς προς τον Λίβανο και να αποβιβάσει πεζοναύτες.
Τα στρατεύματα όμως είχαν από νωρίς εκείνο το βράδυ διασκορπιστεί στην οδό Φίλωνος και στις γύρω παρόδους και χρειάστηκε η αμερικανική στρατονομία, τις πρωινές ώρες εκείνης της νύχτας, να οργανώσει ολόκληρη επιχείρηση στην Τρούμπα για να συγκεντρώσει το στράτευμα. Πετούσαν έξω από τα «μαγαζιά» και τα άλλα «σπίτια» τους ημιθανείς από τη νυχτερινή κραιπάλη ναύτες και πεζοναύτες, τους φόρτωναν σαν σάκους με σιτάρι σωρηδόν στα καμιόνια και κατ” ευθείαν… στον Λίβανο.
Στην αρχή τα «καλά μαγαζιά» της Τρούμπας δούλευαν με τα παρεπιδημούντα στρατεύματα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η οποία όμως διήγε περίοδο έσχατης παρακμής και ένδειας. H δουλειά ήταν λίγη και ακόμη λιγότερο το χρήμα. O μεγάλος πλούτος στην οδό Φίλωνος και τις γύρω παρόδους έπεσε λίγο αργότερα με τους Αμερικανούς ναύτες και πεζοναύτες του 6ου Στόλου, ο οποίος κάθε τόσο ναυλοχούσε στα πειραϊκά και φαληρικά ύδατα.
Με τον 6ο Στόλο, στην Τρούμπα έπεσε μεγάλη ζήτηση και πλούτος και για να ικανοποιηθεί η ζήτηση, όπως συμβαίνει πάντα και με όλα τα προϊόντα και υπηρεσίες, δίπλα στα καλά και ακριβά «μαγαζιά» άνοιξαν και μερικά πολύ δεύτερα και φθηνότερα και ανταγωνιστικά έβγαλαν «κράχτες» στο λιμάνι, εκεί που αποβιβάζονταν οι ναύτες και πεζοναύτες όταν είχαν «έξοδο». Κατ' αναλογία με τις «σκύλες» και τους «σκύλους» της γέφυρας του Αγίου Διονυσίου τα δεύτερα μαγαζιά της Τρούμπας ονομάσθηκαν «σκυλάδικα» και οι καλλιτέχνιδες «σκυλούδες».

ΠΗΓΗ
http://www.anexitilo.net

Πίσω στα παλιά  

30.8.16

TA KAMΠΑΡΕ ΤΗΣ ΤΡΟΥΜΠΑΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ

http://pireorama.blogspot.gr



Του Στέφανου Μίλεση
Στην περιοχή της Τρούμπας από την προπολεμική ακόμη περίοδο, εκτός της υπερπροσφοράς για αγοραίο έρωτα, υπήρχε και ένας μεγάλος αριθμός από κέντρα, που θέλοντας να εκμεταλλευτούν την μεγάλη σύναξη ανδρών σε μια περιορισμένη σχετικώς περιοχή, είχαν φροντίσει να λειτουργούν εκεί και μάλιστα να παρουσιάζουν και κάποιο θέαμα "καλλιτεχνικής" φύσεως το λεγόμενο αρχικώς Βαριετέ!

1937 και το γυναικείο συγκρότημα Βαριετέ από την Βουλγαρία με το όνομα "Ρεβύ ντε Φλερ" γίνεται ανάρπαστο στο Καμπαρέ Ιντερνάσιοναλ όπου παρουσιάζεται.
Ήταν δεδομένο πως οι θαμώνες των συγκεκριμένων καταστημάτων ήθελαν να δουν όσο το δυνατόν περισσότερα, να μην κουρασθούν, αλλά το κυριότερο η διεύθυνση του καταστήματος να τους κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο, καθώς το κέρδος ερχόταν από την κατανάλωση. Κι όταν πολλά μαγαζιά βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο, ήταν πραγματικά δύσκολη υπόθεση να κρατήσεις τον θαμώνα στο ίδιο μέρος, όταν λίγο πιο κάτω υπήρχαν κι άλλες επιλογές.
Είδος πελατών:
Κόσμος και κοσμάκης λοιπόν κάθε βράδυ είτε ήταν καθημερινή, είτε αργία, όλων των ειδών και όλων των προελεύσεων. Ξένοι ναυτικοί, εγχώριοι, Αθηναίοι και επαρχιώτες, άνθρωποι λαϊκών τάξεων αλλά και ...αριστοκράτες ακόμη! Οι τελευταίοι ξεχώριζαν από το γεγονός πως συνδύαζαν το ποτό μετά γεύματος, καθώς τα νυχτερινά εκείνα κέντρα λειτουργούσαν μετά φαγητού!
Κατά τα άλλα έφτασαν να συχνάζουν και κύριοι, υποδιοικητές τραπεζών, καθηγητές και όλοι εκείνοι που κατά την διάρκεια της ημέρας απαιτούσαν από την κοινωνία την καλή συμπεριφορά και τον σεβασμό. 

1931 - ΝΤΑΣΙΓΚ, ΒΑΡΙΕΤΕ, ΚΑΜΠΑΡΕ ΜΕ ΤΟ ΜΠΑΛΕΤΟ ΡΑΪ
Διάταξη πελατών:
Στην Τρούμπα αντίθετα με τα ήθη των σημερινών νυχτερινών κέντρων, οι πλούσιοι και σημαντικοί πελάτες κάθονταν πίσω - πίσω ενώ οι προς "γδάρσιμο" πελάτες μπροστά! Ιδιαίτερη μάλιστα προτίμηση στα τραπεζοκαθίσματα της πρώτης σειράς έδειχναν οι ερχόμενοι πελάτες από επαρχία καθώς ήταν εκείνοι που δεν γνώριζαν που ακριβώς βρίσκονταν! 
Αυτοί δέχονταν να πληρώσουν το ποτήρι αλκοόλ τρεις φορές ακριβότερα, προκειμένου να απολαύσουν εκ του πλησίον τις γραμμές και τις τολμηρές εμφανίσεις των χορευτριών, συνήθως αλλοδαπής προέλευσης. Ζούσαν και πλήρωναν με την ελπίδα της υφαρπαγής κάποιου εξωτικού μεζέ από τις γυναίκες που λικνίζονταν μπροστά στα μάτια τους! Μάλιστα κάποιοι από τους υπαλλήλους του μαγαζιού τους παρότρυναν λέγοντας πως η αλλοδαπή αρτίστα ήταν νεοαφικνούμενη από την Αργεντινή και επιθυμούσε σχέση με ορεσίβιο Έλληνα. 
Στο μεταξύ οι καλοί πελάτες που κάθονταν στις πίσω σειρές, δέχονταν τις πραγματικές φροντίδες των γυναικών του καταστήματος, που μετά το πρόγραμμά τους κάθονταν στα δικά τους τραπέζια. 

1931 - Με πρόγραμμα Βαριετέ!
Οι γυναίκες της Κονσομασιόν:
Όπως ήδη αναφέραμε σκοπός ήταν το κέρδος εκ της κατανάλωσης. Συνεπώς κάποιες γυναίκες δούλευαν για τον σκοπό αυτό και έμειναν γνωστές ως γυναίκες της κονσομασιόν δηλαδή της κατανάλωσης. Προπολεμικά το κέρδος εκτός της κατανάλωσης προέρχονταν επιπλέον και από τους χορούς. Δηλαδή υπήρχαν και γυναίκες που πληρώνονταν με τον χορό στην πίστα. Γιαυτό και στον τίτλο τους εκτός από τους όρους Καμπαρέ ή Βαριετέ υπήρχε και ο προσδιορισμός "Ντάνσιγκ"!
Μεταπολεμικά το κέρδος περιορίστηκε μόνο στην κατανάλωση ποτών. Όταν το μαγαζί ήταν γεμάτο, τότε η διεύθυνση μπορούσε να επιτρέψει και σε γυναίκες που ήταν εκτός να κάνουν ακριβώς την ίδια εργασία με εκείνες που ήταν μόνιμες. Αυτές οι δεύτερες ονομάζονταν "αδέσποτες" και επιδίδονταν με φανατισμό στην άγρα φιάλης αλκοόλ και των ποσοστών που στο τέλος έδινε το μαγαζί. Έτσι η Τρούμπα κάθε νύχτα μεταβαλλόταν σε έναν στίβο, όπου ο άνδρας αγωνιζόταν να πάρει εκείνο που ήθελε και η γυναίκα να το δώσει με όσο το δυνατόν περισσότερα ανταλλάγματα! 
Ο ρόλος του Κομπέρ:
Συντονιστής του επί σκηνής θεάματος ήταν κάποιος που λεγόταν "Κομπέρ". Ο ρόλος του Κομπέρ ήταν να καλύπτει κυρίως τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των νούμερων της παράστασης, είτε λέγοντας τολμηρά αστεία, είτε φέρνοντας επί σκηνή κάποια "καλλιτέχνιδα" συνήθως ελαφρώς ενδεδυμένη προκειμένου να την πειράξει καθώς εκείνη δεν γνώριζε (ή υποτίθεται δεν γνώριζε) ελληνικά. Εκείνη την στιγμή ήταν που συχνά, πολλοί εκ των περιστασιακών θαμώνων της πρώτης σειράς, έβριζαν τον Κομπέρ, καθώς πίστευαν πως επειδή η συγκεκριμένη Αρτίστα είχε δεχτεί ένα κέρασμα από αυτούς, όφειλαν να προστατεύσουν την τιμή και την υπόληψή της!
Η φτωχή πλην τίμια αρτίστα:
Επίσης σχεδόν μόνιμη ατραξιόν των καταστημάτων αυτών, είναι και η δύσμοιρη φτωχή πλην τίμια κοπέλα, που κάνοντας μεγάλη και λαμπρή καριέρα στο εξωτερικό, ουδέποτε λησμόνησε την χώρα της και επιστρέφοντας μετά από έτη πολλά, έκανε και μια στάση στον Πειραιά προκειμένου να δώσει μια δυο παραστάσεις προς τιμή της εκλεκτής πελατείας του καταστήματος...
Συνήθως ο Κομπέρ παρουσίαζε της δοξασμένη ανά τον κόσμο αρτίστα ως εξής:
"Κυρίες και Κύριοι η τραγουδίστρια Βάνα Μαρία δεν την χωρούσαν οι στενοί ορίζοντες της πατρίδας μας. Έτσι πριν από πολλά χρόνια αναχώρησε με προορισμό την Παλαιστίνη. Μετά βρέθηκε στην Κεϋλάνη και σε άλλες ξωτικά μέρη όπου θριάμβευσε. Οι εφημερίδες των χωρών απ΄ όπου πέρασε πάντα έγραφαν τα καλύτερα για αυτήν. Για αυτήν έγραψαν ακόμη και τα καλύτερα περιοδικά του Λονδίνου. Αρρώστησε όμως και σκέφτηκε να γυρίσει στην χώρα μας για να ξεκουραστεί. Επωφελήθηκε όμως για να σας παρουσιάσει και εδώ το πρόγραμμά της. Θα μείνει για λίγο καιρό. Μετά θα φύγει για Αυστραλία!"
   Βεβαίως η Βάνα Μαρία ήταν μια από τις χορεύτριες που η Τρούμπα γνώριζε κατ΄ επανάληψη.  
Κράχτες και συνιδιοκτήτες:
Όλα αυτά τα μαγαζιά είχαν στην είσοδο κάποιον κράχτη, που αντίθετα από ότι έχει επικρατήσει στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, δεν διαφήμιζαν τις γυναίκες αλλά ότι υπήρχε ελεύθερο ένα καλό τραπέζι, μα που αλλού; Μα στην πρώτη σειρά φυσικά! 
Ο κράχτης παρουσιαζόταν ως συνιδιοκτήτης του καταστήματος ο οποίος θα φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά τον πελάτη. 
Το πρόγραμμα:


Ο καταρτισμός του προγράμματος ήταν δύσκολος και απαιτητικός καθώς έπρεπε να αλλάζει τακτικά και να παρουσιάζει ποικιλία. Έτσι δημιουργείτο η εντύπωση στον θαμώνα, ότι με τις δώδεκα δραχμές που έδινε για ένα ποτό, είχε το μοναδικό προνόμιο, να βλέπει αστέρες από την Αργεντινή, από την Αυστραλία ή από την Βόρεια Ευρώπη.
Το πρόγραμμα ήταν χωρισμένο σε τρία μέρη. Ξεκινούσε με τα δευτερευούσης σημασίας νούμερα που ήταν συνήθως χοροί από μπαλέτα ντυμένα φανταζί ή εξαντρίκ ώστε εκείνοι που έμπαιναν μέσα για λίγο να έπεφταν πάνω σε πολύχρωμο και τολμηρό και να έμεναν εντός. Άρα σκοπός του πρώτου μέρους ήταν ο γρήγορος εντυπωσιασμός.

Εάν το πρώτο μέρος ήταν πετύχει τον σκοπό του, το κατάστημα όφειλε να ήταν γεμάτο. Τότε το δεύτερο μέρος είχε ως σκοπό την κατανάλωση ποτού, ενώ το τρίτο μέρος άρχιζε μετά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα και τελείωνε στις δύο επίσημα αλλά στην ουσία μόλις ξημέρωνε και περιλάμβανε απλή ορχηστρική ζωντανή μουσική.
Τα ποτά:
Προπολεμικά εάν οι θαμώνες δεν ήταν πρωτάρηδες φρόντιζαν να ζητήσουν οίνο εγχώριο που κόστιζε το ένα τρίτο της τιμής του εισαγόμενου. Μεταπολεμικά και κυρίως όταν επικράτησαν τα σκληρά, δηλαδή τα ουίσκι η φιάλη έγινε υποχρεωτική στα τραπέζια καθώς το κόστος λειτουργίας ενός τέτοιου μαγαζιού ήταν υψηλό καθώς έπρεπε να καλύψει μουσικούς, χορεύτριες, αρτίστες, κράχτες, κομπέρ, γκαρσόνια, μαγείρους και τον ιδιοκτήτη που συνήθως αριθμούσαν πάνω από 20 άτομα!
Τα παρασκήνια:
Όσο για τα παρασκήνια, δεν θύμιζαν σε τίποτα εκείνα του θεάτρου. Ήταν μικροί χώροι, αυλές που έβλεπαν στην πίσω πλευρά του μαγαζιού ή ακόμη και υπόγεια. Την τελευταία στιγμή οι αλλοδαπές μάθαιναν να από τα γκαρσόνια να λένε "αγάπη μου" ενώ εάν ήταν Ελληνίδες το ακριβώς αντίστροφο, δηλαδή ξένες φράσεις αναλόγου δυναμικής. 

1929
Κάποιοι από αυτούς τους καλλιτέχνες άξιζαν πραγματικά και είτε Έλληνες είτε ξένοι σχημάτιζαν μια ξεχωριστή κοινωνία με συμπάθειες, αντιπάθειες, τον φόβο της απέλασης, ή της αποκάλυψης του ποινικού μητρώου.
Η περίπτωση του Καμπαρέ "Ιντερνάσιοναλ":
Από τις αρχές της δεκαετίας του '30 ένα από τα πιο γνωστά Καμπαρέ της Τρούμπας ήταν και το"Διεθνές". Γνωστό για τις δωδεκάδες κοριτσιών από την Ουγγαρία που πληρώνονταν για να χορεύουν στην πίστα με τους πελάτες, σύμφωνα με ότι ίσχυε τις δεκαετίες του '20 και του '30. Έγινε τόσο γνωστό και απέκτησε μεγάλη φήμη ώστε να υπάρχουν διαφημίσεις του στον ημερήσιο τύπο!
Οι σαμπάνιες εντός του καταστήματος άνοιγαν με τέτοιον ρυθμό που η εκπωμάτωση των φιαλών, ακούγεται έξω στον δρόμο σαν πυροβολισμός άγριας συμπλοκής. Εκεί παρουσιάζεται το βουλγαρικό μπαλέτο "Ρεβύ ντε Φλερ" που αποτελείται από οκτώ κορίτσια και έχει ως Κομπέρ κάποιον Μίλκοβ. Ο Κομπέρ στα μεσοδιαστήματα των παρουσιάσεων, αστειεύεται με το πρώτο κορίτσι του μπαλέτου την Βιολέτ, με τόσο τολμηρό τρόπο, που οι σαμπάνιες ανοίγουν με ρυθμό πολυβόλου.
Γνωστές αρτίστες με βαρύ όνομα ήταν οι αδελφές Μπενάκη, η Φιφή και η Λόλα, ενώ η αλλοδαπή Ιλόβα γίνεται ανάρπαστη από τους ανατολίτικους αισθησιακούς της χορούς.
Το "Ιντερνάσιοναλ" απασχόλησε το 1929 την Πειραϊκή κοινωνία με την γνωστή υπόθεση της Ραμόνας!


Το γενικό πρόσταγμα για τα πάντα εντός του καταστήματος έχει η Μαντάμ Ζενύ που επαγρυπνεί ενώ οδιευθυντής Κρανιδιώτης αποκαλείται από όλα τα κορίτσια ως "πατέρας" καθώς ήταν γνωστός πως "δεν έφαγε ποτέ δεκάρα" από εργαζόμενη.
Αργότερα το "Διεθνές" μετατράπηκε "Ιντερνάσιοναλ" αλλά οι Πειραιώτες συνέχιζαν να το αποκαλούν με το αρχικό του όνομα.
Προπολεμικοί ανταγωνιστές του "Ιντερνάσιοναλ" ήταν το Καμπαρέ "Φέμινα" του Στίνη και το "Περοκέ"της κυρίας Μαίρης.
Τα Καμπαρέ και η απογραφή της Τρούμπας του '60:

Φυσικά τα μαγαζιά από την προπολεμική εποχή μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του '60, άλλαζαν διαρκώς σε αριθμούς, σε ονόματα και σε διευθύνσεις. Προπολεμικά τα ονόματα που επικρατούσαν συνήθως αναφέρονταν στη Νότια Αμερική, οι γυναίκες της οποίας πάντα γοήτευαν τους Έλληνες και κυρίως τους Ναυτικούς που είχαν ταξιδέψει εκεί. Επίσης προσέφεραν χορός σε πίστα και γυναίκες για να χορέψεις. Μεταπολεμικά ο χορός με προπληρωμένες γυναίκες σταμάτησε και επικράτησε η κονσομασιόν.
Την δεκαετία του '60 υπήρχαν καταχωρημένα στα αρχεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πειραιώς 16 Καμπαρέ με πρώτα ονόματα να φιγουράρουν στην λίστα τα Καμπαρέ "Μπλακ Κατ", "Κιτκατ", "Τόνις Μπαρ", "Τζων Μπουλ", "Καλιφόρνια", "Αρτζεντίνα", "Μαϊάμι", "Μπραζίλ" κ.ο.κ. Ειδικά μεταπολεμικώς τα περισσότερα Καμπαρέ έφερναν ονόματα Αμερικανικά καθώς η πελατεία τους προερχόταν συνήθως από τον 6ο Αμερικανικό στόλο της Μεσογείου.
Στους δύο στενούς δρόμους της Τρούμπας την Φίλωνος και την Νοταρά που διασταυρώνονταν με τρεις κάθετους την Φιλελλήνων, την Σκουζέ και την Δευτέρας Μεραρχίας, εκτός των 16 Καμπαρέ, την ίδια δεκαετία, υπήρχαν και57 "σπίτια" επίσημα δηλωμένα που απασχολούσαν 340 γυναίκες δηλωμένες και περίπου 40 ανεπίσημα με 200 περίπου γυναίκες "αδέσποτες" που προσέφεραν αγοραίο έρωτα. Τρεις κινηματογράφοι αναλόγου περιεχομένου, "Φως", "Ολυμπίκ" και ο "Ηλύσια" που λειτουργούσαν από τις δέκα το πρωί έως τα μεσάνυχτα.

Στον ίδιο περιορισμένο χώρο λειτουργούσαν επίσης το Αντιαφροδισιακό ιατρείο του λιμανιού (Σκουζέ και Νοταρά), το Δικαστήριο Ανηλίκων και η Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων,  (Κολοκοτρώνη 142), το Κακουργιοδικείο, το Πταισματοδικείο (Κολοκοτρώνη 118) ενώ τα τελευταία χρόνια λειτουργούσε εκεί και το Μεταγωγών Πειραιώς. 

Είσοδος σε "σπίτι" το 1959
Τέλος να αναφέρουμε πως στις δεκαετίες του '50 και του '60 που ο τύπος και ο κινηματογράφος έκαναν γνωστά τα Καμπαρέ της Τρούμπας, προέβαλαν ουσιαστικά την παρακμή τους, καθώς ουδέποτε κατάφεραν να φτάσουν σε αίγλη και πρόγραμμα εκείνα τα Βαριετέ της προπολεμικής περιόδου. 
 Πίσω στα παλιά 

1.3.16

BELUGA. ΤΟ ΝΕΟ SPOT ΠΟΥ ΞΑΝΑΖΩΝΤΑΝΕΥΕΙ ΤΗΝ ΤΡΟΥΜΠΑ


Η κακόφημη θρυλική περιοχή της Λόλας βγάζει τα μπικουτί και εκσυχρονίζεται. Ένα μυθικό μπαρ συνεπικουρεί.
beluga-to-neo-spot-pou-ksanazwntaneuei-tin-troumpa

Έφης Αλεβίζου|«Της Φίλωνος είσαι;». Μια ερώτηση ανώτερη από βρισιά, εξόχως προσβλητική την δεκαετία του '50 στην Ελλάδα, τότε που η Φίλωνος ήταν ο ομφαλός του παραβατικού Πειραιά. «Να πάτε από από την Ηρώων Πολυτεχνείου ή από την παραλία. Όχι από την Φίλωνος, μου έλεγε η μαμά μου» θυμάται η κ. Λόλα Χιώτη, βέρα Πειραιώτισσα,80 χρονών σήμερα. «Ναι, ναι λέγαμε εμείς και πηγαίναμε από τον κακόφημο δρόμο. Θέλαμε με τις φίλες μου να πάμε στην εκκλησία ανήμερα του Αγίου Νικολάου, αλλά μας έτρωγε και η περιέργεια να δούμε πως ήταν αυτές οι γυναίκες εκεί, πως ήταν αυτά τα σπίτια» συνεχίζει η κ. Χιώτη. Η εκκλησία βρίσκεται στην κορυφή της Φίλωνος, οπότε η κοριτσοπαρέα είχε την ευκαιρία να δει, με τα έκπληκτα παιδικά της μάτια, την τραχιά πλευρά του φεγγαριού σε κάμποσο από το μεγαλείο της. Ο δρόμος με τους οίκους ανοχής, τα καμπαρέ, τα πορνοσινεμά, τους νταβατζήδες, τις τροτέζες, τους πληρωμένους έρωτες, την ιερή καταστροφή της αθωότητας, τον γλυκόπικρο μύθο των ανθρώπων του περιθωρίου, τους αγαπητικούς και τους προστάτες.
Σκηνή από την ταινία Λόλα.Σκηνή από την ταινία Λόλα.
«Στη Φίλωνος» συνεχίζει η κ. Χιώτη «υπήρχαν και δύο αμερικάνικα μαγαζιά. Καινούργια ρούχα, όχι από δεύτερο χέρι. Σε αυτά είδαμε τα ρούχα από νάιλον, για πρώτη φορά. Τα υφάσματα ορλόν, περλόν» λέει και στα αυτιά μου ακούγονται σαν στίχοι από ρετρό άσμα αυτές οι τραγουδιστές λέξεις. «Τις θυμάμαι να στέκονται και να καπνίζουν μέσα στις διάφανες ρόμπες τους και στις φανταχτερές κιλότες τους. Φορούσαν όλες σοσονάκια. Μάλλον θα κρύωναν, όλη την ώρα γδυτές. Μία μάλιστα επιτέθηκε στη φίλη μου. “Τι κοιτάς μωρή κότα” της φώναξε». Η κ. Χιώτη μιλάει με εικόνες. Οικείες εικόνες μιας και ο ελληνικός κινηματογράφος φρόντισε μια δεκαετία μετά, το '60, να φωτίσει τα σκοτεινά στενά της περιοχής και να μάθουμε άπαντες για τις κωμικές περιπέτειες ενός καθηγητή Αγγλικών στην Τρούμπα, στη θρυλική ταινία «Καλώς ήρθε το δολάριο», σε σενάριο του Σακελλάριου, για τα δραματικά ενσταντανέ στα «Κόκκινα Φανάρια» του Γεωργιάδη ή την όμορφη και ποθητή «Λόλα» του Δημόπουλου.
Η οδός Νοταρά και κάποια μέλη του 6ου Στόλου.Η οδός Νοταρά και κάποια μέλη του 6ου Στόλου.
ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ Η ΤΡΟΥΜΠΑ;
«Η περιοχή της Τρούμπας βρίσκεται ανάμεσα στους ναούς του Αγίου Σπυρίδωνα και του Αγίου Νικολάου, περικλείοντας τις οδούς Φίλωνος και Νοταρά. Η ονομασία προήλθε από την τρόμπα (αντλία) νερού που υπήρχε, από το 1860, σε πηγάδι της περιοχής και ανεφοδίαζε με νερό τα πλοία. Η ατμοκίνητη αντλία βρισκόταν στην οδό 2ας Μεραρχίας (πρώην Αιγέως). Τα κακόφημα σπίτια εγκαταστάθηκαν εκεί μετά το 1950, όταν έκλεισαν τα Βούρλα (περιφραγμένη περιοχή με οίκους, ανοχής δίπλα στον Άγιο Διονύσιο, Δραπετσώνα). Πριν τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο η περιοχή της Τρούμπας ήταν γνωστή για τους τεκέδες, και για τα κέντρα διασκέδασης (τα καφωδεία). Εκεί, άλλωστε, δούλευε ο Βαμβακάρης, ο Γενίτσαρης, ο Μπίνης, ο Πουνέντης προσφέροντας μουσική διασκέδαση δίχως να έχουν καμία σχέση με τη σεξουαλική εκμετάλλευση» διαβάζω στο 24grammata.com.
Φεβρουάριος 2016. Η παλιά Τρούμπα υπάρχει ακόμα ανάμεσα στα νέα σκιρτήματα.Φεβρουάριος 2016. Η παλιά Τρούμπα υπάρχει ακόμα ανάμεσα στα νέα σκιρτήματα.
Κάπου εκεί, ανάμεσα στους μάγκες του '50, στην μεταπολεμική ακμή του εγχώριου σελιλόιντ και στο σήμερα, η Τρούμπα έπεσε σε κενό αέρος. Έμειναν παρόλα αυτά τα «ροζέ σινεμά» να θυμίζουν κάτι από το «για πάντα» της περιοχής. «Ο Σκυλίτσης, επί χούντας, τα έκλεισε» λέει η κ. Χιώτη ενώ μου δίνει μερικές ακόμα πληροφορίες από την εποχή:«Την Μεγάλη Παρασκευή οι γυναίκες δεν δούλευαν γιατί ήταν θρήσκες. Υπήρχε ένα μεγάλο σινεμά, τo “Ιλίσια”, έμπαιναν μέσα τα λουστράκια άφηναν και τα κασόνια τους. Δύο ονόματα θυμάμαι από μπαρ, το Black Cat και το John Bull».
«Δεν ήταν κακόφημη» λέει ο Θανάσης μέσα από το κιόσκι του περιπτέρου του στη συμβολή της Φίλωνος και ενός κάθετου δρόμου, που δε θυμάμαι το όνομά του. Σκουζέ ίσως. «Η Τρούμπα ήταν ένας δυνατός οικονομικός άξονας, υπήρχε μεγάλη κίνηση χρήματος και δολαρίου, αλλά κάποια στιγμή, όπως συμβαίνει πάντα στην Ελλάδα, όλα έπαυσαν, διεκόπησαν βιαίως» εξηγεί. Στην ερώτησή μου εάν είναι εύκολο το πάρκινγκ στη γειτονιά μου απαντάει ότι δεν ξέρει αφού κυκλοφορεί με ποδήλατο. Στέκεται όμως στη λέξη γειτονιά και επικροτεί. «Αυτό ακριβώς. Μια γειτονιά είναι η Τρούμπα, με οικογενειάρχες και συνοικιακά καταστήματα. Ποτέ δεν αισθάνεσαι φόβο ή ανασφάλεια εδώ».
ΤΟ BELUGA

Στρίβοντας την 2ας Μεραρχίας το βλέμμα μου κουτουλάει στο φουγάρο ενός καραβιού της ANEK, στο βάθος. Η θάλασσα είναι «μεσοτοιχία» με την Τρούμπα. Γι' αυτό εκτός από πιπεράτος μαχαλάς είναι και αλατισμένος.
Ο Σπύρος Μητρόπουλος, ο ιδιοκτήτης του Beluga, του μπαρ που μυρίζει Μανχάταν, υψηλή αισθητική και ψαγμένες μάρκες ουίσκι, ξέρει τη γειτονιά σαν την παλάμη του -την έχει ζήσει από τα 19 του. «H Τρούμπα περικλείει μυστήριο και μύθο γύρω από το όνομά της, αλλά γεωγραφικά η θέση της ευνοεί την ανάπτυξη ως σημείο διασκέδασης της πόλης. Είναι σημείο στρατηγικό. Έχει εύκολη πρόσβαση από παντού, βρίσκεται ανάμεσα σε πολύ κεντρικούς δρόμους και το σημαντικότερο δεν έχει σπίτια που ενοχλούνται από μουσικές, πάρκινγκ κλπ. Την ημέρα έχει πολύ δυναμική ζωή, αφού είναι το ναυτιλιακό κέντρο της χώρας μας, εργάζονται γύρω στις 20.000 άτομα στη γειτονιά, είναι τα δικαστήρια του Πειραιά στην καρδιά της και φυσικά είναι το σημείο που πρωτοαντικρίζουν όλοι οι τουρίστες από τα κρουαζιερόπλοια -και είναι χιλιάδες» εξηγεί.
Στη θέση του ιστορικού σινεμά "Φως" σήμερα βρίσκεται το Beluga.Στη θέση του ιστορικού σινεμά "Φως" σήμερα βρίσκεται το Beluga.
Τον ρωτάω εάν θα μπορούσε να κάνει μια σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν. «Η κρίση, οι λάθος πολιτικές, η ανικανότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης και φυσικά η μεταφορά του ΟΚΑΝΑ στην καρδιά της ήταν οι σημαντικότεροι λόγοι που έκαναν την Τρούμπα να ζήσει στην παρακμή. Δηλαδή, είχε πιάσε πάτο, που σημαίνει ότι από 'δω και πέρα μόνο ανοδικά μπορεί να κινηθεί» μου απαντάει και το πρόσωπό του φωτίζεται. «Όχι Ψυρρή, ανώτερο από Ψυρρή θα γίνει».Ο Σπύρος εκτός από το Beluga, από το οποίο παρελαύνει σύσσωμη η εφοπλιστική εγχώρια και διεθνής κοινότητα, επεκτείνεται επιχειρηματικά και μ' ένα ακόμα μαγαζί, αλλιώτικης νοοτροπίας: «Επειδή το Beluga παίζει ιδιαίτερες μουσικές νιώσαμε την ανάγκη να κάνουμε και ένα αυθεντικό μπαράκι με ελληνική μουσική. Έτσι κάναμε τον “6ο Στόλο”, με ελληνικά και όνομα τρουμπίστικο. Ο “6ος Στόλος” όταν ερχότανε στον Πειραιά, την εποχή που ανθούσαν τα καμπαρέ, όλη η Τρούμπα γιόρταζε. Βγαίναν τα ναυτάκια και σκορπούσαν τα δολάρια σαν χαρτοπόλεμο!». Στο σημείο αυτό να προσθέσω και τη λέξη ζουμπουρλούδικα στα ναυτάκια. Τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα.
Όχι μόνο ποτό, αλλά και φαγητό στο Beluga.Όχι μόνο ποτό, αλλά και φαγητό στο Beluga.http://www.thetoc.gr

 Πίσω στα παλιά 

18.11.15

Η ΤΡΟΥΜΠΑ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

 

Ιστορίες της νύχτας μέσα από μαρτυρίες στο newsbeast.gr


ΤΡΟΥΜΠΑ


«Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα από τα πιο όμορφα λιμάνια της Μεσογείου, τον Πειραιά, υπήρχε μια συνοικία, που ήταν το καμάρι του και η …ντροπή του» έγραφε η Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της «Η Τρούμπα», για την συνοικία που το όριά της προσδιόριζαν δύο εκκλησίες, ο Άγιος Σπυρίδωνας και ο Άγιος Νικόλαος. Ανάμεσά τους η Φίλωνος, η Νοταρά, και κάθετα η Σκουζέ, η 2ας Μεραρχίας και η Μπουμπουλίνας στέγαζαν τα καμπαρέ τα πορνεία και τα ξενοδοχεία που υποδέχονταν τον στόλο και την τολμητή νεολαία άλλων εποχών…
Ρεπορτάζ: Νίκη Παπάζογλου
Στην παλιά πρωταγωνίστρια της «Λόλα», των «Κόκκινων Φαναριών», του «Ποτέ την Κυριακή», καθώς και πολλών ακόμα ταινιών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, στην θρυλική Τρούμπα, ελάχιστα σημάδια μαρτυρούν την αλλοτινή «αίγλη» της. Μερικά σφαλιστά παραθυρόφυλλα των, ερειπωμένων πια, αρχοντικών της, στέκουν ορθά σε πείσμα των καιρών, συνυφαίνοντας μαζί με τα ρεμπέτικα τραγούδια και τις διηγήσεις όσων περπάτησαν τα στενοσόκακά της, τον μύθο της πολυσύχναστης κάποτε συνοικίας.
«Η Τρούμπα είναι μεγάλη φάκα, το ξέρουν οι μάγκες, τα αλάνια, οι ληστές, οι πορτοφολάδες, οι πόρνες, οι χορεύτριες, αλλά και οι ναύτες των στόλων που καταπλέουν με καράβια όπως το θρυλικό «Εντερπράις», το πολεμικό «Φόρεσταλ», τα καταδρομικά «Αϊόβα», «Μέικον», «Χέιλ» κτλ»,αναφέρει στο βιβλίο του «Εκ Πειραιώς» ο Διονύσης Χαριτόπουλος καταθέτοντας με τη σειρά του, την αγάπη του για τον γενέθλιο τόπο και ξεδιπλώνοντας την ανθρωπογεωγραφία του.

Το «Τζων Μπουλ», το « Μπλακ Κατ», «το Λίμπερτυ Μπαρ», το «Αρζεντίνα, το «Κιτ Κατ», το «Σανγκάι», το «Μοκάμπο», το «Πουέρτο Ρίκο», το «Μιλάνο» καθώς και το «45 Γιάννηδες», ήταν μερικά από τα κέντρα της απαγορευμένης ζώνης που διασκέδαζαν το «αμερικανάκια» όταν το πλοίο άραζε για λίγο στο λιμάνι. Τριγύρω τους απλώνονταν τα σπίτια με τα κόκκινα φανάρια, οι οίκοι ανοχής, αλλά και πολλά ξενοδοχεία, όπως το Λουξ, το Μαξίμ, το Αλεξάνδρεια, το Παράδεισος και το Αίγυπτος.
Κάποτε βέβαια η Τρούμπα διέφερε κατά πολύ από την εικόνα της δοξασμένης εικοσαετίας του '45- '65 . Η λεωφόρος Χατζηκυριάκου, Σωκράτους τότε, ήταν σκαμμένη από το πέρασμα των κάρων που κουβαλούσαν το κάρβουνο. Όταν στα στενά της ζούσαν κυρίως Χιώτες, που είχαν μεταναστεύσει στον Πειραιά από τα μέσα του 19 αιώνα, αναπτύχθηκε αρκετά και αποτέλεσε για πολλά χρόνια το οικονομικό κέντρο του λιμανιού. Τότε χτίστηκαν τα διώροφα και τριώροφα αρχοντικά της, ενώ στα στενά της λειτουργούσαν εμπορικά καταστήματα και ναυτικά γραφεία και από την μεριά της θάλασσας, ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια.
Επί τουρκοκρατίας, στο θαλάσσιο μέτωπό της, στην Ακτή Μιαούλη, υπήρχε ένα πηγάδι με μια μηχανική εγκατάσταση, μια τρόμπα, από την οποία, σύμφωνα με πολλούς, η περιοχή πήρε το όνομά της. Από την τρόμπα οι ντόποιοι αντλούσαν νερό για να καταβρέχουν την σκόνη που σήκωναν τα κάρα με το κάρβουνο καθώς διέσχιζαν τους χωματόδρομους.

Τα βούρλα, οι ντεκέδες, τα μπαρμουτατζίδικα και τα καταγώγια καθώς και τα καφωδεία, με ζεϊμπέκικο και τσιφτετέλια επάνω στο πάλκο κι ευρωπαϊκή ορχήστρα από κάτω, ήταν μερικές από τις χαρακτηριστικές εικόνες που διατηρούσε στο μυαλό του ο κάτοικος του Πειραιά των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Βέβαια εκείνη την εποχή, ο Πειραιάς ήταν άγριος. Αποκλεισμός, πολιτικά μίση και μια παραβατική κοινωνία που πρόβαλε την δίκοπη, πριν ακόμα εμπλακεί στον καβγά. Οι ντεκέδες απλώνονταν από την Πειραϊκή μέχρι τον Άγιο Διονύση. Τα ζάρια στη μέση του δρόμου καθώς και οι μυρωδιές της ταλμίρας (χασίς) και του ναργιλέ διαχέονταν στους δρόμους από τους ανθρώπους της τούφας, που μάθαιναν την συνήθεια στο σχολειό(φυλακή). Και φυσικά η χωροφυλακή, έφιππη τότε, δεν παρενέβαινε ποτέ.
Συχνοί ήταν και οι φόνοι στην περιοχή. Συχνή αιτία , τα μάτια μιας γυναίκας, η οποία στη συνέχεια όφειλε να συντηρεί τον φονιά όσο παρέμενε στην φυλακή και μετά την αποφυλάκιση του να τον στεφανωθεί. Φόνοι όμως γίνονταν και για  μια προαγωγή... Αν ήθλε ο μαχαλόμαγκας να προαχθεί σε διεθνή μάγκα  έπρεπε να μαλώσει, να μαχαιρώσει, και  να τραυματίσει έναν καλό νταή, αναγνωρισμένο. Έτσι μόνο έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του. Την εικόνα της περιοχής της περιόδου εκείνης συμπλήρωναν φυσικά και τα χαμαιτυπεία, περιφραγμένα τότε στα περίφημα «Βούρλα».
Τα «Βούρλα»
Το πρώτο επίσημο «σπίτι» στην περιοχή λειτούργησε το 1852, μετά τον αποκλεισμό του Πειραιά από τους Αγγλους κυρίως για την εξυπηρέτηση των στρατιωτών και των πληρωμάτων των ξένων στόλων. Το άνοιγμα των επόμενων δύο οίκων όμως συνόδευσαν οι διαμαρτυρίες των δημοτών, οι οποίες ανάγκασαν το τότε Δημοτικό Συμβούλιο να συζητήσει την ανέγερση οικήματος για τη συγκέντρωση εκεί όλων των κοινών γυναικών, ο αριθμός των οποίων αυξανόταν συνεχώς.
«Αποτραπείσης της υπό του Δήμου εξασκήσεως του επαγγέλματος της πορνείας, εξεύρομεν άλλον τρόπον συμβιβάζοντα την αποχήν του δήμου εκ των ανηθίκων επιχειρήσεων, αλλά και την περιστολήν του κακού δια του περιορισμού των κοινών γυναικών δια της ανεγέρσεως δι ιδιωτικής, αποκλειστικώς, δαπάνης των καταστημάτων των κοινών γυναικών» ανέφερε σε έγγραφό του ο Δήμος Πειραιά στη Διεύθυνση Αστυνομίας Αθηνών - Πειραιώς, τον Μάιο του 1872.

Την άποψη του Δήμου επικρότησε και το Ιατροσυνέδριο, που ενέκρινε το μέτρο εφόσον έτσι θα ήταν δυνατή η παρακολούθηση και περιστολή των αφροδισίων νοσημάτων.
Κάπως έτσι τον Μάρτιο του 1873, η Κυβέρνηση παραχώρησε τα υπ αριθ. 5-6 τεμάχια των εθνικών γαιών στη θέση «Βούρλα» - 80 μέτρα δυτικά του Αγίου Διονυσίου - για την ανέγερση «καταστημάτων» κοινών γυναικών. Μετά την υπογραφή του παραχωρητηρίου, ο Δήμος προέβη σε διακήρυξη για την ανέγερση, σε έκταση οκτώ στρεμμάτων, συνοικισμού κοινών γυναικών, που θα περιλάμβανε τέσσερα κτίσματα, χωριστά μεταξύ τους, τα οποία θα βρίσκονταν μέσα σε μάντρα, με του ακόλουθους όρους:
«Ο ανεγείρων ιδίαις δαπάναις τα βάσει εγκεκριμένου σχεδίου οικήματα, θα καταβάλλη εις τον Δήμον μετά τριετίαν από της ιδρύσεως δρχ. 500 ετησίως δι' έκαστον τμήμα, μετά 5ετίαν δρχ 1.000 και μετά εικοσαετίαν δρχ. 2.500 δι' έκαστον τμήμα ετησίως. Μετά δε πεντηκονταετίαν η περιοχή του κτήματος μετά των εν αυτώ κτηρίων, θα περιέρχεται εις τον Δήμον».

Με την υπογραφή του, απαγορεύτηκε η λειτουργία άλλου οίκου ανοχής εκτός της οριοθετημένης περιοχής. Το κατάστημα φιλοξένησε γυναίκες κάθε μορφής και ηλικίας, αδιάλειπτα για τα επόμενα 60 χρόνια. Μέσα στα δωματιάκια που απέπνεαν μια ανάμεικτη μυρωδιά μούχλας με «πατσουλί», υπό το λιγοστό φως μιας λάμπας πετρελαίου, οι γυναίκες πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στους πάσης φύσεως άντρες και κυρίως στα πληρώματα, κάθε εθνικότητας, των πλοίων που κατέπλεαν στον Πειραιά.
«Οι γυναίκες αυτές, τις ώρες της κάλμας, στην αυλή ή στον καφενέ του κτιρίου, με το τσιγάρο στο στόμα και υπό τους ήχους ενός γραμμοφώνου με χωνί, ψαρεύανε τον πελάτη ή είχανε πάρε-δώσε με τον αγαπητικό. Καμιά δεν ήταν χωρίς αγαπητικό, νταβατζή, χωρίς συνεταίρο στις εισπράξεις. Υποχρεωτική για τις γυναίκες, η παραμονή στα Βούρλα, από τις εννέα το βράδυ μέχρι τις εννέα το πρωί. Μετά το σύνθημα «κορίτσια στα κρεβάτια σας», που ακουγόταν γύρω στις 8, γινόταν η προκαθορισμένη εξέταση από τους γιατρούς και οι κοπέλες ήταν ελεύθερες. Τα μεσάνυχτα, η κεντρική πόρτα σφαλιζόταν ξανά από την αστυνομική φρουρά που διέμενε εκεί» έγραφε ο χρονογράφος, Θεόδωρος Βλάσσης, στη «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» το 1969.
Στα Βούρλα οι γυναίκες ήταν κατηγοριοποιημένες, με ανάλογες τιμές στα διάφορα διαμερίσματα. Τρία ήταν τα φτηνά, τα λαϊκά, και ένα το αριστοκρατικό με το καλό «εμπόρευμα». Σ' αυτό φιλοξενούνταν και γυναίκες των αθηναϊκών σπιτιών που λόγω….κακής διαγωγής τις είχαν διώξει από την Αθήνα. Η τιμωρία διαρκούσε 15 μέρες ή ένα μήνα και η γνωστή απειλή που ακουγόταν απο τα χείλη των νταβατζήδων ήταν «Κάτσε καλά γιατί θα σε στείλω στα «Βούρλα».

«…Δεκαεννιά χρονών, το 1924, έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης από τη Σύμη. Ήτανε στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων, η πρώτη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη είκοσι εφτά, είκοσι οκτώ χρονών, μου ’δινε και λεφτά και κουστούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισσα, τη Ζιγκοάλα, και την απαράτησα…» αφηγούνταν ο Μάρκος Βαμβακάρης.
Το πολύπλαγκτον πανεπιστήμιο τη μαγκιάς, των κοινών γυναικών και των κουτσαβάκηδων άλλαξε όψη με την έλευση του μεγάλου κύματος προσφύγων που ακολούθησε τους Βαλκανικούς Πολέμους. Οι μόνιμοι κάτοικοι που αυξήθηκαν αισθητά άρχισαν να διαμαρτύρονται με αποτέλεσμα, το 1937, τα σπίτια να διαλυθούν και στην θέση τους να ανοιξουν φυλακές. Όλοι εκείνοι που αποτελούσαν τον κόσμο του όμως δεν έφυγαν, σιγά σιγά συγκεντρώθηκαν στην Τρούμπα...

Τρούμπα
Στους γύρω δρόμους απο την οριοθετημένη Τρούμπα απλώνονταν γραφεία ναυτικών εταιρειών και εργασιακών συμβάσεων που διοχέτευαν την νεολαία της εποχής σε καράβια, εργοστάσια, οικοδομές, σπίτια, αγροτικές εργασίες. Λίγο πιο πάνω από το Μεταγωγών, ήταν και το Γυμνάσιο όπου έμεινε στην ιστορία για την κ. Αρχοντάκη, την σωματώδη καθηγήτρια Γαλλικών, παντρεμένη με τον αστυνομικό διευθυντή του Πειραιά, που στις κενές της ώρες έφερνε βόλτα τα μπορντέλα μαζευοντας τους περιπλανώμενους εκεί μαθητές της. Αυτός ήταν και ο λόγος που πολλές πόρτες έκλειναν στο άκουσμα της απάντησης «πηγαίνω στο Δεύτερο Γυμνάσιο».
Οι κινηματογράφοι Ηλύσια, Φως και ΟΛΥΜΠΙΚ, έπαιζαν τολμηρές ταινίες. «Κρυφά πάντα η προβολή. Απ' έξω στεκόταν ο τσιλιαδόρος και μόλις έβλεπε κάτι περίεργο, έκανε σινιάλο στον υπάλληλο για να αλλάξει στα γρήγορα την πομπίνα. Όσο διαρκούσε ο έλεγχος παρακολουθούσαμε συνήθως κανένα καράτε. Όταν ο κίνδυνος απομακρυνόταν η μπομπίνα άλλαζε και πάλι προβάλλοντας τις αγαπημένες του κοινού σκηνές. Άλλες εποχές τότε. Από την γειτονιά φοβόσουν να περάσεις. Ακόμα και οι μόνιμοι κάτοικοι όπως θα 'χεις διαβάσει, αναγκάζονταν να κρεμούν επιγραφές στα σπίτια τους για να διευκρινίζουν πως πρόκειται για κανονική οικεία και να μην τους ενοχλούν» αναφέρει στο newsbeast.gr ο κ.Τάκης, γέννημα θρέμμα Πειραιώτης και θαμώνας της περιοχής την εποχή της δόξας.

Παρόλα αυτά τον κόσμο αυτό διέκρινε μια άλλου είδους μπέσα και πολλά από τα κορίτσια ήταν θεοσεβούμενες... «Οι πόρνες και οι χασικλήδες της Τρούμπας δεν εστηρίζοντο στην δική τους δικαιοσύνη, όπως οι καθώς πρέπει ευσεβείς και γι’ αυτό όχι μόνον δεν είχαν έπαρση αλλά είχαν και μια αυθόρμητη ταπείνωση. Δεν έκαναν καμία προσπάθεια να αποκρύπτουν την κατάντια τους. Δεν κάλυπταν την παλιανθρωπιά τους με μια μάσκα υποκριτικής ευπρέπειας. Δεν έκρυβαν την οργή τους με ανατριχιαστικά ευγενικά χαμόγελα, και είχαν μια γνήσια πίστη στην δύναμη και στην αγάπη του Θεού, γιατί αν και ομολογούσαν την κατάντια τους, δεν σταματούσαν να ζητούν και να ελπίζουν χωρίς μεγαλορρημοσύνες στο έλεός του» αναφέρει ο πατέρας Φιλόθεος στο βιβλίο του «Η αλλοίωση του Χριστιανικού ήθους».
Η περίοδος της δόξας
Κατά την διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου όλο το θαλάσσιο μέτωπο του Πειραιά υπέστη εκτεταμένες καταστροφές από τους βομβαρδισμούς. Τότε ήταν που άδειασε και η Τρούμπα από τους περισσότερους μόνιμους κατοίκους της. Η πείνα και η εξαθλίωση του πληθυσμού συνετέλεσαν σε αυτό. Τα πρώτα «σπίτια» και τα καμπαρέ έκαναν την εμφάνιση τους έχοντας σαν πελάτες Γερμανούς και μαυραγορίτες. Η περίοδος που ακολούθησε μετά τον πόλεμο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ήταν τα χρόνια της ακμής της.
«Στους εφήβους των περασμένων δεκαετιών η περιοχή της Τρούμπας ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία. Το πρωί ήταν τόπος υπαρκτός, κανονικός, με ανθρώπους "κανονικούς", με καφενεία "κανονικά", με δικαστήρια, με λεωφορεία, με πεζούς, με χειρόγραφα σημειώματα κολλημένα στις πόρτες, που πληροφορούσαν ότι εδώ μένουν οικογένειες. Το βράδυ, γινόταν ένας "αλλιώτικος τόπος", τόπος που στην φαντασία ενός εφήβου γίνονταν τα πάντα, αν και στην πραγματικότητα, τίποτα το ιδιαίτερο δεν γινόταν. Η εικόνα ήταν παρόμοια με τη σημερινή των κακόφημων περιοχών και ίσως και λίγο καλύτερη» αναφέρει ο κ. Κώστας που εργάστηκε την περίοδο της ακμής της σε διάφορα μπαρ της περιοχής.

Από το κέντρο του αγοραίου έρωτα δεν έλειπαν όμως και πάλι οι φασαρίςε με τους νταήδες να τσακώνονται συχνά πυκνά με τους ναυτικούς όπως φαίνεται από το αστυνομικό δελτίο.
«Στα 1960-65 ή Τρούμπα ήταν στις…. δόξες της. Οι οίκοι ανοχής ήταν πάρα πολλοί και ανάμεσά τους τα καμπαρέ με επικεφαλής τον "Τζων Μπουλ". Θα θυμάστε την ιστορία με τον συνιδιοκτήτης του, τον Γεώργιο Βεϊζαδέ, που μαζί με την Αντιγόνη, την γυναίκα του, σιδέρωσαν την κακόμοιρη την Σπυριδούλα. Ακόμα και όταν κατεδαφίστηκε, την δεκαετία του '70 κάθε φορά που περνούσα από εκεί με έπιανε μια ανατριχίλα» συμπληρώνει ο κ. Κώστας.
Ο Γεώργος Βεϊζαδές με την σύζυγό του υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας υπόθεσης που συγκλόνισε την χώρα στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Οι δυο τους κατηγόρησαν, αδίκως, όπως αποδείχθηκε, την 12χρονη υπηρέτρια τους, Σπυριδούλα Ράπτη, για κλοπή $50 - ποσό ιδιαιτέρως σημαντικό για την εποχή- και την βασάνισαν σχεδόν μέχρι θανάτου με πυρακτωμένο σίδερο για να ομολογήσει την πράξη της. Η υπόθεση έμεινε γνωστή στην ιστορία σαν «το σιδέρωμα της Σπυριδούλας» Ο Γιώργος και Αντιγόνη Βεϊζαδέ καταδικάστηκαν σε πενταετή φυλάκιση και πέθαναν λίγα χρόνια μετά την αποφυλάκιση τους.

«Η ζήτηση στρηπτιζέζ είναι μεγάλη», κυρίως για κείνες που κάνουν εντυπωσιακά νούμερα» έγραφε ο συντάκτης Σταύρος Μαρμαρινός, στην εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΪΚΗ» τον Οκτώβρη του 1965. Το ίδιο επιβεβαιώνει κι ο κύριος Κώστας «Τα καμπαρέ και τα μπαρ της εποχής προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν τις ορέξεις του φιλοθεάμωνος κοινού με στριπ τηζ και διάφορα άλλα χορευτικά νούμερα»
«Ανάμεσα στα κορίτσια δε, υπήρχαν και κάποια που στην ποδιά τους σφάζονταν παλικάρια, τόσο όμορφα... και δεν το λέει ο λόγος όντως σφάζονταν. Οι ιστορίες τους όμως αβάσταχτες. Αν είχες δει τις ταινιες της εποχής και γνώριζες αρκετές από δαύτες θα καταλάβαινες πως είναι βγαλμένες απο την ζωή. Από χωριά οι περισσότερες, βρήκαν τον κιμπάρη αγαπητικό νόμιζαν ο οποίος στη συνέχεια τις έβαλε να κολλάνε πουτανόσημα στα μπουρδέλα. Τώρα οι περισσότερες έχουν πεθάνει ή χαθεί» συμπληρώνει.
Η δουλειά στα κόκκινα φανάρια
«Δεν ήταν όλα τα σπίτια νόμιμα.Και φυσικά οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες. Δούλευαν δωδεκάωρα, από τις δέκα το πρωί μέχρι τις δέκα το βράδυ δέχονταν πάνω απο 50 βίζιτες την ημέρα. Όσες δεν συμμορφώνονταν αποκτούσαν κι από κάποιο σημάδι στο σώμα ή στο πρόσωπο "προς γνώσιν και συμμόρφωσιν". Και σε όλες το παραμύθήταν ίδιο, θα δουλέψεις για λίγο καιρό και μετά θα παντρετούμε, τελικά κατέληγαν να δουλεύουν εκείνες κι οι νταήδες να κάθονται. Σκέψου τότε η βίζιτα κόστιζε γύρω στις 25 δραχμές, αλλά όταν έφτανε ο στόλος το ποσό διπλασιαζόταν ή και παραπάνω. Τα αμερικανάκια ήταν εύκολη λεία τότε» μας πληροφορεί.

«Εκτός από την ιστορία της Στέλλας που έγινε γνωστή από την ομώνυμη ταινία ήταν και εκείνη της Δέσποινας της πρώην ιερόδουλης και ερωμένης του νταβατζή και ιδιοκτήτη του Πουέρτο Ρίκο, ο οποίος αν και την έβγαλε από την πορνεία, την απατούσε συστηματικά».
Στα αρχεία της Αστυνομίας αναφέρονται 7 σπίτια, υπήρχαν όμως κι' άλλα 40 στην γύρω περιοχή με ιερόδουλες, οι οποίες δεν ήταν «δηλωμένες» στο Τμήμα Ηθών και δούλευαν παράνομα με το φόβο των εφόδων της αστυνομίας όπως μαθαίνουμε από τα απομνημονεύματα του ρεμπέτη Νίκου Μάθεση, όπως τα παρέδωσε στον Κώστα Χατζηδουλή.

Τότε ανάμεσα στους σωματέμπορους αλώνιζε ο «Μάπας», που έκανε «σουρωτήρι» τον βασικό του ανταγωνιστή, τον λεγόμενο «Κεφάλα», και πήρε υπό τον έλεγχό του πορνεία και χασίς. Ηταν φόβος και τρόμος αλλά όταν γέρασε έχασε τη δύναμή του. Τον φώναζαν «κουράδα» και κατάντησε να κάνει θελήματα στις πόρνες, όπως αναφέρει ο Βασίλης Πισιμίσης στο βιβλίο του «Βούρλα - Τρούμπα: μια περιήγηση στο χώρο του υποκόσμου και της πορνείας του Πειραιά»
Η Τρούμπα πρωταγωνίστρια της Μεγάλης Οθόνης
Ο κινηματογραφικός φακός κατέγραψε την μια πλευρά της συνοικίας, καταφέρνοντας να πυροδοτήσει την πεινασμένη ερωτικά νέα γενιά της εποχής. Η γραφικότητα της περιοχής αποτέλεσε ιδανικό σκηνικό για πολλές ελληνικές ταινίες που είτε διεκδίκησαν, όπως τα «Κόκκινα Φανάρια», είτε απέσπασαν ένα Όσκαρ όπως το «Ποτέ την Κυριακή». Στα σοκάκια και τα καμπαρέ της ψέλισαν τις πρώτες τους ατάκες πρωτοεμφανιζόμενοι ηθοποιοί, όπως ο Φαίδων Γεωργίτσης και η Ελένη Ανουσάκη. Σε ένα από τα παράθυρά της ακούστηκε για πρώτη φορά η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού που έκανε την Ελλάδα να ανατριχιάσει και στο Τζων Μπλουλ ήταν που ξεκίνησε την καριέρα του ο «Πολ Άνκα της Ελλάδος», ο Γιάννης Βογιατζής.

«Τα κόκκινα Φανάρια», 1963, σε σκηνοθεσία Γεωργιάδη, μουσική Ξαρχάκου με τους Καρέζη, Κατράκη , Χρονοπούλου, Παπαμιχαήλ, το «Καλώς ήρθε το δολάριο», του 67 σε σκηνοθεσία Α. Σακελλαριου, με τους Κωνσταντίνου, Καλουτά, Μουστάκα, Λινάρδου, η «Λόλα», του 1964, σε σκηνοθεσία Ντ. Δημόπουλου με τους Καρέζη, Κούρκουλο, Παπαγιαννόπυλο, Ζερβό, Καλογήρου, το «Κάθαρμα», η ασπρόμαυρη ταινία του Κ. Ανδρίτσου, γυρισμένη το 63 με τους Φούντα, Κοντού, Στρατηγό, «Το κορίτσι της Αμαρτίας»,του 1958, σε σκηνοθεσία Δ. Αθανασιαδη, με τους Μπάρκουλη, Γαϊτάνου, Βέγγο, το «Σκότωσα για το παιδί μου», του 1962 σε σκηνοθεσία Δ. Αθανασιάδη, με τους Χατζηαργύρη, Κακαβά, και η «Τρούμπα ΄67», του Γρηγορίου γυρισμένη το 1967 με τους Φούντα, Θεοχάρη, Αρβανίτη, Μούτσιο, Καλογήρου είναι μερικές από τις ταινίες που κατέγραψαν την πιο κακόφημη συνοικία του Λιμανιού και τα βάσανα των κοριτσιών που περπατούσαν στα στενά της.
«Λουκέτο» στην Τρούμπα»
Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1967 η αστυνομία με εντολή του τότε διορισμένου από τη Χούντα δήμαρχου Πειραιά κυνήγησε και έδιωξε από την Τρούμπα 500 περίπου κοπέλες σφραγίζοντας τα «σπίτια» που εργάζονταν. Ο Αριστείδης Σκυλίτσης στα πλαίσια του «εξευγενισμού», σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, του Πειραιά πήρε την πρώτη του μεγάλη απόφαση:«Λουκέτο» στην Τρούμπα.

«Η Τρούμπα ήταν "βιτρίνα" του λιμανιού και έπρεπε να "καλωπιστεί". Μοναδικό εμπόδιο, τα σπίτια και η αλητεία που μαζευόταν στα καμπαρέ από τα καράβια στο λιμάνι. Όλοι εκεί πήγαιναν. Εκτος στόλος δεν υπήρχε πια και το δολάριο "καλώς μας άφησε". Έτσι έβαλε ταφόπλακα στα μπουρδέλα, την αλητεία, το χασίσι και μαζί στην αυθεντικότητα των ανθρώπων της νύχτας. Ξεσπίτωσε και τις ιερόδουλες. Η Τρούμπα ήταν καθαρή και βρώμικη μαζί. Είχε τα πάντα: ιερόδουλες, σωματέμπορους, ρουφιάνους, αγόρια που ήθελαν να γίνουν άνδρες, γυναίκες που ονειρεύονταν πως ακόμη είναι κορίτσια. Εκεί μαζεύονταν τα κατακάθια της κοινωνίας. Εκεί απευθύνονταν οι  πατεράδες της υψηής κοινωνίας για να αντρώσουν τα καμάρια τους» αναφέρει ίσως με νοσταλγία ο κ. Κώστας

«Οι ιερόδουλες βέβαια συνέχισαν να εργάζονται, πλέον χωρίς χαρτιά, χωρίς υγειονομική κάλυψη, χωρίς κανόνες, χωρίς αξιοπρέπεια. Το '80 τα περισσότερα από τα καμπαρέ είχαν κλείσει. Λίγα ήταν εκείνα που συνέχισαν να λειτουργούν παρά τις χαμηλές τιμές τους όμως και το όλο και πιο εμπλουτσιμένο πρόγραμμά τους δεν συγκέντρωναν πολύ κόσμο
».

Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1990 τα ελάχιστα καμπαρέ της περιοχής λειτουργούσαν σε μια νοσηρή παρακμή που δεν έκρυβε ούτε την ελάχιστη λούμπεν αυθεντικότητα. Η περιοχή εμπλουτίστηκε με  τεράστια γυάλινα κτίρια που στεγάζουν ναυτιλιακές εταιρείεςκαι σήμερα έχουν περικυκλώσει τα ελάχιστα νεοκλασσικά που δεν έχει αγγίξει ακόμα η κατεδάφιση.
Η άναρχη ανάπτυξη που αλλοίωσε την αστική ταυτότητα της πόλης συνθέτει μέχρι και σήμερα την εικόνα του λιμανιού. Στο μαλακό υπογάστριο της πόλης του Πειραιά σήμερα παρουσιάζεται πολυφυλετικό και δεν στεγάζει μονιμους κατοίκους. Όσο για την αγορά, περιποιημένα κουρεία, εστιατόρια και café από Ασιατικά μέχρι Αραβικά μαζί με in fashion all day bar και εστιατόρια πολυτελείας για τα στελέχη των ναυτιλιακών εταιριών καλύπτουν τις ανάγκες των νέων θαμώνων...









http://www.newsbeast.gr
 Πίσω στα παλιά

28.5.15

ΤΡΟΥΜΠΑ , ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Μυρωδιές έθνικ εστιατορίων και μπαρ σαν του αθηναϊκού κέντρου. Η γειτονιά που γυρίστηκαν τα «Κόκκινα φανάρια» αλλάζει.
image

ΤΑΚΗΣ ΣΚΡΙΒΑΝΟΣ
Το Σινέ Ολυμπίκ είναι ιστορικό τσοντοσινεμά.Λειτουργούσε από τα χρόνια της αληθινής Τρούμπας, μόνο που τότε βρισκόταν στη Δευτέρας Μεραρχίας και σήμερα είναι στη Φίλωνος. Ο άνθρωπος στο ταμείο ήταν χαμογελαστός και ευγενικός. Μόνο όταν τον ρώτησα πού είναι η τουαλέτα με κοίταξε λίγο περίεργα, πριν πει «με το που μπαίνεις δεξιά και κάτω».
Ήταν θεοσκότεινα. Κοίταξα δεξιά αλλά δεν έβλεπα τίποτα, έτσι ανέβαλα την τουαλέτα μέχρι να συνηθίσουν λίγο τα μάτια μου. Προχώρησα στα τυφλά, έκατσα πριν τη μέση, βολεύτηκα λιγάκι και άναψα τσιγάρο. Το έργο δεν έλεγε και πολλά. Η εικόνα ήτανε θαμπή, από υπόθεση μηδέν, η πρωταγωνίστρια όμως μέτραγε. Μετά αισθάνθηκα μια παρουσία. Ένας τύπος είχε έρθει αθόρυβα, έκατσε κολλητά δίπλα και με κοίταγε. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του. «Φιλαράκι, δεν θέλω παρέα». «Οκέι». Έφυγε το ίδιο αθόρυβα. Έκανα ένα τσιγάρο ακόμα κι έφυγα κι εγώ.
image
image
Πέντε ευρώ η είσοδος στο Σινέ Ολυμπίκ και μπορείς να κάτσεις όσο θέλεις 
Το ρολόι στον Άγιο Νικόλαο έλεγε 5.30. Ο Άγιος Νικόλας στην Ακτή Μιαούλη είναι το ένα άκρο της Τρούμπας. Το άλλο είναι ο Άγιος Σπυρίδωνας, δέκα λεπτά με τα πόδια από τον ηλεκτρικό του Πειραιά, όπως βγαίνεις αριστερά. Στον Άγιο Νικόλαο είχα ραντεβού με τον Βασίλη Πισιμίση, ο οποίος έχει γράψει το βιβλίο «Βούρλα-Τρούμπα, μια περιήγηση στο χώρο του υποκόσμου και της πορνείας του Πειραιά, 1840-1968» (εκδ. Τσαμαντάκη) και τώρα έχει σχεδόν έτοιμο και το δεύτερο βιβλίο του, με το ίδιο θέμα.
«Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδιακατσαρά μαύρα μαλλιά άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος και στο μάγουλο ελιά»
Ο Μάρκος Βαμβακάρης έγραψε τον παραπάνω στίχο για μια Κρητικιά που δούλευε σε «σπίτι» στην περιοχή Βούρλα. Το είχα απορία, πώς τύποι σαν τον Βαμβακάρη και άλλους διάσημους ρεμπέτες έκαναν σχέσεις σχεδόν μόνο με κορίτσια που δούλευαν στα σπίτια. Ήταν οι εποχές έτσι που ήταν δύσκολες οι σχέσεις, που θα έπρεπε να παντρευτείς για να έχεις κοπέλα, Βασίλη; «Όχι ρε, λες ο Βαμβακάρης να μην μπορούσε να βρει γκόμενα; Υπόκοσμος, πορνεία, τεκέδες και ρεμπέτες θεωρούνταν αντικοινωνικά στοιχεία, έτσι και οι άνθρωποί τους συγκεντρώνονταν στους ίδιους χώρους». Μετά μου θύμισε ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Βαμβακάρη: «Δεκαεννιά χρονών έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης από τη Σμύρνη, η πρώτη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη, είκοσι εφτά-είκοσι οκτώ χρονών, μου ’δινε και λεφτά και κοστούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισσα τη Ζιγκοάλα, και την απαράτησα. Όμως και μετά το γάμο μου πηγαίναμε, εγώ αν και νιόπαντρος, σε κοινές γυναίκες που ακμάζανε τότες στα Βούρλα. Εκεί έκανα και γω τον κουτσαβάκη. Ήμουνα κι αγαπητικός. Ό,τι έβλεπα από τους άλλους έκανα κι εγώ. Σιγά-σιγά, σκαλί-σκαλί, πήρα τον κατήφορο. Ήμουν ένας σωστός μάγκας κι ένας φίνος χασικλής και δεν είχα ταίρι».
Ο Βασίλης λέει ότι προπολεμικά στην Τρούμπα υπήρχαν μόνο καμπαρέ. Τα σπίτια βρίσκονταν στα Βούρλα, κοντά στη Δραπετσώνα. Από τον πόλεμο μεταφέρθηκαν και τα σπίτια στην Τρούμπα, μέχρι που τα έκλεισε ο χουντικός δήμαρχος Σκυλίτσης το 1968. Βασίλης: «Οι παλιές στην Τρούμπα λέγανε ότι οι πιο φανατικοί διώκτες τους τις ώρες της ημέρας ήταν οι πιο βιτσιόζοι πελάτες τους τη νύχτα». Από το ’70 έως και το τέλος του ’90 υπήρχαν ακόμα τα παραδοσιακά καμπαρέ, που έφερναν αρτίστες από την Ασία και τη Λατινική Αμερική, για τρεις μήνες το κάθε σχήμα. Από τότε μέχρι και σήμερα υπάρχουν μόνο τα μπαρ-κονσομανσιόν. Σε αυτά ο πελάτης κερνάει ποτό την κοπέλα και κάθονται και μιλάνε. Οι περισσότεροι τύποι περιμένουν με τα ποτά, ή με τις παραφουσκωμένες ιστορίες, το πράγμα να οδηγήσει και αλλού.
image
Παλαιά & νέα Τρούμπα
Οι οδοί Φίλωνος και Νοταρά είναι το κέντρο της Τρούμπας, που τελευταία έχει έρθει στην επικαιρότητα λόγω κάποιων καινούργιων μαγαζιών που έχουν ανοίξει. Τυχαία έπεσα σε μια παρέα που κουβέντιαζαν δημοσίευμα εφημερίδας. Αποκαλούσε «κωλόμπαρο» το μαγαζί ενός από την παρέα και ο τύπος είχε τα νεύρα του. Του λέω «να κάτσω να μου πεις δυο πράγματα;» «Άσε με, ρε φίλε, δεν θέλω να σε προσβάλω γιατί ούτε και σε ξέρω, αλλά άλλα λες κι άλλα γράφουνε. Αλλά και τι να σου πω; Εγώ είμαι εδώ από το ’74. Όμως, να σου πω για τον έναν και τον άλλον; Και πεθαμένοι να είναι, θα ζουν τα παιδιά τους. Είναι σωστό;» Έτσι, έκατσα μόνος στην μπάρα και ήπια δυο μπίρες. Ήτανε δύο όμορφες κοπέλες από μέσα, ξένες και οι δύο, και δεν μπορούσα να αποφασίσω ποια ήταν η πιο όμορφη. Όταν έβλεπα τη μία, έλεγα αυτή. Όταν πλησίαζε η άλλη, έλεγα εκείνη. Με κάτι τέτοιες σκέψεις έφυγα για το Lola’s, ένα μπαράκι που άνοιξε τον Δεκέμβριο στη Δευτέρας Μεραρχίας και έχει πάρει το όνομά του από το γνωστό έργο με την Καρέζη.
image
Δυο βήματα το Lola’s, άλλος κόσμος. Έχει και φαγητό, προσεγμένο μαγαζί, εδώ συχνάζουν άνθρωποι από τις γύρω ναυτιλιακές κ.λπ., νεαρόκοσμος κυρίως. Ιδιοκτήτρια είναι η Ελευθερία Καρδάμη, η οποία είναι σχεδιάστρια μόδας (Blondie.e). Ήρθε με το σκύλο της. «Θέλεις ένα καφέ;» «Θα πιω μια μπίρα». Η Ελευθερία παραδέχεται ότι η γειτονιά «είναι λίγο αμίλητη», ότι «δεν το έχει το επικοινωνιακό». «Έχει τύχει αργά το βράδυ να μπει τύπος και να με ρωτήσει πόσα παίρνω, αλλά αυτή είναι η εξαίρεση. Ο κόσμος που έρχεται είναι αυτός που βλέπεις». Η Ελευθερία πάει και στο Troubar που το έχουν φίλοι της και είναι και αυτό καινούργιο μπαράκι, στη Φίλωνος, λέει ότι σέβεται τη γειτονιά, όχι όπως την έχει ζήσει γιατί είναι μικρή και δεν την έχει ζήσει, αλλά όπως έχει ακούσει και έχει δει στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.
image
Η Ελευθερία Καρδάμη
Περπατούσα στη Νοταρά και ακουγότανε Βασίλης Καρράς μέχρι το πεζοδρόμιο. Στη μία άκρη του μπαρ ήτανε δυο τύποι με μια κοπέλα και τα λέγανε με δυο κοπέλες που ήταν μέσα από το μπαρ. Έκατσα στην άλλη άκρη. Εκείνη φορούσε ψηλές μπότες, κοντή φούστα, είχε μεγάλο ντεκολτέ, ξανθά μαλλιά με μπούκλες και σχιστά γαλάζια μάτια, γύρω στα 30 κάτι. Με ρώτησε πώς με λένε. Εκείνη ήταν η Έλενα. Από τη Ρουμανία, την πόλη Κοστάντζα. Η Έλενα έλεγε ότι θα ήθελε να μείνει στην Ελλάδα αλλά έχει κρίση κι εδώ, ότι της άρεσε και στην Ιταλία που δούλευε στα φέρι μποτ, ότι έχει πάει και Αμερική για ένα γάμο και τα λεφτά τρέχανε στους δρόμους και μακάρι να μπορούσε να ζήσει εκεί.
Όπως και οι περισσότερες κοπέλες που δουλεύουν σε αυτά τα μαγαζιά, η Έλενα φαινόταν ξύπνια, είχε ένα βλέμμα σα να έχει ζήσει πολλά, με μια δόση ματαιότητας μαζί. Μετά με ρώτησε τι δουλειά κάνω και άρχισαν να μου κατεβαίνουν διάφορες ιδέες. Ότι έχω δικιά μου δουλειά, ότι είμαι υπάλληλος, ότι είμαι ντι τζέι. Τελικά, είπα ντι τζέι. Με κοίταξε με δυσπιστία και ύστερα από λίγο έκατσε στην άλλη άκρη.
image
Σχεδόν τα μισά κτίρια στη Φίλωνος και τη Νοταρά είναι εγκαταλειμμένα. Όλα τους παλιά ξενοδοχεία που είχαν κι ένα καμπαρέ από κάτω. Στη Φίλωνος έχει ένα καλοφτιαγμένο ιταλικό εστιατόριο που το λένε «Σπεράντζα» (Η Σπεράντζα Βρανά, 1928-2009, έχει γράψει το βιβλίο «Η Τρούμπα»), στον Αϊ-Νικόλα έχει ανοίξει ένα σούσι, στη Νοταρά υπάρχουν δύο ινδικά κι ένα ταϊλανδέζικο. Το ταϊλανδέζικο το λένε Rouan Thai και την ώρα που μπήκα τρώγανε τρεις τύποι Γιαπωνέζοι με γραβάτες. Ο Παύλος Ευστρατίου είναι συνταξιούχος ναυτικός. Το μαγαζί είναι της γυναίκας του, που είναι Ταϊλανδή και το ελληνικό της είναι Μαρίνα. 16 χρόνια εστιατόριο, μου άνοιξε η όρεξη εκεί μέσα. «Σπουδαίο πιάτο είναι το τομ-γιαμ σούπα, με κοτόπουλο ή γαρίδες, αλλά και τα πιάτα μας με μοσχάρι, κοτόπουλο ή πάπια με κάρι» λέει. Ο κ. Παύλος τριγυρνάει στη γειτονιά από το ’70. «Παλιά στη Νοταρά τις νύχτες πρόσεχες πώς περπατούσες μην τρακάρεις με κάναν άλλο περαστικό. Τόσο πολύ κόσμο είχε. Μόνο εδώ υπήρχαν καμιά 20αριά καμπαρέ. Η Τρούμπα ακουγότανε σαν κάτι κακόφημο, ίσως και να ήτανε. Τώρα όμως είναι από τις πιο ήσυχες περιοχές. Προσπαθεί να αναβαθμιστεί, μας φτιάξανε και τα πεζοδρόμια, ανοίξανε και κάνα δυο μπαράκια, έχει τα έθνικ εστιατόρια. Έχει, βέβαια, μεγάλο κυκλοφοριακό πρόβλημα, αλλά αυτό το πρόβλημα το έχει όλος ο Πειραιάς». Παρεμπιπτόντως, και στη Νοταρά και στη Φίλωνος κάθε λίγο έχει κι ένα πάρκινγκ και στον Άγιο Νικόλα παραλίγο να τσακωθούνε δύο τύποι για την προτεραιότητα.
image
Ο Παύλος Ευστρατίου και η Ταϊλανδή σύζυγός του Μαρίνα 
image
Μια ιστορία για το τέλος
Κάτω στην Ακτή Μιαούλη καθόμασταν με τον Βασίλη σε ένα καφέ-μπαράκι. Σε μια παρέα ήτανε τέσσερις τύποι από 60 και πάνω και μια κοπέλα γύρω στα 25. «Γιατί δεν παντρεύτηκες;» είπε σ’ έναν τύπο η κοπέλα, «ψάχνω την κατάλληλη» απάντησε εκείνος. Μετά της έλεγε να τον κεράσει τίποτα κι εκείνη δεν τον κέρναγε και την έλεγε τσιγκούνα και πιο μετά εκείνος ρώταγε για διάφορες τι κάνουν και για κάποια κοπέλα που έμαθε ότι παντρεύτηκε έναν τύπο που γνώρισε στο μπαρ και μετά τον κέρασε.
Ο Βασίλης είναι 55 και του ’πα να μου πει καμιά ιστορία. «Από το 1974, 14 χρονών, δούλευα εδώ πιο πάνω σε ένα μαγαζί που έφτιαχνε φύλλο κανταΐφι κι εγώ με το καροτσάκι το πήγαινα στα ζαχαροπλαστεία. Και τα καμπαρέ είχανε προθήκες με γλυκά και τους πήγαινα. Το ’76 αποφασίζω να πάρω μια κοπέλα για ολόκληρη τη νύχτα, στο καμπαρέ Μουλέν Ρουζ που ήτανε Δευτέρας Μεραρχίας και Νοταρά. Τότε, για να πάρεις μια κοπέλα για όλο το βράδυ έπρεπε να ανοίξεις ένα μπουκάλι μαρτίνι ή ουίσκι. 1.000 δραχμές έκανε, εμένα ο μισθός μου το μήνα ήτανε 1.500. Πίναμε που λες, τι πίναμε δηλαδή, εγώ έπινα, και κατά τις 2 μου λέει η δικιά σου “κάτσε να πάω να ετοιμαστώ κι έρχομαι να φύγουμε”. Περίμενα, περίμενα, τίποτα. Έτσι όπως ήμουνα και λίγο πιωμένος, μπαίνω στα καμαρίνια κι άρχισα να την ψάχνω όταν εμφανίστηκε από πίσω μου ένας νταγλαράς. “Τι θες;” μου λέει, του είπα τι έγινε και μου λέει “έλα έξω να σε κεράσω ένα ποτό”. Κάθομαι ξανά στο μπαρ και πίνω το ποτό και μου πιάνει την κουβέντα μια άλλη και μου λέει για την προηγούμενη που με παράτησε “άσ’ την αυτήν, σε όλους τα ίδια κάνει. Άνοιξε ένα μαρτίνι ακόμα και μετά θα φύγουμε μαζί”. Δεν μάσησα, βγήκα έξω και πήγα απέναντι που ήτανε το κτίριο μιας ναυτιλιακής και καβατζώθηκα κάπου ώστε και να μη με βλέπουνε και εγώ να βλέπω τι γίνεται στο μαγαζί. Ήμουνα και λιώμα και περίμενα να γυρίσει εκείνη. Είχε κάτι χαρτόνια κι έκατσα εκεί. Τελικά με πήρε ο ύπνος και με ξυπνήσανε οι σκουπιδιάρηδες για να πάρουν τα χαρτόνια. Θέλω να πω ότι η Τρούμπα είχε κάποιους κώδικες, αυτό που σου προσέφερε αυτό σου έδειχνε, δεν είχες να φοβηθείς τίποτα αν ήσουν εντάξει. Αν εκείνο το βράδυ συνέχιζα να κάνω μαγκιές θα έτρωγα φάπες, κατάλαβα μέχρι πού με έπαιρνε και το έκοψα».
Στην Ακτή Μιαούλη τα δυο τρία μπαράκια που θυμίζουν τα παλιά, χάνονται ανάμεσα σε καταστήματα κινητής τηλεφωνίας, ναυτιλιακά γραφεία, είδη ταξιδιού, ταχυφαγεία και περιποιημένα καφέ. Σε ένα από αυτά πίνουν καφέ στα όρθια και βιαστικά τέσσερις τύποι κυριλέ. Σκέφτομαι ότι κάπου εδώ θα έπινε το ναργιλέ της η «Ξακουστή Τετράδα του Πειραιά», οι Βαμβακάρης, Δελιάς, Μπάτης και Παγιουμτζής και προσπαθώ να φανταστώ τι θα έκαναν αν κάποιος πάταγε ένα κουμπί και τους έφερνε σήμερα στην Τρούμπα. Πάρτι που θα γινότανε...
http://www.athensvoice.gr/

 Πίσω στα παλιά