Άρης Κεφαλογιάννης: Να γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να αξιοποιήσει το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο που παράγει
Η εταιρεία ξεκίνησε από μία τυχαία συνάντηση στο Λονδίνο, όπου βρισκόμουν μετά τις μεταπτυχιακές μου σπουδές. Εκεί, είχα μία επιχειρηματική δραστηριότητα, όπου έκανα διάφορα πράγματα, με τα οποία, όμως, δεν ήμουν ευχαριστημένος. Κάποια στιγμή συναντήθηκα τυχαία με μία Αγγλίδα γκουρού στον τομέα τον τροφίμων, την κυρία Καρτράιτ, η οποία βρισκόταν τότε στο τέλος της καριέρας της και μου είπε ότι στην Ελλάδα έχουμε τόσα καταπληκτικά τρόφιμα, γιατί, λοιπόν, δεν βλέπουμε κανένα από αυτά στα ράφια του σούπερ μάρκετ του εξωτερικού;
Αρχικά, επειδή το ελαιόλαδο είναι στο επίκεντρο της ελληνικής μεσογειακής διατροφής. Είναι το πιο εμβληματικό, ελληνικό προϊόν. Έχουμε ένα πραγματικά ποιοτικό ελαιόλαδο, όπως φαίνεται και από τα στατιστικά στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, έχουμε την μεγαλύτερη κατανάλωση ελαιολάδου ανά άτομο στον κόσμο. Συγκεκριμένα έχουμε κατανάλωση 17 λίτρα ανά άτομο, με τον αριθμό αυτόν στην Ισπανία να είναι 11 λίτρα/άτομο και στην Ιταλία 9 λίτρα/άτομο.
Επίσης, το 80% της ελληνικής παραγωγής είναι έξτρα παρθένο ελαιόλαδο που είναι και το πιο ποιοτικό από όλα τα ελαιόλαδα. Ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ιταλία είναι 50%. και στην Ισπανία 20%.
Η Ελλάδα είναι πολύ πίσω. Η Ιταλία και η Ισπανία έχουν κάνει πολύ καλύτερη δουλειά στην προώθηση των προϊόντων τους και ιδιαίτερα στην προώθηση της διατροφής τους και του τρόπου ζωής τους. Αυτό που έκανε την Ιταλία ιδιαίτερα δημοφιλή, όχι μόνο στο λάδι ή στα τρόφιμα, αλλά σε όλα είναι ότι προώθησαν το ιταλικό lifestyle. Αυτό νομίζω ότι είναι το σημαντικό έλλειμμα που έχουμε εμείς ως χώρα.
Θα έλεγα ότι είναι πολλοί οι λόγοι. Αρχικά, δεν είναι κάτι που μπορεί να το κάνει μόνο του ένα κράτος, δεν είναι κάτι που μπορούν να κάνουν μόνο οι εταιρείες ή οι παραγωγοί. Δυστυχώς υπάρχουν δύο στοιχεία στον χαρακτήρα του Έλληνα και των εταιρειών κατά συνέπεια, πέραν της απόλυτης ανοργανωσιάς του κράτους. Το πρώτο είναι ότι δεν έχουμε μάθει να συνεργαζόμαστε μεταξύ μας και δεν αντιλαμβανόμαστε την σημασία του «συνεργάζομαι για να μεγαλώσω την πίτα» και μετά να αρχίσω να ανησυχώ για το ποιος θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τις συνεργασίες. Να μάθουμε να συνεργαζόμαστε πάνω σε έναν κοινό στόχο. Το δεύτερο είναι ότι δεν έχουμε υπομονή. Θέλουμε να έχουμε άμεσα αποτελέσματα. Κάτι που στις διεθνείς αγορές δεν μπορεί να γίνει. Γιατί εκεί πρέπει να κάνεις πιο μακροπρόθεσμα πλάνα και να περιμένεις σοβαρά αποτελέσματα μετά τον πέμπτο χρόνο. Με επιπόλαιες και βιαστικές κινήσεις δεν μπορείς να καταλάβεις μία θέση στις διεθνείς αγορές.
Σήμερα, έχουμε συνεργασίες με όλες τις περιοχές που είναι γνωστές για την ποιότητα του ελαιολάδου στην Ελλάδα. Τις προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης, όπως Σητεία, Χανιά, Καλαμάτα, Σπάρτη και Λέσβο. Δουλεύουμε πολύ το βιολογικό λάδι. Ο τρόπος με τον οποίο συνεργαζόμαστε είναι μακροχρόνιες σχέσεις. Θέλουμε να έχουμε (και έχουμε προς το παρόν) μακροχρόνιες συνεργασίες με τους παραγωγούς. Θέλουμε να γνωρίζουν οι παραγωγοί ότι η Γαία θα αγοράσει το λάδι τους, στην τιμή που του αξίζει.
Στον χώρο του ελαιολάδου έχουμε 29 Π.Ο.Π. Εάν μαζέψετε τους καλύτερους ειδικούς του ελαιόλαδου στην Ελλάδα και τους ζητήσετε να σας γράψουν όλες τις ονομασίες ελαιόλαδου, αμφιβάλλω αν θα βρεθεί κανένας να γράψει 10. Αυτό που έχει στην Ελλάδα, όπως σε πολλά άλλα πράγματα είναι ότι οι φάκελοι των προϊόντων αυτών έχουν επιλεχθεί με πολιτικά και κομματικά κριτήρια. Για παράδειγμα ένας πολιτικός που θέλει να κάνει την περιοχή του Π.Ο.Π. Θα έπρεπε ίσως και η Ευρωπαϊκή επιτροπή που αξιολογεί αυτούς τους φακέλους να είναι πιο αυστηρή. Έτσι αντί να υπάρχει ένα Π.Γ.Ε. (Προστατευόμενη Γεωγραφικής Ένδειξης) «Κρήτη», όπως υπάρχει αντίστοιχο για την Τοσκάνη, μόνο στην Κρήτη έχουμε γύρω στα 10 Π.Ο.Π. Το πρόβλημα είναι ότι ο χαρακτηρισμός αυτών των προϊόντων ως Π.Ο.Π. δεν τους δίνει καμία προστιθέμενη αξία, αφού η αξία δίνεται από μία ονομασία που είναι αναγνωρίσιμη στο εξωτερικό. Όλοι έξω γνωρίζουν την Κρήτη, αλλά το Κολυμβάρι για παράδειγμα όχι. Φέτος, μετά από τρία χρόνια μάχης, καταφέραμε να μπορούμε να χρησιμοποιούμε την ονομασία «Σπάρτη», μία γνωστή ονομασία σε όλο τον κόσμο, αντί της ονομασίας «Λακωνία».
Άλλωστε, η ελιά Καλαμάτας δεν αναφέρεται στο τοπωνύμιο, αλλά στην ποικιλία και ονομάστηκε ελιάς Καλαμάτας επειδή στο παρελθόν η μεγαλύτερη παραγωγός ήταν η Λακωνία και οι εξαγωγές της ελιάς αυτής γίνονταν από το λιμάνι της Καλαμάτας. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα τεράστιο χάος και μπέρδεμα σχετικά με το αν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο “ελιές Καλαμάτας” στις εξαγωγές μας.Μέσα σε 45.000 τόνους της ελληνικής παραγωγής της ελιάς Καλαμάτας, μόνο 1.500 τόνοι προέρχονται από την Καλαμάτα Μεσσηνίας, έχει δημιουργηθεί ένα Π.Ο.Π. που περιλαμβάνει μόνο αυτό το μικρό ποσοστό, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν οι εξαγωγές.
Ποια είναι η μεγαλύτερη αγορά στην οποία δραστηριοποιείται η Γαία;
Μέχρι το 2014 η μεγαλύτερη αγορά μας ήταν η Γερμανία, αλλά το 2015 έγιναν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Χάρη στη θυγατρική μας εταιρεία στο Μαϊάμι και στην εξαιρετική μας ομάδα εκεί, άλλαξαν τα δεδομένα μας στις Η.Π.Α και βλέπουμε μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης.
Η Ασία ως αγορά για το ελαιόλαδο περιορίζεται αυτή τη στιγμή στην αγορά της Ιαπωνίας. Είναι η μόνη αυτή τη στιγμή, σημαντική αγορά ελαιολάδου που έχει και τάσεις ανάπτυξης. Η Κίνα που διαφημίζεται πολύ από τα ελληνικά μέσα, ως η λύση του προβλήματος των εξαγωγών του ελληνικού ελαιολάδου είναι μύθος! Η Κίνα έχει τη μισή κατανάλωση από την Ιαπωνία και είναι και σε φθίνουσα πορεία γιατί δεν έχει ενταχθεί ακόμα στις διατροφικές συνήθειες των Κινέζων.
Στις ελιές βγάλαμε το πρώτο σνακ ελιάς στον κόσμο, το οποίο είναι χωρίς συντηρητικά, με χαμηλή αλατότητα. Οι Ισπανοί πουλάνε εκατομμύρια τέτοια αντίστοιχα σακουλάκια με ελιάς ως σνακ, αλλά έχουν όλα συντηρητικά. Εμείς καταφέραμε μετά από 2,5 χρόνια έρευνας να βγάλουμε το πρώτο σνακ στον κόσμο χωρίς συντηρητικά και με 12 μήνες ζωή. Όταν το ξεκινήσαμε, οι ειδικοί της ελιάς μας είχαν πει ότι πάμε να κάνουμε κάτι αδύνατο. Βλέπουμε ότι υπάρχει μία τάση για πιο υγιεινά σνακ χωρίς συντηρητικά, επεξεργασμένα και πρόσθετα.


