Showing posts with label ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ. Show all posts
Showing posts with label ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ. Show all posts

7.5.15

“ ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΙΑ Ο ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ !! “


Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ


Φορούσα κοντά παντελονάκια και η αδελφή μου ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, ασορτί με το λευκό φουστανάκι που της είχε ράψει η μητέρα μας, όταν μια Κυριακή βράδυ είδαμε πρώτη φορά από κοντά τον Καζαντζίδη, στον «Αστέρα»!

Σε ένα κατάμεστο μαγαζί, κοιτούσαμε τον όμορφο άντρα στο πάλκο που, με μια κιθάρα στα χέρια, τραγουδούσε όλο το βράδυ: η φωνή του, γνώριμη από τα γραμμόφωνα της γειτονιάς, ήταν πιο επιβλητική χωρίς τα σκρατς των 78άρηδων δίσκων.
Τέλη της δεκαετίας του '50, νιόφερτοι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, πηγαίναμε συχνά στις ταβέρνες της Κοκκινιάς, οικογενειακώς. Οι τιμές προσιτές, το φαγητό λιτό, το περιβάλλον φιλικό και στο πάλκο μπορεί να κάθονταν ακόμα κι ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα!
Αυτά τα τραγούδια έδεναν απολύτως με τα συναισθήματα των γονιών μας και με το περιβάλλον στην Κοκκινιά, όπου υπήρχε ζωντανή μια μικρή Μικρά Ασία, αυτάρκης. Με τα ωραία πλίθινα σπίτια και τις αυλές των λίγων τετραγωνικών, τα μπακάλικα, τους φούρνους και τους αργαλειούς, τους εμπόρους και τους μαστόρους πάσης φύσεως.
Στα ασπρισμένα πεζοδρόμια οι γιαγιάδες παίνευαν τη Σμύρνη, οι εργάτες συζητούσαν για την ΕΔΑ και οι πιτσιρικάδες έστηναν αυτοσχέδιες παραστάσεις Καραγκιόζη, με ένα παλιό σεντόνι, μεταχειρισμένα κεριά και χάρτινες φιγούρες του Μπαρμπα-Γιώργου και του Χατζατζάρη.
Αργότερα, όταν μετακινηθήκαμε στα μικροαστικά Πατήσια, στη δεκαετία που κατεδαφίζονταν οι μονοκατοικίες, το είδωλο του Καζαντζίδη μάς ακολούθησε, καθώς από τις σκαλωσιές των ανεγειρόμενων οικοδομών ξεχύνονταν στην οδό Λευκωσίας οι βαριές φωνές των μπετατζήδων που τραγουδούσαν φωναχτά τη «Μαντουμπάλα» και τη «Ζιγκουάλα». Μερικές απ' αυτές τις φωνές τις άκουγε και ο Στέλιος ανηφορίζοντας την οδό Κνωσού για να πάει στην κυρία Γεσθημανή.
ΤΟ ΔΡΑΜΑ
Εκείνη την εποχή, που τελειωμό δεν είχε, ο Καζαντζίδης πήρε πάνω του όλο το ψυχολογικό και συναισθηματικό φορτίο της φτωχολογιάς. Με τους στίχους του Βίρβου και του Κολοκοτρώνη και τη μουσική του Δερβενιώτη και των άλλων σπουδαίων δημιουργών, τραγούδησε ό,τι πιο βαρύ και ασήκωτο κουβαλούσε η ψυχή των ανθρώπων της εποχής. Κανένας άλλος δεν τραγούδησε τόσο πειστικά για το δράμα του ξεριζωμού, για το μόχθο του μεροκαματιάρη και το μαράζι της αγάπης σε καιρούς που η κοινωνική αδικία ξεχείλιζε. Ούτε η λογοτεχνία, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το θέατρο της εποχής έπιασαν με τόσο δραματικό και άμεσο τρόπο αυτή την ανθρώπινη ταπείνωση και εξουθένωση, αυτή την εθνική τραγωδία, όπως τα έπιασε το τραγούδι, με τον Καζαντζίδη σαν κύριο εκφραστή.
Αν και μόνον αυτό θα αρκούσε για να τον εξυψώσει στη συνείδηση του λαού, ο Καζαντζίδης διακρίθηκε και κέρδισε τον τίτλο του με μια συνολική στάση ζωής, προσωπική και αμίμητη.
Η ΑΠΟΥΣΙΑ
Το 1965, ο Καζαντζίδης ξεκόβει από τα μαγαζιά, νεότατος και με μεγάλα σουξέ πίσω του! Και δεν επανέρχεται ούτε δέκα χρόνια αργότερα, με τις επιτυχίες «Υπάρχω» και «Η ζωή μου όλη», ούτε όταν του προτείνουν να κάνει 3 ή και 5 Ολυμπιακά Στάδια στη σειρά, το 1983!!
Αντ' αυτού, περνάει τη ζωή του ανάμεσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Πεύκη και το ησυχαστήριο του Αγίου Κωνσταντίνου. Οποια εξήγηση και να δώσει κανείς, είτε τη χαρακτηρίσει πράξη φοβίας είτε πράξη γενναιότητας, είναι πράξη που δείχνει άνθρωπο με άποψη και έντονες ευαισθησίες.
Γι' αυτό, η ατομική πορεία του Καζαντζίδη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πρώτον, αυτοπεριορίζεται οικειοθελώς, εγκαταλείπει το προσκήνιο και τα μεγάλα μεροκάματα, χωρίς να εγκαταλείπει το τραγούδι.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Δεύτερον, συγκρούεται ανοιχτά με το Μάκη Μάτσα, τον ισχυρότερο παράγοντα στη δισκογραφία, εμπλεκόμενος σε μια αντιδικία που κρατάει περισσότερο από δέκα χρόνια, με μεγάλο προσωπικό κόστος. Σε αντίθεση με τους λεγόμενους «προοδευτικούς» τραγουδιστές, που ποτέ δεν συγκρούστηκαν και δεν διακινδύνευσαν τα συμφέροντά τους, ενώ η επένδυση στον «προοδευτισμό» τούς απέφερε μεγάλα οφέλη, δόξα και χρήμα!
Ο Καζαντζίδης δεν απέκτησε κότερα και βίλες για να δεξιώνεται ισχυρούς φίλους, να κλείνει δουλειές και να εξασφαλίζει επιχορηγήσεις. Παντρεύτηκε με τη Βάσω και κουμπάρεψε μ' αυτούς που έπινε κρασί και πήγαινε για ψάρεμα.
Ετσι, κατεβαίνοντας από το πάλκο, είχε διαφυγόντα δισεκατομμύρια και μένοντας εκτός δισκογραφίας έχασε πολλά καλά τραγούδια που, ενώ προορίζονταν γι' αυτόν, τελικώς τα είπαν άλλοι.
Εντούτοις, παρά τις αντιξοότητες, η επιρροή του συνεχώς απλωνόταν. Με τη φωνή του Καζαντζίδη, το ελληνικό τραγούδι έφτασε στις άκρες του κόσμου. Πολύ πριν αρχίσουν οι επιχορηγούμενες συναυλίες και τα δορυφορικά κανάλια. Η φωνή του ήταν το μέσο και το διαβατήριο.
Στην ευρύτερη περιοχή μας, λαοί με σπουδαία μουσική κουλτούρα, Τούρκοι, Πέρσες και Αραβες, τοποθέτησαν τον Καζαντζίδη δίπλα στα άλλα υπερεθνικά μεγαθήρια της Μεσογείου, την Ουμ Καλσούμ, τη Φέιρουζ και τον Ζεκί Μουρέν, που ο Καζαντζίδης χωρίς αίσθημα κατωτερότητας αναγνώρισε ως δάσκαλό του.
ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Οταν είχαμε πάει με την Ελένη Βιτάλη στο Ισραήλ, πριν από μερικά χρόνια, το μόνο που μας ρώτησε ο νεαρός υπάλληλος που χειριζόταν το ασανσέρ του ξενοδοχείου ήταν «είναι καλά ο Καζαντζίδης;»!
Χωρίς μάρκετινγκ, διά χειρός ακροατών, η φωνή του Καζαντζίδη έφτανε παντού.
Θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια, στη Γερμανία, ταξιδεύοντας με οτοστόπ, γνώρισα ένα γερμανό συνταξιούχο αστυνομικό, που στα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης υπηρετούσε στο τελωνείο. Αυτός μου είπε ότι στις αποσκευές των Ελλήνων, μαζί με τα απολύτως απαραίτητα ρούχα και σκεύη, οι τελωνειακοί συχνά έβρισκαν εικόνες της Παναγίας και σαρανταπεντάρια δισκάκια με τραγούδια του Καζαντζίδη!
«Λέγανε παλιά οι οικογένειες, πήγαινε γυναίκα να πάρεις φασόλια, ρεβίθια, λίγο ρύζι, αλλά πάρε και το δίσκο του Καζαντζίδη, αυτός που είχαμε τρύπησε πια, έλιωσε από το παίξιμο... Παίρνανε το δίσκο του Στέλιου μαζί με το φαΐ, ρε! Ο Καζαντζίδης ήτανε μέσα στις ανάγκες του κοσμάκη!" έλεγε ο Γιώργος Ζαμπέτας («Βίος και Πολιτεία», Ιωάννα Κλειάσιου, εκδ. «Ντέφι»).
Ο ΜΥΘΟΣ
Θρύλος εν ζωή. Ο μοναδικός στο ελληνικό τραγούδι. Με ακροατές να ορκίζονται στο όνομά του, να βαφτίζουν τα παιδιά τους με το όνομά του και να σταυροκοπιούνται μπροστά στη φωτογραφία του! Εχω γνωρίσει αρκετούς. Σαν τον «Υπάρχω» στη Σκύρο, τον καλόγερο που ερχόταν από το Αγιο Ορος στο γραφείο μου για να μάθει νέα του και τους φοιτητές από το Αριστοτέλειο που ξεκίνησαν το 1979-80 τη συλλογή υπογραφών για την αποδέσμευσή του από τη Μίνως!
Ομως, αυτή η ανθεκτική μυθοποίηση ανέβαλε επ' αόριστον την ανάγκη να εκτιμηθεί περισσότερο σε βάθος και πλάτος η αξία και η προσφορά του, ώστε να μην περιορίζεται η αιτία της δημοτικότητάς του σε ένα είδος ρεπερτορίου και στον όγκο της φωνής του.
Σ' αυτή την καθυστέρηση συνέβαλε η μεγάλη εχθρότητα που αντιμετώπισε το λαϊκό τραγούδι από κοινωνικές ομάδες με επιρροή και εξουσία, αλλά και η δογματική προσέγγιση του μεταπολεμικού τραγουδιού από μερίδα της ρεμπετόφιλης ιντελιγκέντσιας που εκφραζόταν απαξιωτικά για τον Καζαντζίδη. Λογοκρισία και αποκλεισμός από την άρχουσα τάξη, απόρριψη και περιφρόνηση από την πλευρά της αριστεράς, επί δεκαετίες!
Σε μια εμπεριστατωμένη επίμοχθη έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 1986 (περιοδικό «Ντέφι», τ. 11), σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν δημοφιλές, το κρατικό ραδιόφωνο ανοιγόταν δειλά στον Καζαντζίδη! Καταγράφοντας και αναλύοντας εκατοντάδες ώρες μεταδόσεων των τεσσάρων ραδιοφωνικών σταθμών της ΕΡΤ1 και της ΕΡΤ2, που είχαν το απόλυτο μονοπώλιο σε εθνική κλίμακα, διαπιστώσαμε ότι ο Καζαντζίδης είχε παιχτεί μόλις 18 φορές μέσα σε μια ολόκληρη εβδομάδα, από τους τέσσερις σταθμούς, ήτοι 4,5 τραγούδια του από τον κάθε σταθμό εβδομαδιαίως!!
ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ
«Οταν ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε το "Βράχο - βράχο", που έσπασε τότε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, ήταν ήδη ένας βασιλιάς του λαϊκού τραγουδιού» έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης.
Ακόμα κι αυτοί που υποστήριζαν το έργο το δικό του και τού Χατζιδάκι αδυνατούσαν να αντιληφθούν όχι μόνο τη γενικότερη αξία, αλλά και την ιδιαίτερη συμβολή του Καζαντζίδη στη διαμόρφωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Από άγνοια και προκατάληψη. Ο Καζαντζίδης, ως μέλος της άτυπης ομάδας Χιώτη-Παπαδόπουλου-Καρνέζη-Μπιθικώτση-Γαβαλά-Μαρινέλλας κ.ά., έδωσε σχήμα και χρώμα στα πρώτα, τα πιο αγαπημένα λαϊκά τραγούδια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, τα οποία αποτέλεσαν το μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Σε μια εποχή που ο Καζαντζίδης τραγουδούσε «Ο,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει» του Απόστολου Καλδάρα, «Την πόρτα μη μου κλείνεις» του Γιώργου Λαύκα, «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη και δεκάδες τραγούδια για την αγάπη, την ξενιτιά, τη φτώχεια και τον κατατρεγμό, με τη δική του φωνή το κοινό αγκάλιασε και τραγούδησε «Βράχο-βράχο», «Παράπονο» (Μ.Θ. - Δ. Χριστοδούλου), «Σαββατόβραδο» (Μ.Θ. - Τ. Λειβαδίτη), «Ο κυρ Αντώνης», «Το πέλαγο είναι βαθύ» (Μ.Χ.), αλλά και «Καταχνιά» και «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» (Χρ. Λεοντή - Κ. Βίρβου) και πολλά άλλα!
Η ΣΙΩΠΗ
Ομετρ της δισκογραφίας Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης διέγνωσαν εγκαίρως ότι οι μελοποιημένοι στίχοι των ποιητών θα βρουν την ιδανικότερη έκφρασή τους με τη φωνή και το αίσθημα των λαϊκών τραγουδιστών! Και σ' αυτό συμφώνησαν και οι ίδιοι οι ποιητές, ο Γκάτσος, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Λειβαδίτης, ο Χριστοδούλου κ.ά.!
Χωρίς την «εμπλοκή» αυτής της εκλεκτής λαϊκής ομάδας, ίσως το «έντεχνο», με τις ενδιαφέρουσες αλλά σε άλλο μήκος κύματος ερμηνείες του Λάκη Παπά και της Ντόρας Γιαννακοπούλου, να είχε εντελώς άλλη πορεία και τύχη.
Αυτή η συνεισφορά του Καζαντζίδη αποσιωπήθηκε, γιατί η αναγνώρισή της θα εξουδετέρωνε τη βασική μομφή των επικριτών του, ότι «τραγουδάει κλαψιάρικα»!
Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατόν να αρέσει σε όλους, αλλά η απόρριψή του είχε περισσότερο κοινωνική παρά στενά αισθητική τεκμηρίωση. Ενοχλεί η θεματολογία των τραγουδιών, η εντοπιότητα της μουσικής, η αμεσότητα της λαϊκής έκφρασης, το ίδιο το κοινό που καθρεφτίζεται μέσα σ' αυτά τα τραγούδια. Ενα αγροτόπαιδο από τη Δράμα που περιφέρεται με έναν μπόγο στο σταθμό του Μονάχου και ένας μουντζουρωμένος ανθρακωρύχος που δουλεύει γονατιστός σε κάποια στοά του Βελγίου δεν είναι ευχάριστα θέματα για να τραγουδιούνται στα σαλόνια και τα ακριβά εστιατόρια. Δεν είναι light και έχουν αγκάθια.
Η ΓΛΩΣΣΑ
Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται ακόμα να ξεπεράσουν το κόλλημά τους. Αραγε πόσοι έχουν καταλάβει τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξε το λαϊκό τραγούδι στο να αποκτήσουν οι Ελληνες μια κοινή γλώσσα! Τη γλώσσα που μεταχειρίζονταν οι απλοί προικισμένοι καλλιτέχνες στα καφενεία και τα πάλκα της Σμύρνης, της Πόλης και της Σύρας, στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και τα Τρίκαλα.
Οταν, στις δεκαετίες '50-'60, ο Ελληνας της επαρχίας μιλούσε με την τοπική διάλεκτο και προφορά, στα σχολεία επίσημη γλώσσα ήταν η καθαρεύουσα και οι πολιτικοί, οι δικηγόροι, οι δεσπότες και οι χωροφύλακες μιλούσαν μειξοκαθαρευουσιάνικα, ο Τσάντας, η Παπαγιαννοπούλου και ο Βίρβος έγραφαν σε μια γλώσσα ενιαία, απλή, πλούσια και εύχρηστη! Μόνο το λαϊκό τραγούδι «μιλούσε» την κοινή νεοελληνική γλώσσα.
Το λαϊκό τραγούδι ήταν το μεγάλο σχολείο της γλώσσας, σε εθνική κλίμακα, με συνοδοιπόρο το λαϊκό σινεμά, το Λογοθετίδη, τη Βουγιουκλάκη, τον Ηλιόπουλο, τη Λαμπέτη...
ΤΟ ΧΡΩΜΑ
Την ώρα που οι «ευρωπαϊστές», τραγουδούν με ξενική προφορά τα ελαφρά τραγουδάκια του Χαιρόπουλου, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, η Μπέλλου και οι άλλοι τραγουδιστές, με την ωραία προφορά τους, αποτελούν τους φορείς της σύγχρονης γλώσσας. Αυτούς ακούνε, αυτούς μιμούνται οι απανταχού ακροατές, στην πόλη και το χωριό, στην Ελλάδα και την Αυστραλία. Με τον Καζαντζίδη επικεφαλής, πρώτο μεταξύ ίσων.
Ο Καζαντζίδης αποτελεί πρότυπο και υπόδειγμα όχι μόνο για την τονική του ακρίβεια, αλλά για το σύνολο της εκφραστικής του πληρότητας. Το α είναι α και το ο είναι ο. Ολοστρόγγυλα και καθαρά. Μάθημα ορθοφωνίας. Ο τονισμός των λέξεων, το τελικό «ν» και οι παρηχήσεις των συμφώνων, οι παύσεις και οι αναπνοές, ο χρωματισμός και ο κυματισμός των φράσεων, έχουν αρτιότητα, γλυκαίνουν τη μελωδία και κάνουν το νόημα απολύτως εύληπτο και κατανοητό.
Σ' αυτό το σημείο, ο Καζαντζίδης υπερέχει πάντων. Ακόμα κι όταν η ερμηνεία του είναι βαριά και το ύφος του θρηνητικό, η εκφραστική του ευγένεια δεν χάνεται. Και στα πιο «ασήκωτα» τραγούδια, ο Καζαντζίδης δεν ολισθαίνει σε φωνητικούς βαρβαρισμούς. Το «κλάμα» του έχει μέτρο και λόγο ύπαρξης. Με ρίζες σε μια τεράστια παράδοση αιώνων. Εκκλησιαστικοί ύμνοι, μοιρολόγια και αμανέδες αποτελούν την καρδιά της μεγάλης ανατολικής παράδοσης που καλλιεργήθηκε από την Καππαδοκία ώς τη Μάνη και από την Ηπειρο ώς την Τραπεζούντα.
Οι σημερινοί τραγουδιστές, προϊόντα ενός κόσμου πλαστικού, κακοποιούν τα πιο δραματικά σε περιεχόμενο τραγούδια, τραγουδώντας τα με τεράστια χαμόγελα επιτυχίας και μες στην τρελή χαρά! Είτε τραγουδούν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» είτε το «Φέξε μου που γλίστρησα», είναι το ίδιο! Χαζοχαρούμενοι, απαίδευτοι και ανυποψίαστοι.
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ
«Καλοκαίρι 1962. Αρχίζει να τραγουδάει ο Στέλιος... Τραγουδάει ο Στέλιος και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μου 'φυγε το μπουζούκι απ' τα χέρια, δεν ήξερα πώς να το κρατήσω, έμεινα να τον κοιτάω και ν' ακούω... Μεγάλος, πολύ μεγάλος! Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης. Οταν λέμε τη λέξη Καζαντζίδης τελειώνουν όλα...» έλεγε και πάλι ο Γιώργος Ζαμπέτας στη βιογραφία του.
Ο Καζαντζίδης έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ και τράβηξε το λαϊκό τραγούδι προς τα πάνω. Τον Καζαντζίδη άκουγαν στα όνειρά τους οι συνθέτες και οι στιχουργοί και πάνω του έγραφαν τα καλύτερα τραγούδια τους. Η έκταση της φωνής του, η ευχέρειά του να αρθρώνει σωστά τις δυσκολότερες λέξεις διατηρώντας τη μελωδία ακέραιη, η άνεσή του να διεισδύει, να συγκινεί και να ξαλαφρώνει την ψυχή του ακροατή, τον καταξίωσαν σαν τον ιδανικό ερμηνευτή.
Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να έχει πει τραγούδια που έγιναν επιτυχία, χωρίς να είναι της μόδας, χωρίς δημόσιες εμφανίσεις, εξορισμένος και πάλι από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, με νέους αστέρες να κατακλύζουν τα ΜΜΕ, οι πωλήσεις των δίσκων του είναι πραγματικά εκπληκτικές και απλησίαστες!
Μία μόνο εταιρεία, η ΜΒΙ, που κυκλοφόρησε τους νέους δίσκους του, από το 1990 και μετά, πραγματοποίησε πωλήσεις που ξεπερνούν τα 800.000 αντίτυπα!! Χωρίς σουξέ!
Αν προσθέσει κανείς τις σταθερές πωλήσεις του κλασικού ρεπερτορίου του από την EMI-MINOS, τα δεκάδες χιλιάδες CD με δικά του τραγούδια που μοίρασαν τα περιοδικά και τα τραγούδια που έχουν περιληφθεί σε δεκάδες συλλογές, ο συνολικός αριθμός των αντιτύπων που πουλήθηκαν μόνο την τελευταία δεκαετία υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια!
ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ
Ολόγος και πάλι στο Ζαμπέτα: «Ο Καζαντζίδης... είχε μια κακοπιστία στα μαγαζιά, καθότανε κάνα μήνα και την κοπάναγε. Δεν ξέρω τι του έφταιγε αυτού του παιδιού. Μπορεί να φταίγαμε εμείς, να μην τον νιώθαμε, δεν ξέρω. Μπορεί να μην τον καταλάβαινε κανένας μας. Αλλά αυτός που δεν έφταιγε σίγουρα ήταν ο κόσμος, που τον αγάπαγε και τον ήθελε. Γιατί ήτανε είδωλο, μεγάλο είδωλο, κι αποκλείεται να ξαναβγεί τέτοιος μύθος, τέτοιο είδωλο».
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Καζαντζίδης δεν ενήργησε συνειδητά. Οτι, φοβίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, έμμονες ιδέες και άλλες ανθρώπινες αδυναμίες και αναστολές, που προϋπήρχαν, τον οδήγησαν στην απομόνωση και τη σύγκρουση.
Τέτοιου είδους συζητήσεις απασχόλησαν τους φίλους του λαϊκού τραγουδιού, χωρίς βέβαια να καταλήγουν σε πειστικά συμπεράσματα, αφού η προσπάθεια να διεισδύσει κανείς στα άδυτα της ψυχής είναι μάλλον ατελέσφορη.
Ομως, όποιο και να είναι το βαθύτερο άγνωστο ψυχολογικό μείγμα του ανθρώπου, το δημόσιο πρόσωπό του, ο καλλιτέχνης, αξιολογείται από το έργο, το ταλέντο και την προσφορά του. Και, όσον αφορά τα βαθύτερα κίνητρά του, είναι πλέον γεγονός ότι, θες από ένστικτο, θες από λογική επιλογή, η σθεναρή και αταλάντευτη επιμονή του υπέρ ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, για τόσες δεκαετίες, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για να αμφισβητηθεί η συνέπειά του, λόγων και έργων.
ΤΑ ΜΜΕ
Θα έλεγα μάλιστα ότι οι κατά καιρούς δημόσιες εκρήξεις του Καζαντζίδη επιβεβαίωσαν την εικόνα που έχουμε γι' αυτόν. Οι δηλώσεις και οι αντιδράσεις του συχνά, είτε είχε δίκιο είτε άδικο, ήταν άτσαλες και άκομψες, σε σημείο που κλόνιζαν το κύρος του και τον εξέθεταν. Ισως, όμως, αυτή ακριβώς η αδεξιότητα διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του να επιβεβαιώνει τον αυθορμητισμό του και την έλλειψη οποιασδήποτε επαφής με τον κόσμο της δημοσιότητας. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, η έκθεσή του στα φώτα της δημοσιότητας εξυπηρέτησε μόνο τους επαγγελματίες των μέσων, οι οποίοι τον έβγαζαν από το καβούκι του και τον παρέσυραν σε κακοτράχαλα μονοπάτια από τα οποία συνήθως η έξοδος ήταν τραυματική.
Ημασταν μαζί με τον Ακη Πάνου, στο στούντιο όπου ηχογραφούσε ο Καζαντζίδης για τους «Ρεπόρτερς» (ΕΡΤ). Εχω συμπράξει και έχω συμμετάσχει σε άπειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών, με τους καλύτερους τραγουδιστές, αλλά η εμπειρία με τον Καζαντζίδη ήταν μοναδική. Οταν τελείωνε με την πρώτη εγγραφή το τραγούδι, κρύβαμε τον ενθουσιασμό μας, για να τον ακούσουμε να το ξαναλέει. Ο Ακης έκανε δήθεν υποδείξεις, κοιτώντας με με νόημα. Φαντασία!
Πριν τον κόψουν, ο Καζαντζίδης μας έλεγε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα εμφανιζόταν στην τηλεόραση, με δημοσιογράφους που εμπιστευόταν. Ομως, η χαρά του δεν κράτησε πολύ, όχι γιατί ο Λιάνης και ο Δημαράς δεν τον αγαπούσαν, κάθε άλλο, αλλά γιατί, υπερτιμώντας τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον δεν φρόντισαν να προετοιμάσουν έναν άσχετο με τα ΜΜΕ άνθρωπο για το τι τον περίμενε μετά!
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ο Καζαντζίδης ήταν εύκολο να γίνει θύμα, γιατί ήταν ξεκομμένος, δεν σκεφτόταν δημοσιοσχεσίτικα και είχε πάθη. Ενας σύγχρονος σταρ θα άφηνε τους δικηγόρους να χειριστούν τη διαφορά του με το Νικολόπουλο. Εκείνος, εκτός εαυτού, έπεσε στα σαγόνια της τηλεόρασης, περιστοιχισμένος από υποστηρικτές του που δεν έβλεπαν τίποτα άλλο από το ίνδαλμά τους.
Ηπλήρης ταύτισή του με το λαϊκό τραγούδι δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Ανεπηρέαστος από τις ευμετάβλητες μόδες και τάσεις, ο Καζαντζίδης δεν πέρασε ποτέ τις διαχωριστικές γραμμές. Η επικαιρότητα τον αφήνει ασυγκίνητο.
Πιστεύει βαθιά ότι το λαϊκό τραγούδι αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή και ότι είναι αναντικατάστατο. Εχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι το λαϊκό τραγούδι είναι πλήρες και επαρκές για να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα και των ακροατών του. Πεποίθηση που επιβεβαιώνεται από την απήχησή του.
Δεν τον αγγίζουν αυτά που καθορίζουν τις επιλογές και τις συμπεριφορές των νεότερων τραγουδιστών. Τους παρατηρεί αδιάφορα, να αλλάζουν ρεπερτόριο, ήχο, κούρεμα, καπέλο, να προσθέτουν φώτα και εφέ, να στήνουν μηχανισμούς δημοσίων σχέσεων, να έχουν άποψη επί παντός, να είναι μέσα σ' όλα, να διαφημίζουν προϊόντα και να φλερτάρουν με την εξουσία. Το λαϊκό τραγούδι τον καλύπτει εκφραστικά και επικοινωνιακά πλήρως. Του καλύπτει και τα καθημερινά έξοδα. Μέχρις εκεί.
Σε μια μεγάλη συζήτηση που είχαμε κάνει το 1979 (περιοδικό «Μουσική», τ. 29), εγώ έψαχνα τρόπους για να τον επαναφέρουμε στο τραγούδι κι αυτός μου έλεγε πόσο ανησυχεί που η ανεξέλεγκτη αλιεία με τις τράτες καταστρέφει το γόνο των ψαριών! Για τον Καζαντζίδη, το τραγούδι δεν ξέπεσε σε καριέρα.
Η τελευταία κουβέντα είναι του Ζαμπέτα: «Λάρισα, 1958. Πηγαίνοντας για το ξενοδοχείο, ήταν έξω ένας κάθε βράδυ που πούλαγε στραγάλια και σταφίδες. Μου λέει μια μέρα, που με έβλεπε να περνάω με το μπουζούκι, παλικάρι μου να σε ρωτήσω κάτι; Αυτός ο άνθρωπος που τραγούδαγε πριν από σας εδώ, πότε θα ξανάρθει πάλι; Αυτός ήρθε, παλικάρι μου, δέκα μέρες κι εγώ αυτές τις μέρες έφτασα να μαζέψω από τα στραγάλια 200.000 δραχμές και τώρα θα παντρέψω το κορίτσι μου! Τώρα με σας, βγάζω 40 δραχμές τη μέρα. Τι να κάνω;
Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ
«Τον Καζαντζίδη εννοούσε... Ο γέροντας μου είπε ότι, όταν τραγούδαγε ο Στέλιος, σταμάταγε το τρένο και κατεβαίνανε όλοι κάτω, μαζί κι ο μηχανοδηγός, για να τον ακούσουνε! Τι πα να πει πρωθυπουργός και πρόεδρος! Μιλάμε για σφραγίδα οντότητος αξεπέραστη. Σταμάταγε το τρένο, ρε, το καταλαβαίνετε; Πράμα που δεν έχει συμβεί στους αιώνες! Μόνο με το Μεγαλέξανδρο έχει συμβεί αυτό το πράμα!»

http://img.pathfinder.gr

Πίσω στα παλιά

10.2.15

1965 : Ο ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΑΠΟΧΩΡΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

 

«Αποχωρεί ο Καζαντζίδης. Είναι μια είδηση, που σίγουρα θ’ αναστατώσει τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και τους θαυμαστάς του δημοφιλούς καλλιτέχνου. Την ανακοίνωση αυτή έκανε ο ίδιος με τα λόγια: «Το φετεινό καλοκαίρι θα είναι η τελευταία μου εμφάνιση στο πάλκο και στην Ελλάδα. Αποσύρομαι και φεύγω. Γράψτε το. Και τονίστε ότι όταν λέει κάτι ο Καζαντζίδης, το κάνει.»Σαν τον ρώτησαν ποιοι λόγοι τον αναγκάζουν σ’ αυτή την πράξη, τώρα ακριβώς που βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας του, ο Καζαντζίδης αναστέναξε και είπε: «Έτσι πρέπει. Κάποτε θα πω τους λόγους, όταν θα γράψω για τη ζωή μου…». Και έτσι αγαπητοί αναγνώστες κάντε λίγη υπομονή. Τους λόγους που αναγκάζουν τον Καζαντζίδη να αποσυρθή από το επάγγελμα, που του χάρισε δόξα και πλούτη, θα τους μάθετε κάποτε. Ο Καζαντζίδης αφήνει το τραγούδι και φεύγει από την Ελλάδα… Που πάει και τι σκοπεύει να κάνη, δεν είναι ακόμη σε κανέναν γνωστό


Αυτό ήταν ακριβώς το κείμενο, που δημοσιεύτηκε στις 4 Μαΐου του 1962, στην στήλη «Γραμμούλες» της εφημερίδας «Ταχυδρόμος». Την στήλη υπογράφει κάποιος με το ψευδώνυμο «Αλεξανδρινός». Το ίδιο περίπου κείμενο (με μερικές αλλαγές και προσθήκες) κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Ντoμινό», όπως διαβάζουμε στο λεύκωμα με τίτλο «Όταν η φωνή φτάνει στο θρύλο» (Εκδόσεις Άγκυρα, 2001) του οποίου επιμελήθηκε ο Πάνος Γεραμάνης. Η είδηση «βόμβα», ήταν πέρα για πέρα αληθινή αλλά επιβεβαιώθηκε τρία, περίπου, χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση. To 1965, ο Καζαντζίδης αποχώρησε οριστικά και αμετάκλητα – μέχρι το βιολογικό του τέλος - από τις ζωντανές εμφανίσεις. Στα χρόνια απουσίας του, ποτέ δεν μας αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που τον οδήγησαν σε μια τόσο κρίσιμη απόφαση, απόφαση, που αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι με τους εαυτούς μας, ενίσχυσε όσο τίποτα και διατήρησε, αν όχι δημιούργησε (διαβάστε ΕΔΩ), τον μύθο του Στέλιου Καζαντζίδη.


Είναι αξιοπερίεργο πώς ένας τόσο δημοφιλής τραγουδιστής, με υψηλότατες οικονομικές απολαβές, στην πλέον παραγωγική ηλικία (33 μόλις χρόνων) αποφασίζει να απέχει από τις ζωντανές εμφανίσεις, που στη δεκαετία του 60, μαζί με τις κινηματογραφικές συμμετοχές είναι το βασικότερο κομμάτι της «διαφημιστικής» καμπάνιας του τραγουδιστή και το πεδίο αξιολόγησης και προβολής του έργου του. Σε μια περίοδο χωρίς τηλεόραση (η επίσημη έναρξη της Ελληνικής κρατικής τηλεόρασης έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 1966, με πρώτη παρουσιάστρια την Ελένη Κυπραίου και συντονιστή το δημοσιογράφο Γεώργιο Κάρτερ. Προηγουμένως, το 1951, με το νόμο 1663 προβλέπεται η ίδρυση και λειτουργία ραδιοτηλεοπτικών σταθμών των Ενόπλων Δυνάμεων) και με λιγότερα μηχανήματα αναπαραγωγής ήχου, μόνο οι ζωντανές εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα ή συναυλιακούς χώρους εγγυόταν την καλλιτεχνική επιβίωση των τραγουδιστών.


Ποιοι ήταν, όμως, οι λόγοι που καθόρισαν τις κινήσεις του Καζαντζίδη και προετοίμασαν το έδαφος για την απρόσμενη φυγή του; Η αφορμή είναι λίγο - πολύ, γνωστή. Η ιστορία με την κοπέλα και το μπουκάλι που έσπασε στην πίστα... Την έχουμε διαβάσει ή ακούσει σε αρκετές παραλλαγές. Ας την διαβάσουμε, όπως την αφηγήθηκε ο ίδιος ο Καζαντζίδης στον Βασίλη Βασιλικό στα 1980: «Ήμασταν στη μέση περίπου του προγράμματος. Είχα προσέξει μια νεαρή κοπέλα, μια ωραία κοπέλα, που ερχότανε κάθε βράδυ παρέα με τον ταξιτζή που την κουβαλούσε. Τον είχε για συντροφιά της στο τραπέζι προφανώς τα είχαν βρει κιόλα αλλιώτικα οι δυο τους. Εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ δεν ήταν μαζί της ο ταξιτζής. Είχα συνηθίσει να τη βλέπω εκεί κι έτσι δε μου έκανε εντύπωση

όταν σηκώθηκε και βγήκε στην πίστα, που ήταν άδεια, με το άδειο μπουκάλι της μαυροδάφνης στο χέρι της. Την είδα να ανοίγει τα κανιά της, να δίνει μια στο μπουκάλι, που του έφυγε ο πάτος και πέρασε ξυστά από το μάγουλο το δικό μου, για να καρφωθεί στην «αχιβάδα» του παλκοσένικου. Μπήκε μέσα στο πλαστικό της «αχιβάδας» δύο δάχτυλα. Τρόμαξα. Σταματάω το τραγούδι και κατεβαίνω απ’ το πάλκο με την κιθάρα, πάω, χώνομαι μες στο καμαρίνι, το κλειδώνω από μέσα και μονολογώ. Μιλάω με τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Λέω: «Τι θέλεις πια; Το πράγμα έφτασε στο ζενίθ του. Δεν έχει άλλο!». Και εκεί πήρα τη μεγάλη απόφαση και έδωσα όρκο ότι δεν πρόκειται να ξανατραγουδήσω σε νυχτερινό μαγαζί.» («Υπάρχω», Εκδόσεις Λιβάνη). Το περιστατικό συνέβη το 1965, στο χειμερινό «Φαληρικόν» του Γιάννη Μαργωμένου, επί της οδού Αχαρνών ( Αχαρνών και Ηπείρου). Ο τότε συνεργάτης του Καζαντζίδη και δεξιοτέχνης του κλαρίνου Δημήτρης Τζάρας, επιβεβαιώνει τα παραπάνω, σε συνέντευξή του στον Κώστα Γιακουμάτο, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πίστα» τον Οκτώβριο του 2002. Αναφέρει σχετικά: «Με τον Καζαντζίδη δούλεψα και στο χειμερινό «Φαληρικόν» του Μαργωμένου, Αχαρνών και Ηπείρου, όπου ήταν και το τελευταίο πάλκο όπου τραγούδησε ζωντανά ο μεγάλος αυτός ερμηνευτής. Τι να κάνει σταμάτησε, γιατί με τα πολλά σπασίματα που γινόντουσαν αλλά και τις απειλές που δεχόταν από διάφορους νονούς της νύχτας, φοβόταν για τη ζωή του…». Την ίδια άποψη έχει και ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Λάκης Καρνέζης (κατά κόσμο Παντελής Σκυφτάς). Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Ήρα Σινιγαλιά για το 84ο τεύχος του περιοδικού «Δίφωνο» θα δηλώσει: «Ο Στέλιος Καζαντζίδης ανήκει στο πάνθεον των μεγάλων λαϊκών τραγουδιστών της εποχής του. Τον ταλαιπώρησαν αφάνταστα. Πήγαινε κάθε νταής να τον πάρει στο μαγαζί του και του κόλλαγε, άλλος με πιστόλι, άλλος με μαχαίρι. Απηύδησε ο άνθρωπος, Θεός σχωρέσ’ τον.»


Υπάρχουν και άλλες, πολλές αναφορές ομότεχνων του Καζαντζίδη και απλές μαρτυρίες συνεργατών του και θαμώνων των κέντρων στα οποία δούλεψε, που θέλουν τον Στέλιο θύμα ενός ανελέητου κυνηγητού από καταστηματάρχες και ανθρώπους της νύχτας. Υπάρχουν ασφαλώς και άνθρωποι που έχουν εκφράσει μια κάποια επιφύλαξη επιμερίζοντας την ευθύνη. Για αυτούς ο Στέλιος υπήρξε ασυνεπής ως επαγγελματίας καλλιτέχνης – ίσως και τεμπέλης, και οι ενδείξεις της όποιας ασυνέπειας από μέρους του, δεν είναι λίγες. Όχι μόνο στους νυχτερινούς χώρους όπου εμφανίστηκε πριν το 1965 αλλά και στις περιοδείες ανά τον κόσμο και τελικώς στη δισκογραφία (διαβάστε ΕΔΩ). Ήταν τελικά ο Στέλιος ασυνεπής ή μήπως οι λόγοι ήταν βαθύτεροι και δεν εντοπίζονται αποκλειστικά και μόνο στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του; Υπάρχουν φορές άλλωστε που η ασυνέπεια σε καλλιτεχνικά συμβόλαια, δηλώνει, ίσως, ηθική συνέπεια.

Οι μπράβοι των νυχτερινών κέντρων, οι εθνικόφρονες καταστηματάρχες σε αντιδιαστολή με το αριστερό παρελθόν του Καζαντζίδη, η «κονσομασιόν», η εισδοχή νεόπλουτων στους χώρους διασκέδασης είναι ασφαλώς σοβαρότατοι λόγοι για έναν καλλιτέχνη του διαμετρήματος του Καζαντζίδη, να αρνηθεί συμβόλαια και να αποχωρήσει. Αξίζει να σημειώσουμε πως το καλλιτεχνικό εκτόπισμα του Καζαντζίδη ήταν τέτοιο, που δυσαρεστούσε τους ανταγωνιστές καταστηματάρχες στα χρόνια της κυριαρχίας του. Δεν είναι λίγες οι φορές που απειλήθηκε η σωματική του ακεραιότητα, καθώς η ανομολόγητη εχθρότητα από μέρους των ανταγωνιστών εκφραζόταν ύπουλα στις απρέπειες, τάχα δυσαρεστημένων θαμώνων ή καταφανέστατα σε οξύθυμους νταήδες και σεσημασμένους, που δικαιολογούσαν με τις απειλές και τις ενέργειές τους το μεροκάματο που έπαιρναν από τα αφεντικά τους. Χαρακτηριστική και ενδιαφέρουσα είναι η μαρτυρία που παραθέτει ο Βασίλης Βασιλικός στο βιβλίο του «Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001» (Εκδόσεις ΚΨΜ), σύμφωνα με την οποία, ο Καζαντζίδης υποχρεώθηκε από γνωστό νταή της εποχής, τον περιβόητο Κατελάνο, να τραγουδήσει 22 φορές (!!!) ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Έπειτα, όταν με την απειλή όπλου ο Κατελάνος απαίτησε από τον Καζαντζίδη να του «χαϊδέψει» τα γεννητικά όργανα, η επέμβαση των ανθρώπων του κέντρου απεσόβησε τα χειρότερα.


Στα χρόνια που ακολούθησαν την αποχώρησή του από τις ζωντανές εμφανίσεις, ο ίδιος ο Καζαντζίδης, νέος ακόμη, ασφαλής οικονομικά – οι δισκογραφικές του επιτυχίες αλλά και οι προτάσεις συνεργασίας συνεχίστηκαν – νιώθοντας έναν λαό ολόκληρο στο πλευρό δήλωνε - υπερβάλλοντας κάποιες φορές - πως ήταν πάντα μοναχικός, πως πάντα ήθελε να απαγκιστρωθεί από τη δουλειά του τραγουδιστή… και τότε πλήθος αστοιχείωτων ανθρώπων βιάστηκε να χαρακτηρίσει την αποχώρησή του προσχεδιασμένη, με σκοπό απώτερο την υστεροφημία του και να χρεώσει την «κακοτυχία» του, στην ιδιαιτερότητα ή την ιδιοτροπία του. (Και για τους εταιριάρχες της δισκογραφίας (τι σύμπτωση !) ο Στέλιος δεν είχε δίκαια αιτήματα, μα ήταν ένας ιδιόρρυθμος ή ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας, που προφασιζόταν διάφορα για να μην εκπληρώσει όρους συμβολαίων.)


Τους πραγματικούς λόγους της φυγής του Στέλιου δεν θα τους μάθουμε ποτέ. Μπορούμε ασφαλώς να τους υποθέσουμε. Ακόμα και αν ήταν ασυνεπής για τον κόσμο της νύχτας και τους εμπόρους της τέχνης, παρέμεινε συνεπής στις επιταγές του κοινωνικού του προφίλ και του κοινωνικού ρόλου τον οποίο οφείλει κάθε καλλιτέχνης να διαδραματίζει. Τήρησε στο ακέραιο το συμβόλαιο που υπέγραψε με τον εαυτό του το βράδυ εκείνο του 1965 και παρά τα εκατομμύρια που του προσφέρθηκαν απλόχερα, εκείνος αρνήθηκε να συμμετέχει στο μικροαστικό πανηγύρι που στήνεται κάθε βράδυ στις πίστες των νυχτερινών κέντρων. Αρνήθηκε να τραγουδά μπροστά σε ένα αδιάφορο και παθητικό κοινό «στο οποίο ο καθένας χορεύει στο δικό του χαβά και κανείς δεν προσέχει τον καλλιτέχνη», όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Συνέχισε όμως να δισκογραφεί όχι για να ανεβάσει το νυχτοκάματο του ή να κερδίσει μερικά λεπτά προβολής – δεν το είχε ανάγκη άλλωστε, αλλά για να «ακούσει ο κόσμος τραγούδια». Κλείνοντας, θα κρατήσουμε μόνο μια δήλωση, κατά την περίοδο της διαμάχης του με τον πάλαι ποτέ συνεργάτη του, κουμπάρο του και φίλο του, τον Χρήστο Νικολόπουλο. Θα δηλώσει, λοιπόν, ο Καζαντζίδης στην τηλεόραση του ΑΝΤ1: «Μόνον ο θάνατος θα με γλιτώσει από όλα αυτά. Γιατί με τυρρανάνε 35 ολόκληρα χρόνια. Ανεβαίνω Γολγοθά. Είναι αμαρτία απ’ το Θεό. Δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος στον πλανήτη… Μήπως πίσω από όλα αυτά είναι κάποιοι άλλοι; Με βγάλανε από τα μαγαζιά για να έχει πρόσφορο έδαφος για τα παιδιά που βγαίνουνε».


Τα συμπεράσματα δικά σας…

Read more: http://stelioskazantzidis.blogspot.com/2011_04_01_archive.html#ixzz3REtVgmR6

 πίσω στα παλιά

7.7.14

“ ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΙΑ Ο ΚΑΖΑΤΖΙΔΗΣ “

 

Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ


Φορούσα κοντά παντελονάκια και η αδελφή μου ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, ασορτί με το λευκό φουστανάκι που της είχε ράψει η μητέρα μας, όταν μια Κυριακή βράδυ είδαμε πρώτη φορά από κοντά τον Καζαντζίδη, στον «Αστέρα»!

Σε ένα κατάμεστο μαγαζί, κοιτούσαμε τον όμορφο άντρα στο πάλκο που, με μια κιθάρα στα χέρια, τραγουδούσε όλο το βράδυ: η φωνή του, γνώριμη από τα γραμμόφωνα της γειτονιάς, ήταν πιο επιβλητική χωρίς τα σκρατς των 78άρηδων δίσκων.
Τέλη της δεκαετίας του '50, νιόφερτοι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, πηγαίναμε συχνά στις ταβέρνες της Κοκκινιάς, οικογενειακώς. Οι τιμές προσιτές, το φαγητό λιτό, το περιβάλλον φιλικό και στο πάλκο μπορεί να κάθονταν ακόμα κι ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα!
Αυτά τα τραγούδια έδεναν απολύτως με τα συναισθήματα των γονιών μας και με το περιβάλλον στην Κοκκινιά, όπου υπήρχε ζωντανή μια μικρή Μικρά Ασία, αυτάρκης. Με τα ωραία πλίθινα σπίτια και τις αυλές των λίγων τετραγωνικών, τα μπακάλικα, τους φούρνους και τους αργαλειούς, τους εμπόρους και τους μαστόρους πάσης φύσεως.
Στα ασπρισμένα πεζοδρόμια οι γιαγιάδες παίνευαν τη Σμύρνη, οι εργάτες συζητούσαν για την ΕΔΑ και οι πιτσιρικάδες έστηναν αυτοσχέδιες παραστάσεις Καραγκιόζη, με ένα παλιό σεντόνι, μεταχειρισμένα κεριά και χάρτινες φιγούρες του Μπαρμπα-Γιώργου και του Χατζατζάρη.
Αργότερα, όταν μετακινηθήκαμε στα μικροαστικά Πατήσια, στη δεκαετία που κατεδαφίζονταν οι μονοκατοικίες, το είδωλο του Καζαντζίδη μάς ακολούθησε, καθώς από τις σκαλωσιές των ανεγειρόμενων οικοδομών ξεχύνονταν στην οδό Λευκωσίας οι βαριές φωνές των μπετατζήδων που τραγουδούσαν φωναχτά τη «Μαντουμπάλα» και τη «Ζιγκουάλα». Μερικές απ' αυτές τις φωνές τις άκουγε και ο Στέλιος ανηφορίζοντας την οδό Κνωσού για να πάει στην κυρία Γεσθημανή.
ΤΟ ΔΡΑΜΑ
Εκείνη την εποχή, που τελειωμό δεν είχε, ο Καζαντζίδης πήρε πάνω του όλο το ψυχολογικό και συναισθηματικό φορτίο της φτωχολογιάς. Με τους στίχους του Βίρβου και του Κολοκοτρώνη και τη μουσική του Δερβενιώτη και των άλλων σπουδαίων δημιουργών, τραγούδησε ό,τι πιο βαρύ και ασήκωτο κουβαλούσε η ψυχή των ανθρώπων της εποχής. Κανένας άλλος δεν τραγούδησε τόσο πειστικά για το δράμα του ξεριζωμού, για το μόχθο του μεροκαματιάρη και το μαράζι της αγάπης σε καιρούς που η κοινωνική αδικία ξεχείλιζε. Ούτε η λογοτεχνία, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το θέατρο της εποχής έπιασαν με τόσο δραματικό και άμεσο τρόπο αυτή την ανθρώπινη ταπείνωση και εξουθένωση, αυτή την εθνική τραγωδία, όπως τα έπιασε το τραγούδι, με τον Καζαντζίδη σαν κύριο εκφραστή.
Αν και μόνον αυτό θα αρκούσε για να τον εξυψώσει στη συνείδηση του λαού, ο Καζαντζίδης διακρίθηκε και κέρδισε τον τίτλο του με μια συνολική στάση ζωής, προσωπική και αμίμητη.
Η ΑΠΟΥΣΙΑ
Το 1965, ο Καζαντζίδης ξεκόβει από τα μαγαζιά, νεότατος και με μεγάλα σουξέ πίσω του! Και δεν επανέρχεται ούτε δέκα χρόνια αργότερα, με τις επιτυχίες «Υπάρχω» και «Η ζωή μου όλη», ούτε όταν του προτείνουν να κάνει 3 ή και 5 Ολυμπιακά Στάδια στη σειρά, το 1983!!
Αντ' αυτού, περνάει τη ζωή του ανάμεσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Πεύκη και το ησυχαστήριο του Αγίου Κωνσταντίνου. Οποια εξήγηση και να δώσει κανείς, είτε τη χαρακτηρίσει πράξη φοβίας είτε πράξη γενναιότητας, είναι πράξη που δείχνει άνθρωπο με άποψη και έντονες ευαισθησίες.
Γι' αυτό, η ατομική πορεία του Καζαντζίδη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πρώτον, αυτοπεριορίζεται οικειοθελώς, εγκαταλείπει το προσκήνιο και τα μεγάλα μεροκάματα, χωρίς να εγκαταλείπει το τραγούδι.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Δεύτερον, συγκρούεται ανοιχτά με το Μάκη Μάτσα, τον ισχυρότερο παράγοντα στη δισκογραφία, εμπλεκόμενος σε μια αντιδικία που κρατάει περισσότερο από δέκα χρόνια, με μεγάλο προσωπικό κόστος. Σε αντίθεση με τους λεγόμενους «προοδευτικούς» τραγουδιστές, που ποτέ δεν συγκρούστηκαν και δεν διακινδύνευσαν τα συμφέροντά τους, ενώ η επένδυση στον «προοδευτισμό» τούς απέφερε μεγάλα οφέλη, δόξα και χρήμα!
Ο Καζαντζίδης δεν απέκτησε κότερα και βίλες για να δεξιώνεται ισχυρούς φίλους, να κλείνει δουλειές και να εξασφαλίζει επιχορηγήσεις. Παντρεύτηκε με τη Βάσω και κουμπάρεψε μ' αυτούς που έπινε κρασί και πήγαινε για ψάρεμα.
Ετσι, κατεβαίνοντας από το πάλκο, είχε διαφυγόντα δισεκατομμύρια και μένοντας εκτός δισκογραφίας έχασε πολλά καλά τραγούδια που, ενώ προορίζονταν γι' αυτόν, τελικώς τα είπαν άλλοι.
Εντούτοις, παρά τις αντιξοότητες, η επιρροή του συνεχώς απλωνόταν. Με τη φωνή του Καζαντζίδη, το ελληνικό τραγούδι έφτασε στις άκρες του κόσμου. Πολύ πριν αρχίσουν οι επιχορηγούμενες συναυλίες και τα δορυφορικά κανάλια. Η φωνή του ήταν το μέσο και το διαβατήριο.
Στην ευρύτερη περιοχή μας, λαοί με σπουδαία μουσική κουλτούρα, Τούρκοι, Πέρσες και Αραβες, τοποθέτησαν τον Καζαντζίδη δίπλα στα άλλα υπερεθνικά μεγαθήρια της Μεσογείου, την Ουμ Καλσούμ, τη Φέιρουζ και τον Ζεκί Μουρέν, που ο Καζαντζίδης χωρίς αίσθημα κατωτερότητας αναγνώρισε ως δάσκαλό του.
ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Οταν είχαμε πάει με την Ελένη Βιτάλη στο Ισραήλ, πριν από μερικά χρόνια, το μόνο που μας ρώτησε ο νεαρός υπάλληλος που χειριζόταν το ασανσέρ του ξενοδοχείου ήταν «είναι καλά ο Καζαντζίδης;»!
Χωρίς μάρκετινγκ, διά χειρός ακροατών, η φωνή του Καζαντζίδη έφτανε παντού.
Θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια, στη Γερμανία, ταξιδεύοντας με οτοστόπ, γνώρισα ένα γερμανό συνταξιούχο αστυνομικό, που στα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης υπηρετούσε στο τελωνείο. Αυτός μου είπε ότι στις αποσκευές των Ελλήνων, μαζί με τα απολύτως απαραίτητα ρούχα και σκεύη, οι τελωνειακοί συχνά έβρισκαν εικόνες της Παναγίας και σαρανταπεντάρια δισκάκια με τραγούδια του Καζαντζίδη!
«Λέγανε παλιά οι οικογένειες, πήγαινε γυναίκα να πάρεις φασόλια, ρεβίθια, λίγο ρύζι, αλλά πάρε και το δίσκο του Καζαντζίδη, αυτός που είχαμε τρύπησε πια, έλιωσε από το παίξιμο... Παίρνανε το δίσκο του Στέλιου μαζί με το φαΐ, ρε! Ο Καζαντζίδης ήτανε μέσα στις ανάγκες του κοσμάκη!" έλεγε ο Γιώργος Ζαμπέτας («Βίος και Πολιτεία», Ιωάννα Κλειάσιου, εκδ. «Ντέφι»).
Ο ΜΥΘΟΣ
Θρύλος εν ζωή. Ο μοναδικός στο ελληνικό τραγούδι. Με ακροατές να ορκίζονται στο όνομά του, να βαφτίζουν τα παιδιά τους με το όνομά του και να σταυροκοπιούνται μπροστά στη φωτογραφία του! Εχω γνωρίσει αρκετούς. Σαν τον «Υπάρχω» στη Σκύρο, τον καλόγερο που ερχόταν από το Αγιο Ορος στο γραφείο μου για να μάθει νέα του και τους φοιτητές από το Αριστοτέλειο που ξεκίνησαν το 1979-80 τη συλλογή υπογραφών για την αποδέσμευσή του από τη Μίνως!
Ομως, αυτή η ανθεκτική μυθοποίηση ανέβαλε επ' αόριστον την ανάγκη να εκτιμηθεί περισσότερο σε βάθος και πλάτος η αξία και η προσφορά του, ώστε να μην περιορίζεται η αιτία της δημοτικότητάς του σε ένα είδος ρεπερτορίου και στον όγκο της φωνής του.
Σ' αυτή την καθυστέρηση συνέβαλε η μεγάλη εχθρότητα που αντιμετώπισε το λαϊκό τραγούδι από κοινωνικές ομάδες με επιρροή και εξουσία, αλλά και η δογματική προσέγγιση του μεταπολεμικού τραγουδιού από μερίδα της ρεμπετόφιλης ιντελιγκέντσιας που εκφραζόταν απαξιωτικά για τον Καζαντζίδη. Λογοκρισία και αποκλεισμός από την άρχουσα τάξη, απόρριψη και περιφρόνηση από την πλευρά της αριστεράς, επί δεκαετίες!
Σε μια εμπεριστατωμένη επίμοχθη έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 1986 (περιοδικό «Ντέφι», τ. 11), σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν δημοφιλές, το κρατικό ραδιόφωνο ανοιγόταν δειλά στον Καζαντζίδη! Καταγράφοντας και αναλύοντας εκατοντάδες ώρες μεταδόσεων των τεσσάρων ραδιοφωνικών σταθμών της ΕΡΤ1 και της ΕΡΤ2, που είχαν το απόλυτο μονοπώλιο σε εθνική κλίμακα, διαπιστώσαμε ότι ο Καζαντζίδης είχε παιχτεί μόλις 18 φορές μέσα σε μια ολόκληρη εβδομάδα, από τους τέσσερις σταθμούς, ήτοι 4,5 τραγούδια του από τον κάθε σταθμό εβδομαδιαίως!!
ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ
«Οταν ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε το "Βράχο - βράχο", που έσπασε τότε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, ήταν ήδη ένας βασιλιάς του λαϊκού τραγουδιού» έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης.
Ακόμα κι αυτοί που υποστήριζαν το έργο το δικό του και τού Χατζιδάκι αδυνατούσαν να αντιληφθούν όχι μόνο τη γενικότερη αξία, αλλά και την ιδιαίτερη συμβολή του Καζαντζίδη στη διαμόρφωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Από άγνοια και προκατάληψη. Ο Καζαντζίδης, ως μέλος της άτυπης ομάδας Χιώτη-Παπαδόπουλου-Καρνέζη-Μπιθικώτση-Γαβαλά-Μαρινέλλας κ.ά., έδωσε σχήμα και χρώμα στα πρώτα, τα πιο αγαπημένα λαϊκά τραγούδια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, τα οποία αποτέλεσαν το μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Σε μια εποχή που ο Καζαντζίδης τραγουδούσε «Ο,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει» του Απόστολου Καλδάρα, «Την πόρτα μη μου κλείνεις» του Γιώργου Λαύκα, «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη και δεκάδες τραγούδια για την αγάπη, την ξενιτιά, τη φτώχεια και τον κατατρεγμό, με τη δική του φωνή το κοινό αγκάλιασε και τραγούδησε «Βράχο-βράχο», «Παράπονο» (Μ.Θ. - Δ. Χριστοδούλου), «Σαββατόβραδο» (Μ.Θ. - Τ. Λειβαδίτη), «Ο κυρ Αντώνης», «Το πέλαγο είναι βαθύ» (Μ.Χ.), αλλά και «Καταχνιά» και «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» (Χρ. Λεοντή - Κ. Βίρβου) και πολλά άλλα!
Η ΣΙΩΠΗ
Ομετρ της δισκογραφίας Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης διέγνωσαν εγκαίρως ότι οι μελοποιημένοι στίχοι των ποιητών θα βρουν την ιδανικότερη έκφρασή τους με τη φωνή και το αίσθημα των λαϊκών τραγουδιστών! Και σ' αυτό συμφώνησαν και οι ίδιοι οι ποιητές, ο Γκάτσος, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Λειβαδίτης, ο Χριστοδούλου κ.ά.!
Χωρίς την «εμπλοκή» αυτής της εκλεκτής λαϊκής ομάδας, ίσως το «έντεχνο», με τις ενδιαφέρουσες αλλά σε άλλο μήκος κύματος ερμηνείες του Λάκη Παπά και της Ντόρας Γιαννακοπούλου, να είχε εντελώς άλλη πορεία και τύχη.
Αυτή η συνεισφορά του Καζαντζίδη αποσιωπήθηκε, γιατί η αναγνώρισή της θα εξουδετέρωνε τη βασική μομφή των επικριτών του, ότι «τραγουδάει κλαψιάρικα»!
Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατόν να αρέσει σε όλους, αλλά η απόρριψή του είχε περισσότερο κοινωνική παρά στενά αισθητική τεκμηρίωση. Ενοχλεί η θεματολογία των τραγουδιών, η εντοπιότητα της μουσικής, η αμεσότητα της λαϊκής έκφρασης, το ίδιο το κοινό που καθρεφτίζεται μέσα σ' αυτά τα τραγούδια. Ενα αγροτόπαιδο από τη Δράμα που περιφέρεται με έναν μπόγο στο σταθμό του Μονάχου και ένας μουντζουρωμένος ανθρακωρύχος που δουλεύει γονατιστός σε κάποια στοά του Βελγίου δεν είναι ευχάριστα θέματα για να τραγουδιούνται στα σαλόνια και τα ακριβά εστιατόρια. Δεν είναι light και έχουν αγκάθια.
Η ΓΛΩΣΣΑ
Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται ακόμα να ξεπεράσουν το κόλλημά τους. Αραγε πόσοι έχουν καταλάβει τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξε το λαϊκό τραγούδι στο να αποκτήσουν οι Ελληνες μια κοινή γλώσσα! Τη γλώσσα που μεταχειρίζονταν οι απλοί προικισμένοι καλλιτέχνες στα καφενεία και τα πάλκα της Σμύρνης, της Πόλης και της Σύρας, στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και τα Τρίκαλα.
Οταν, στις δεκαετίες '50-'60, ο Ελληνας της επαρχίας μιλούσε με την τοπική διάλεκτο και προφορά, στα σχολεία επίσημη γλώσσα ήταν η καθαρεύουσα και οι πολιτικοί, οι δικηγόροι, οι δεσπότες και οι χωροφύλακες μιλούσαν μειξοκαθαρευουσιάνικα, ο Τσάντας, η Παπαγιαννοπούλου και ο Βίρβος έγραφαν σε μια γλώσσα ενιαία, απλή, πλούσια και εύχρηστη! Μόνο το λαϊκό τραγούδι «μιλούσε» την κοινή νεοελληνική γλώσσα.
Το λαϊκό τραγούδι ήταν το μεγάλο σχολείο της γλώσσας, σε εθνική κλίμακα, με συνοδοιπόρο το λαϊκό σινεμά, το Λογοθετίδη, τη Βουγιουκλάκη, τον Ηλιόπουλο, τη Λαμπέτη...
ΤΟ ΧΡΩΜΑ
Την ώρα που οι «ευρωπαϊστές», τραγουδούν με ξενική προφορά τα ελαφρά τραγουδάκια του Χαιρόπουλου, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, η Μπέλλου και οι άλλοι τραγουδιστές, με την ωραία προφορά τους, αποτελούν τους φορείς της σύγχρονης γλώσσας. Αυτούς ακούνε, αυτούς μιμούνται οι απανταχού ακροατές, στην πόλη και το χωριό, στην Ελλάδα και την Αυστραλία. Με τον Καζαντζίδη επικεφαλής, πρώτο μεταξύ ίσων.
Ο Καζαντζίδης αποτελεί πρότυπο και υπόδειγμα όχι μόνο για την τονική του ακρίβεια, αλλά για το σύνολο της εκφραστικής του πληρότητας. Το α είναι α και το ο είναι ο. Ολοστρόγγυλα και καθαρά. Μάθημα ορθοφωνίας. Ο τονισμός των λέξεων, το τελικό «ν» και οι παρηχήσεις των συμφώνων, οι παύσεις και οι αναπνοές, ο χρωματισμός και ο κυματισμός των φράσεων, έχουν αρτιότητα, γλυκαίνουν τη μελωδία και κάνουν το νόημα απολύτως εύληπτο και κατανοητό.
Σ' αυτό το σημείο, ο Καζαντζίδης υπερέχει πάντων. Ακόμα κι όταν η ερμηνεία του είναι βαριά και το ύφος του θρηνητικό, η εκφραστική του ευγένεια δεν χάνεται. Και στα πιο «ασήκωτα» τραγούδια, ο Καζαντζίδης δεν ολισθαίνει σε φωνητικούς βαρβαρισμούς. Το «κλάμα» του έχει μέτρο και λόγο ύπαρξης. Με ρίζες σε μια τεράστια παράδοση αιώνων. Εκκλησιαστικοί ύμνοι, μοιρολόγια και αμανέδες αποτελούν την καρδιά της μεγάλης ανατολικής παράδοσης που καλλιεργήθηκε από την Καππαδοκία ώς τη Μάνη και από την Ηπειρο ώς την Τραπεζούντα.
Οι σημερινοί τραγουδιστές, προϊόντα ενός κόσμου πλαστικού, κακοποιούν τα πιο δραματικά σε περιεχόμενο τραγούδια, τραγουδώντας τα με τεράστια χαμόγελα επιτυχίας και μες στην τρελή χαρά! Είτε τραγουδούν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» είτε το «Φέξε μου που γλίστρησα», είναι το ίδιο! Χαζοχαρούμενοι, απαίδευτοι και ανυποψίαστοι.
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ
«Καλοκαίρι 1962. Αρχίζει να τραγουδάει ο Στέλιος... Τραγουδάει ο Στέλιος και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μου 'φυγε το μπουζούκι απ' τα χέρια, δεν ήξερα πώς να το κρατήσω, έμεινα να τον κοιτάω και ν' ακούω... Μεγάλος, πολύ μεγάλος! Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης. Οταν λέμε τη λέξη Καζαντζίδης τελειώνουν όλα...» έλεγε και πάλι ο Γιώργος Ζαμπέτας στη βιογραφία του.
Ο Καζαντζίδης έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ και τράβηξε το λαϊκό τραγούδι προς τα πάνω. Τον Καζαντζίδη άκουγαν στα όνειρά τους οι συνθέτες και οι στιχουργοί και πάνω του έγραφαν τα καλύτερα τραγούδια τους. Η έκταση της φωνής του, η ευχέρειά του να αρθρώνει σωστά τις δυσκολότερες λέξεις διατηρώντας τη μελωδία ακέραιη, η άνεσή του να διεισδύει, να συγκινεί και να ξαλαφρώνει την ψυχή του ακροατή, τον καταξίωσαν σαν τον ιδανικό ερμηνευτή.
Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να έχει πει τραγούδια που έγιναν επιτυχία, χωρίς να είναι της μόδας, χωρίς δημόσιες εμφανίσεις, εξορισμένος και πάλι από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, με νέους αστέρες να κατακλύζουν τα ΜΜΕ, οι πωλήσεις των δίσκων του είναι πραγματικά εκπληκτικές και απλησίαστες!
Μία μόνο εταιρεία, η ΜΒΙ, που κυκλοφόρησε τους νέους δίσκους του, από το 1990 και μετά, πραγματοποίησε πωλήσεις που ξεπερνούν τα 800.000 αντίτυπα!! Χωρίς σουξέ!
Αν προσθέσει κανείς τις σταθερές πωλήσεις του κλασικού ρεπερτορίου του από την EMI-MINOS, τα δεκάδες χιλιάδες CD με δικά του τραγούδια που μοίρασαν τα περιοδικά και τα τραγούδια που έχουν περιληφθεί σε δεκάδες συλλογές, ο συνολικός αριθμός των αντιτύπων που πουλήθηκαν μόνο την τελευταία δεκαετία υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια!
ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ
Ολόγος και πάλι στο Ζαμπέτα: «Ο Καζαντζίδης... είχε μια κακοπιστία στα μαγαζιά, καθότανε κάνα μήνα και την κοπάναγε. Δεν ξέρω τι του έφταιγε αυτού του παιδιού. Μπορεί να φταίγαμε εμείς, να μην τον νιώθαμε, δεν ξέρω. Μπορεί να μην τον καταλάβαινε κανένας μας. Αλλά αυτός που δεν έφταιγε σίγουρα ήταν ο κόσμος, που τον αγάπαγε και τον ήθελε. Γιατί ήτανε είδωλο, μεγάλο είδωλο, κι αποκλείεται να ξαναβγεί τέτοιος μύθος, τέτοιο είδωλο».
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Καζαντζίδης δεν ενήργησε συνειδητά. Οτι, φοβίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, έμμονες ιδέες και άλλες ανθρώπινες αδυναμίες και αναστολές, που προϋπήρχαν, τον οδήγησαν στην απομόνωση και τη σύγκρουση.
Τέτοιου είδους συζητήσεις απασχόλησαν τους φίλους του λαϊκού τραγουδιού, χωρίς βέβαια να καταλήγουν σε πειστικά συμπεράσματα, αφού η προσπάθεια να διεισδύσει κανείς στα άδυτα της ψυχής είναι μάλλον ατελέσφορη.
Ομως, όποιο και να είναι το βαθύτερο άγνωστο ψυχολογικό μείγμα του ανθρώπου, το δημόσιο πρόσωπό του, ο καλλιτέχνης, αξιολογείται από το έργο, το ταλέντο και την προσφορά του. Και, όσον αφορά τα βαθύτερα κίνητρά του, είναι πλέον γεγονός ότι, θες από ένστικτο, θες από λογική επιλογή, η σθεναρή και αταλάντευτη επιμονή του υπέρ ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, για τόσες δεκαετίες, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για να αμφισβητηθεί η συνέπειά του, λόγων και έργων.
ΤΑ ΜΜΕ
Θα έλεγα μάλιστα ότι οι κατά καιρούς δημόσιες εκρήξεις του Καζαντζίδη επιβεβαίωσαν την εικόνα που έχουμε γι' αυτόν. Οι δηλώσεις και οι αντιδράσεις του συχνά, είτε είχε δίκιο είτε άδικο, ήταν άτσαλες και άκομψες, σε σημείο που κλόνιζαν το κύρος του και τον εξέθεταν. Ισως, όμως, αυτή ακριβώς η αδεξιότητα διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του να επιβεβαιώνει τον αυθορμητισμό του και την έλλειψη οποιασδήποτε επαφής με τον κόσμο της δημοσιότητας. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, η έκθεσή του στα φώτα της δημοσιότητας εξυπηρέτησε μόνο τους επαγγελματίες των μέσων, οι οποίοι τον έβγαζαν από το καβούκι του και τον παρέσυραν σε κακοτράχαλα μονοπάτια από τα οποία συνήθως η έξοδος ήταν τραυματική.
Ημασταν μαζί με τον Ακη Πάνου, στο στούντιο όπου ηχογραφούσε ο Καζαντζίδης για τους «Ρεπόρτερς» (ΕΡΤ). Εχω συμπράξει και έχω συμμετάσχει σε άπειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών, με τους καλύτερους τραγουδιστές, αλλά η εμπειρία με τον Καζαντζίδη ήταν μοναδική. Οταν τελείωνε με την πρώτη εγγραφή το τραγούδι, κρύβαμε τον ενθουσιασμό μας, για να τον ακούσουμε να το ξαναλέει. Ο Ακης έκανε δήθεν υποδείξεις, κοιτώντας με με νόημα. Φαντασία!
Πριν τον κόψουν, ο Καζαντζίδης μας έλεγε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα εμφανιζόταν στην τηλεόραση, με δημοσιογράφους που εμπιστευόταν. Ομως, η χαρά του δεν κράτησε πολύ, όχι γιατί ο Λιάνης και ο Δημαράς δεν τον αγαπούσαν, κάθε άλλο, αλλά γιατί, υπερτιμώντας τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον δεν φρόντισαν να προετοιμάσουν έναν άσχετο με τα ΜΜΕ άνθρωπο για το τι τον περίμενε μετά!
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ο Καζαντζίδης ήταν εύκολο να γίνει θύμα, γιατί ήταν ξεκομμένος, δεν σκεφτόταν δημοσιοσχεσίτικα και είχε πάθη. Ενας σύγχρονος σταρ θα άφηνε τους δικηγόρους να χειριστούν τη διαφορά του με το Νικολόπουλο. Εκείνος, εκτός εαυτού, έπεσε στα σαγόνια της τηλεόρασης, περιστοιχισμένος από υποστηρικτές του που δεν έβλεπαν τίποτα άλλο από το ίνδαλμά τους.
Ηπλήρης ταύτισή του με το λαϊκό τραγούδι δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Ανεπηρέαστος από τις ευμετάβλητες μόδες και τάσεις, ο Καζαντζίδης δεν πέρασε ποτέ τις διαχωριστικές γραμμές. Η επικαιρότητα τον αφήνει ασυγκίνητο.
Πιστεύει βαθιά ότι το λαϊκό τραγούδι αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή και ότι είναι αναντικατάστατο. Εχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι το λαϊκό τραγούδι είναι πλήρες και επαρκές για να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα και των ακροατών του. Πεποίθηση που επιβεβαιώνεται από την απήχησή του.
Δεν τον αγγίζουν αυτά που καθορίζουν τις επιλογές και τις συμπεριφορές των νεότερων τραγουδιστών. Τους παρατηρεί αδιάφορα, να αλλάζουν ρεπερτόριο, ήχο, κούρεμα, καπέλο, να προσθέτουν φώτα και εφέ, να στήνουν μηχανισμούς δημοσίων σχέσεων, να έχουν άποψη επί παντός, να είναι μέσα σ' όλα, να διαφημίζουν προϊόντα και να φλερτάρουν με την εξουσία. Το λαϊκό τραγούδι τον καλύπτει εκφραστικά και επικοινωνιακά πλήρως. Του καλύπτει και τα καθημερινά έξοδα. Μέχρις εκεί.
Σε μια μεγάλη συζήτηση που είχαμε κάνει το 1979 (περιοδικό «Μουσική», τ. 29), εγώ έψαχνα τρόπους για να τον επαναφέρουμε στο τραγούδι κι αυτός μου έλεγε πόσο ανησυχεί που η ανεξέλεγκτη αλιεία με τις τράτες καταστρέφει το γόνο των ψαριών! Για τον Καζαντζίδη, το τραγούδι δεν ξέπεσε σε καριέρα.
Η τελευταία κουβέντα είναι του Ζαμπέτα: «Λάρισα, 1958. Πηγαίνοντας για το ξενοδοχείο, ήταν έξω ένας κάθε βράδυ που πούλαγε στραγάλια και σταφίδες. Μου λέει μια μέρα, που με έβλεπε να περνάω με το μπουζούκι, παλικάρι μου να σε ρωτήσω κάτι; Αυτός ο άνθρωπος που τραγούδαγε πριν από σας εδώ, πότε θα ξανάρθει πάλι; Αυτός ήρθε, παλικάρι μου, δέκα μέρες κι εγώ αυτές τις μέρες έφτασα να μαζέψω από τα στραγάλια 200.000 δραχμές και τώρα θα παντρέψω το κορίτσι μου! Τώρα με σας, βγάζω 40 δραχμές τη μέρα. Τι να κάνω;
Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ
«Τον Καζαντζίδη εννοούσε... Ο γέροντας μου είπε ότι, όταν τραγούδαγε ο Στέλιος, σταμάταγε το τρένο και κατεβαίνανε όλοι κάτω, μαζί κι ο μηχανοδηγός, για να τον ακούσουνε! Τι πα να πει πρωθυπουργός και πρόεδρος! Μιλάμε για σφραγίδα οντότητος αξεπέραστη. Σταμάταγε το τρένο, ρε, το καταλαβαίνετε; Πράμα που δεν έχει συμβεί στους αιώνες! Μόνο με το Μεγαλέξανδρο έχει συμβεί αυτό το πράμα!»

http://img.pathfinder.gr

πίσω στα παλιά

9.1.14

ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ : Ο ΞΥΛΟΔΑΡΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ , ΠΟΥ ΤΟΥ ΣΤΕΡΗΣΕ ΤΗ ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ

 

Το περιστατικό στον στρατό που στέρησε από τον Στέλιο Καζαντζίδη τη χαρά του να γίνει πατέρας

news247 Ιανουάριος 09 2014 10:01

Ο  Στέλιος Καζαντζίδης αγαπήθηκε από τους θαυμαστές του, όσο κανένας  άλλος Έλληνας καλλιτέχνης.

Οι φανατικοί του θαυμαστές, γνώριζαν τα πάντα για τη ζωή και την καθημερινότητά του.

Υπήρχε, όμως, μια λεπτομέρεια για την προσωπική του ζωή, που χάρη σε δικές του παραπλανητικές δηλώσεις, δεν ήταν γνωστή.

Ήταν ο λόγος, σύμφωνα με τη Μηχανή του Χρόνου, για τον οποίο ο Στέλιος δεν έκανε ποτέ παιδιά.

Ο Καζαντζίδης ήταν ένας γοητευτικός άντρας και πάντα είχε στο πλευρό του μια δυναμική γυναίκα.

Με καμία όμως, ούτε καν με την επί σειρά ετών σύζυγό του Μαρινέλλα, δεν έκανε παιδιά.

Σε μία από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που έδωσε  ο Καζαντζίδης, αποκάλυψε την αιτία. Όπως υποστήριξε, όταν ήταν φαντάρος, τον είχε κλωτσήσει ένα άλογο στα γεννητικά του όργανα, αφήνοντάς του μόνιμο πρόβλημα γονιμότητας.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης σε ηλικία περίπου 30 ετών

Γιατί όμως τον χτύπησε το άλογο;

Την εξήγηση έδωσε  η τελευταία του σύζυγος, Βάσω Καζαντζίδη, σε συνέντευξή της στη «Μηχανή του Χρόνου».

Σύμφωνα με την κυρία Καζαντζίδη, όταν ο Στέλιος ήταν φαντάρος, τον έκλεισαν σε ένα στάβλο, για να τον τιμωρήσουν για τα κομμουνιστικά πολιτικά του φρονήματα.

Πρακτική που ήταν συνηθισμένη σε όσους κατάγονταν από αριστερή οικογένεια και δεν την είχαν αποκηρύξει.

Στον στάβλο, όπως είπε ο ίδιος, έγινε το ατύχημα με το άλογο, που του στέρησε την πατρότητα.

Ο γιατρός που τον εξέτασε τότε, του είπε: «Τη ζωή σου τη γλίτωσες, αλλά δεν θα κάνεις παιδιά».

O Στέλιος Καζαντζίδης με την τελευταία του σύζυγο, Βάσω, που ο ίδιος αποκαλούσε "θησαυρό"

Η εκδοχή της πνευματικής του μητέρας

Πρόσφατα, η νονά του τραγουδιστή, Μαρία Κιουρτσόγλου, εξομολογήθηκε σε συνέντευξή της, άγνωστες αλήθειες από τη ζωή του αγαπημένου της βαφτιστικού.

Ο Στέλιος είχε μια ιδιαίτερη  σχέση με τη νονά του και της εξομολογούνταν όλα του τα μυστικά.

Σύμφωνα με την κυρία Κιουρτσόγλου, η στειρότητα του Καζαντζίδη δεν οφειλόταν σε κλοτσιά από άλογο, αλλά στον άγριο ξυλοδαρμό που δέχτηκε από έναν ανώτερό του, όταν ήταν φαντάρος.

Ο Πόντιος αξιωματικός έσυρε και χτύπησε με μανία τον τραγουδιστή. Ένα από τα άγρια χτυπήματα, τον βρήκε στα γεννητικά όργανα, προκαλώντας ανεπανόρθωτη βλάβη.

Όποια και αν είναι η αλήθεια, για την αιτία που ο τραγουδιστής στερήθηκε την πατρότητα, το γεγονός είναι ότι ο ίδιος πληγώθηκε πολύ.

Ο Καζαντζίδης διέθετε έναν πολύ ευαίσθητο χαρακτήρα και σύμφωνα με τους ανθρώπους που τον έζησαν, όταν πληροφορήθηκε ότι δε θα μπορούσε να τεκνοποιήσει, κλείστηκε στον εαυτό του.

Γι’ αυτό και για πολλά χρόνια, όταν τον ρωτούσαν, δεν έλεγε ποιος ήταν ο λόγος που δεν έγινε ποτέ πατέρας.

Δεν έγινε ποτέ πατέρας, αλλά έγινε παππούς

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Στέλιος Καζαντζίδης τα πέρασε με τη σύζυγό του Βάσω, που ο ίδιος αποκαλούσε «θησαυρό».

Η κυρία Βάσω είχε μια κόρη από τον πρώτο της γάμο, η οποία έκανε ένα μεγάλο δώρο στον τραγουδιστή.

Έκανε μια κόρη, του χάρισε δηλαδή ένα εγγονάκι, στο οποίο αφιερώθηκε και το λάτρευε  με όλη του τη δύναμη.

Αν και δεν είχε δικά του παιδιά, ο Στέλιος άκουσε από τα χείλη της μικρής την πιο γλυκιά λέξη, που του είπαν ποτέ, τη λέξη παππού.

3.8.13

“ ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΙΑ Ο ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ! “

 

Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ


Φορούσα κοντά παντελονάκια και η αδελφή μου ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, ασορτί με το λευκό φουστανάκι που της είχε ράψει η μητέρα μας, όταν μια Κυριακή βράδυ είδαμε πρώτη φορά από κοντά τον Καζαντζίδη, στον «Αστέρα»!

Σε ένα κατάμεστο μαγαζί, κοιτούσαμε τον όμορφο άντρα στο πάλκο που, με μια κιθάρα στα χέρια, τραγουδούσε όλο το βράδυ: η φωνή του, γνώριμη από τα γραμμόφωνα της γειτονιάς, ήταν πιο επιβλητική χωρίς τα σκρατς των 78άρηδων δίσκων.
Τέλη της δεκαετίας του '50, νιόφερτοι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, πηγαίναμε συχνά στις ταβέρνες της Κοκκινιάς, οικογενειακώς. Οι τιμές προσιτές, το φαγητό λιτό, το περιβάλλον φιλικό και στο πάλκο μπορεί να κάθονταν ακόμα κι ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα!
Αυτά τα τραγούδια έδεναν απολύτως με τα συναισθήματα των γονιών μας και με το περιβάλλον στην Κοκκινιά, όπου υπήρχε ζωντανή μια μικρή Μικρά Ασία, αυτάρκης. Με τα ωραία πλίθινα σπίτια και τις αυλές των λίγων τετραγωνικών, τα μπακάλικα, τους φούρνους και τους αργαλειούς, τους εμπόρους και τους μαστόρους πάσης φύσεως.
Στα ασπρισμένα πεζοδρόμια οι γιαγιάδες παίνευαν τη Σμύρνη, οι εργάτες συζητούσαν για την ΕΔΑ και οι πιτσιρικάδες έστηναν αυτοσχέδιες παραστάσεις Καραγκιόζη, με ένα παλιό σεντόνι, μεταχειρισμένα κεριά και χάρτινες φιγούρες του Μπαρμπα-Γιώργου και του Χατζατζάρη.
Αργότερα, όταν μετακινηθήκαμε στα μικροαστικά Πατήσια, στη δεκαετία που κατεδαφίζονταν οι μονοκατοικίες, το είδωλο του Καζαντζίδη μάς ακολούθησε, καθώς από τις σκαλωσιές των ανεγειρόμενων οικοδομών ξεχύνονταν στην οδό Λευκωσίας οι βαριές φωνές των μπετατζήδων που τραγουδούσαν φωναχτά τη «Μαντουμπάλα» και τη «Ζιγκουάλα». Μερικές απ' αυτές τις φωνές τις άκουγε και ο Στέλιος ανηφορίζοντας την οδό Κνωσού για να πάει στην κυρία Γεσθημανή.
ΤΟ ΔΡΑΜΑ
Εκείνη την εποχή, που τελειωμό δεν είχε, ο Καζαντζίδης πήρε πάνω του όλο το ψυχολογικό και συναισθηματικό φορτίο της φτωχολογιάς. Με τους στίχους του Βίρβου και του Κολοκοτρώνη και τη μουσική του Δερβενιώτη και των άλλων σπουδαίων δημιουργών, τραγούδησε ό,τι πιο βαρύ και ασήκωτο κουβαλούσε η ψυχή των ανθρώπων της εποχής. Κανένας άλλος δεν τραγούδησε τόσο πειστικά για το δράμα του ξεριζωμού, για το μόχθο του μεροκαματιάρη και το μαράζι της αγάπης σε καιρούς που η κοινωνική αδικία ξεχείλιζε. Ούτε η λογοτεχνία, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το θέατρο της εποχής έπιασαν με τόσο δραματικό και άμεσο τρόπο αυτή την ανθρώπινη ταπείνωση και εξουθένωση, αυτή την εθνική τραγωδία, όπως τα έπιασε το τραγούδι, με τον Καζαντζίδη σαν κύριο εκφραστή.
Αν και μόνον αυτό θα αρκούσε για να τον εξυψώσει στη συνείδηση του λαού, ο Καζαντζίδης διακρίθηκε και κέρδισε τον τίτλο του με μια συνολική στάση ζωής, προσωπική και αμίμητη.
Η ΑΠΟΥΣΙΑ
Το 1965, ο Καζαντζίδης ξεκόβει από τα μαγαζιά, νεότατος και με μεγάλα σουξέ πίσω του! Και δεν επανέρχεται ούτε δέκα χρόνια αργότερα, με τις επιτυχίες «Υπάρχω» και «Η ζωή μου όλη», ούτε όταν του προτείνουν να κάνει 3 ή και 5 Ολυμπιακά Στάδια στη σειρά, το 1983!!
Αντ' αυτού, περνάει τη ζωή του ανάμεσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Πεύκη και το ησυχαστήριο του Αγίου Κωνσταντίνου. Οποια εξήγηση και να δώσει κανείς, είτε τη χαρακτηρίσει πράξη φοβίας είτε πράξη γενναιότητας, είναι πράξη που δείχνει άνθρωπο με άποψη και έντονες ευαισθησίες.
Γι' αυτό, η ατομική πορεία του Καζαντζίδη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πρώτον, αυτοπεριορίζεται οικειοθελώς, εγκαταλείπει το προσκήνιο και τα μεγάλα μεροκάματα, χωρίς να εγκαταλείπει το τραγούδι.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Δεύτερον, συγκρούεται ανοιχτά με το Μάκη Μάτσα, τον ισχυρότερο παράγοντα στη δισκογραφία, εμπλεκόμενος σε μια αντιδικία που κρατάει περισσότερο από δέκα χρόνια, με μεγάλο προσωπικό κόστος. Σε αντίθεση με τους λεγόμενους «προοδευτικούς» τραγουδιστές, που ποτέ δεν συγκρούστηκαν και δεν διακινδύνευσαν τα συμφέροντά τους, ενώ η επένδυση στον «προοδευτισμό» τούς απέφερε μεγάλα οφέλη, δόξα και χρήμα!
Ο Καζαντζίδης δεν απέκτησε κότερα και βίλες για να δεξιώνεται ισχυρούς φίλους, να κλείνει δουλειές και να εξασφαλίζει επιχορηγήσεις. Παντρεύτηκε με τη Βάσω και κουμπάρεψε μ' αυτούς που έπινε κρασί και πήγαινε για ψάρεμα.
Ετσι, κατεβαίνοντας από το πάλκο, είχε διαφυγόντα δισεκατομμύρια και μένοντας εκτός δισκογραφίας έχασε πολλά καλά τραγούδια που, ενώ προορίζονταν γι' αυτόν, τελικώς τα είπαν άλλοι.
Εντούτοις, παρά τις αντιξοότητες, η επιρροή του συνεχώς απλωνόταν. Με τη φωνή του Καζαντζίδη, το ελληνικό τραγούδι έφτασε στις άκρες του κόσμου. Πολύ πριν αρχίσουν οι επιχορηγούμενες συναυλίες και τα δορυφορικά κανάλια. Η φωνή του ήταν το μέσο και το διαβατήριο.
Στην ευρύτερη περιοχή μας, λαοί με σπουδαία μουσική κουλτούρα, Τούρκοι, Πέρσες και Αραβες, τοποθέτησαν τον Καζαντζίδη δίπλα στα άλλα υπερεθνικά μεγαθήρια της Μεσογείου, την Ουμ Καλσούμ, τη Φέιρουζ και τον Ζεκί Μουρέν, που ο Καζαντζίδης χωρίς αίσθημα κατωτερότητας αναγνώρισε ως δάσκαλό του.
ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Οταν είχαμε πάει με την Ελένη Βιτάλη στο Ισραήλ, πριν από μερικά χρόνια, το μόνο που μας ρώτησε ο νεαρός υπάλληλος που χειριζόταν το ασανσέρ του ξενοδοχείου ήταν «είναι καλά ο Καζαντζίδης;»!
Χωρίς μάρκετινγκ, διά χειρός ακροατών, η φωνή του Καζαντζίδη έφτανε παντού.
Θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια, στη Γερμανία, ταξιδεύοντας με οτοστόπ, γνώρισα ένα γερμανό συνταξιούχο αστυνομικό, που στα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης υπηρετούσε στο τελωνείο. Αυτός μου είπε ότι στις αποσκευές των Ελλήνων, μαζί με τα απολύτως απαραίτητα ρούχα και σκεύη, οι τελωνειακοί συχνά έβρισκαν εικόνες της Παναγίας και σαρανταπεντάρια δισκάκια με τραγούδια του Καζαντζίδη!
«Λέγανε παλιά οι οικογένειες, πήγαινε γυναίκα να πάρεις φασόλια, ρεβίθια, λίγο ρύζι, αλλά πάρε και το δίσκο του Καζαντζίδη, αυτός που είχαμε τρύπησε πια, έλιωσε από το παίξιμο... Παίρνανε το δίσκο του Στέλιου μαζί με το φαΐ, ρε! Ο Καζαντζίδης ήτανε μέσα στις ανάγκες του κοσμάκη!" έλεγε ο Γιώργος Ζαμπέτας («Βίος και Πολιτεία», Ιωάννα Κλειάσιου, εκδ. «Ντέφι»).
Ο ΜΥΘΟΣ
Θρύλος εν ζωή. Ο μοναδικός στο ελληνικό τραγούδι. Με ακροατές να ορκίζονται στο όνομά του, να βαφτίζουν τα παιδιά τους με το όνομά του και να σταυροκοπιούνται μπροστά στη φωτογραφία του! Εχω γνωρίσει αρκετούς. Σαν τον «Υπάρχω» στη Σκύρο, τον καλόγερο που ερχόταν από το Αγιο Ορος στο γραφείο μου για να μάθει νέα του και τους φοιτητές από το Αριστοτέλειο που ξεκίνησαν το 1979-80 τη συλλογή υπογραφών για την αποδέσμευσή του από τη Μίνως!
Ομως, αυτή η ανθεκτική μυθοποίηση ανέβαλε επ' αόριστον την ανάγκη να εκτιμηθεί περισσότερο σε βάθος και πλάτος η αξία και η προσφορά του, ώστε να μην περιορίζεται η αιτία της δημοτικότητάς του σε ένα είδος ρεπερτορίου και στον όγκο της φωνής του.
Σ' αυτή την καθυστέρηση συνέβαλε η μεγάλη εχθρότητα που αντιμετώπισε το λαϊκό τραγούδι από κοινωνικές ομάδες με επιρροή και εξουσία, αλλά και η δογματική προσέγγιση του μεταπολεμικού τραγουδιού από μερίδα της ρεμπετόφιλης ιντελιγκέντσιας που εκφραζόταν απαξιωτικά για τον Καζαντζίδη. Λογοκρισία και αποκλεισμός από την άρχουσα τάξη, απόρριψη και περιφρόνηση από την πλευρά της αριστεράς, επί δεκαετίες!
Σε μια εμπεριστατωμένη επίμοχθη έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 1986 (περιοδικό «Ντέφι», τ. 11), σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν δημοφιλές, το κρατικό ραδιόφωνο ανοιγόταν δειλά στον Καζαντζίδη! Καταγράφοντας και αναλύοντας εκατοντάδες ώρες μεταδόσεων των τεσσάρων ραδιοφωνικών σταθμών της ΕΡΤ1 και της ΕΡΤ2, που είχαν το απόλυτο μονοπώλιο σε εθνική κλίμακα, διαπιστώσαμε ότι ο Καζαντζίδης είχε παιχτεί μόλις 18 φορές μέσα σε μια ολόκληρη εβδομάδα, από τους τέσσερις σταθμούς, ήτοι 4,5 τραγούδια του από τον κάθε σταθμό εβδομαδιαίως!!
ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ
«Οταν ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε το "Βράχο - βράχο", που έσπασε τότε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, ήταν ήδη ένας βασιλιάς του λαϊκού τραγουδιού» έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης.
Ακόμα κι αυτοί που υποστήριζαν το έργο το δικό του και τού Χατζιδάκι αδυνατούσαν να αντιληφθούν όχι μόνο τη γενικότερη αξία, αλλά και την ιδιαίτερη συμβολή του Καζαντζίδη στη διαμόρφωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Από άγνοια και προκατάληψη. Ο Καζαντζίδης, ως μέλος της άτυπης ομάδας Χιώτη-Παπαδόπουλου-Καρνέζη-Μπιθικώτση-Γαβαλά-Μαρινέλλας κ.ά., έδωσε σχήμα και χρώμα στα πρώτα, τα πιο αγαπημένα λαϊκά τραγούδια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, τα οποία αποτέλεσαν το μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Σε μια εποχή που ο Καζαντζίδης τραγουδούσε «Ο,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει» του Απόστολου Καλδάρα, «Την πόρτα μη μου κλείνεις» του Γιώργου Λαύκα, «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη και δεκάδες τραγούδια για την αγάπη, την ξενιτιά, τη φτώχεια και τον κατατρεγμό, με τη δική του φωνή το κοινό αγκάλιασε και τραγούδησε «Βράχο-βράχο», «Παράπονο» (Μ.Θ. - Δ. Χριστοδούλου), «Σαββατόβραδο» (Μ.Θ. - Τ. Λειβαδίτη), «Ο κυρ Αντώνης», «Το πέλαγο είναι βαθύ» (Μ.Χ.), αλλά και «Καταχνιά» και «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» (Χρ. Λεοντή - Κ. Βίρβου) και πολλά άλλα!
Η ΣΙΩΠΗ
Ομετρ της δισκογραφίας Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης διέγνωσαν εγκαίρως ότι οι μελοποιημένοι στίχοι των ποιητών θα βρουν την ιδανικότερη έκφρασή τους με τη φωνή και το αίσθημα των λαϊκών τραγουδιστών! Και σ' αυτό συμφώνησαν και οι ίδιοι οι ποιητές, ο Γκάτσος, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Λειβαδίτης, ο Χριστοδούλου κ.ά.!
Χωρίς την «εμπλοκή» αυτής της εκλεκτής λαϊκής ομάδας, ίσως το «έντεχνο», με τις ενδιαφέρουσες αλλά σε άλλο μήκος κύματος ερμηνείες του Λάκη Παπά και της Ντόρας Γιαννακοπούλου, να είχε εντελώς άλλη πορεία και τύχη.
Αυτή η συνεισφορά του Καζαντζίδη αποσιωπήθηκε, γιατί η αναγνώρισή της θα εξουδετέρωνε τη βασική μομφή των επικριτών του, ότι «τραγουδάει κλαψιάρικα»!
Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατόν να αρέσει σε όλους, αλλά η απόρριψή του είχε περισσότερο κοινωνική παρά στενά αισθητική τεκμηρίωση. Ενοχλεί η θεματολογία των τραγουδιών, η εντοπιότητα της μουσικής, η αμεσότητα της λαϊκής έκφρασης, το ίδιο το κοινό που καθρεφτίζεται μέσα σ' αυτά τα τραγούδια. Ενα αγροτόπαιδο από τη Δράμα που περιφέρεται με έναν μπόγο στο σταθμό του Μονάχου και ένας μουντζουρωμένος ανθρακωρύχος που δουλεύει γονατιστός σε κάποια στοά του Βελγίου δεν είναι ευχάριστα θέματα για να τραγουδιούνται στα σαλόνια και τα ακριβά εστιατόρια. Δεν είναι light και έχουν αγκάθια.
Η ΓΛΩΣΣΑ
Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται ακόμα να ξεπεράσουν το κόλλημά τους. Αραγε πόσοι έχουν καταλάβει τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξε το λαϊκό τραγούδι στο να αποκτήσουν οι Ελληνες μια κοινή γλώσσα! Τη γλώσσα που μεταχειρίζονταν οι απλοί προικισμένοι καλλιτέχνες στα καφενεία και τα πάλκα της Σμύρνης, της Πόλης και της Σύρας, στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και τα Τρίκαλα.
Οταν, στις δεκαετίες '50-'60, ο Ελληνας της επαρχίας μιλούσε με την τοπική διάλεκτο και προφορά, στα σχολεία επίσημη γλώσσα ήταν η καθαρεύουσα και οι πολιτικοί, οι δικηγόροι, οι δεσπότες και οι χωροφύλακες μιλούσαν μειξοκαθαρευουσιάνικα, ο Τσάντας, η Παπαγιαννοπούλου και ο Βίρβος έγραφαν σε μια γλώσσα ενιαία, απλή, πλούσια και εύχρηστη! Μόνο το λαϊκό τραγούδι «μιλούσε» την κοινή νεοελληνική γλώσσα.
Το λαϊκό τραγούδι ήταν το μεγάλο σχολείο της γλώσσας, σε εθνική κλίμακα, με συνοδοιπόρο το λαϊκό σινεμά, το Λογοθετίδη, τη Βουγιουκλάκη, τον Ηλιόπουλο, τη Λαμπέτη...
ΤΟ ΧΡΩΜΑ
Την ώρα που οι «ευρωπαϊστές», τραγουδούν με ξενική προφορά τα ελαφρά τραγουδάκια του Χαιρόπουλου, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, η Μπέλλου και οι άλλοι τραγουδιστές, με την ωραία προφορά τους, αποτελούν τους φορείς της σύγχρονης γλώσσας. Αυτούς ακούνε, αυτούς μιμούνται οι απανταχού ακροατές, στην πόλη και το χωριό, στην Ελλάδα και την Αυστραλία. Με τον Καζαντζίδη επικεφαλής, πρώτο μεταξύ ίσων.
Ο Καζαντζίδης αποτελεί πρότυπο και υπόδειγμα όχι μόνο για την τονική του ακρίβεια, αλλά για το σύνολο της εκφραστικής του πληρότητας. Το α είναι α και το ο είναι ο. Ολοστρόγγυλα και καθαρά. Μάθημα ορθοφωνίας. Ο τονισμός των λέξεων, το τελικό «ν» και οι παρηχήσεις των συμφώνων, οι παύσεις και οι αναπνοές, ο χρωματισμός και ο κυματισμός των φράσεων, έχουν αρτιότητα, γλυκαίνουν τη μελωδία και κάνουν το νόημα απολύτως εύληπτο και κατανοητό.
Σ' αυτό το σημείο, ο Καζαντζίδης υπερέχει πάντων. Ακόμα κι όταν η ερμηνεία του είναι βαριά και το ύφος του θρηνητικό, η εκφραστική του ευγένεια δεν χάνεται. Και στα πιο «ασήκωτα» τραγούδια, ο Καζαντζίδης δεν ολισθαίνει σε φωνητικούς βαρβαρισμούς. Το «κλάμα» του έχει μέτρο και λόγο ύπαρξης. Με ρίζες σε μια τεράστια παράδοση αιώνων. Εκκλησιαστικοί ύμνοι, μοιρολόγια και αμανέδες αποτελούν την καρδιά της μεγάλης ανατολικής παράδοσης που καλλιεργήθηκε από την Καππαδοκία ώς τη Μάνη και από την Ηπειρο ώς την Τραπεζούντα.
Οι σημερινοί τραγουδιστές, προϊόντα ενός κόσμου πλαστικού, κακοποιούν τα πιο δραματικά σε περιεχόμενο τραγούδια, τραγουδώντας τα με τεράστια χαμόγελα επιτυχίας και μες στην τρελή χαρά! Είτε τραγουδούν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» είτε το «Φέξε μου που γλίστρησα», είναι το ίδιο! Χαζοχαρούμενοι, απαίδευτοι και ανυποψίαστοι.
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ
«Καλοκαίρι 1962. Αρχίζει να τραγουδάει ο Στέλιος... Τραγουδάει ο Στέλιος και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μου 'φυγε το μπουζούκι απ' τα χέρια, δεν ήξερα πώς να το κρατήσω, έμεινα να τον κοιτάω και ν' ακούω... Μεγάλος, πολύ μεγάλος! Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης. Οταν λέμε τη λέξη Καζαντζίδης τελειώνουν όλα...» έλεγε και πάλι ο Γιώργος Ζαμπέτας στη βιογραφία του.
Ο Καζαντζίδης έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ και τράβηξε το λαϊκό τραγούδι προς τα πάνω. Τον Καζαντζίδη άκουγαν στα όνειρά τους οι συνθέτες και οι στιχουργοί και πάνω του έγραφαν τα καλύτερα τραγούδια τους. Η έκταση της φωνής του, η ευχέρειά του να αρθρώνει σωστά τις δυσκολότερες λέξεις διατηρώντας τη μελωδία ακέραιη, η άνεσή του να διεισδύει, να συγκινεί και να ξαλαφρώνει την ψυχή του ακροατή, τον καταξίωσαν σαν τον ιδανικό ερμηνευτή.
Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να έχει πει τραγούδια που έγιναν επιτυχία, χωρίς να είναι της μόδας, χωρίς δημόσιες εμφανίσεις, εξορισμένος και πάλι από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, με νέους αστέρες να κατακλύζουν τα ΜΜΕ, οι πωλήσεις των δίσκων του είναι πραγματικά εκπληκτικές και απλησίαστες!
Μία μόνο εταιρεία, η ΜΒΙ, που κυκλοφόρησε τους νέους δίσκους του, από το 1990 και μετά, πραγματοποίησε πωλήσεις που ξεπερνούν τα 800.000 αντίτυπα!! Χωρίς σουξέ!
Αν προσθέσει κανείς τις σταθερές πωλήσεις του κλασικού ρεπερτορίου του από την EMI-MINOS, τα δεκάδες χιλιάδες CD με δικά του τραγούδια που μοίρασαν τα περιοδικά και τα τραγούδια που έχουν περιληφθεί σε δεκάδες συλλογές, ο συνολικός αριθμός των αντιτύπων που πουλήθηκαν μόνο την τελευταία δεκαετία υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια!
ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ
Ολόγος και πάλι στο Ζαμπέτα: «Ο Καζαντζίδης... είχε μια κακοπιστία στα μαγαζιά, καθότανε κάνα μήνα και την κοπάναγε. Δεν ξέρω τι του έφταιγε αυτού του παιδιού. Μπορεί να φταίγαμε εμείς, να μην τον νιώθαμε, δεν ξέρω. Μπορεί να μην τον καταλάβαινε κανένας μας. Αλλά αυτός που δεν έφταιγε σίγουρα ήταν ο κόσμος, που τον αγάπαγε και τον ήθελε. Γιατί ήτανε είδωλο, μεγάλο είδωλο, κι αποκλείεται να ξαναβγεί τέτοιος μύθος, τέτοιο είδωλο».
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Καζαντζίδης δεν ενήργησε συνειδητά. Οτι, φοβίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, έμμονες ιδέες και άλλες ανθρώπινες αδυναμίες και αναστολές, που προϋπήρχαν, τον οδήγησαν στην απομόνωση και τη σύγκρουση.
Τέτοιου είδους συζητήσεις απασχόλησαν τους φίλους του λαϊκού τραγουδιού, χωρίς βέβαια να καταλήγουν σε πειστικά συμπεράσματα, αφού η προσπάθεια να διεισδύσει κανείς στα άδυτα της ψυχής είναι μάλλον ατελέσφορη.
Ομως, όποιο και να είναι το βαθύτερο άγνωστο ψυχολογικό μείγμα του ανθρώπου, το δημόσιο πρόσωπό του, ο καλλιτέχνης, αξιολογείται από το έργο, το ταλέντο και την προσφορά του. Και, όσον αφορά τα βαθύτερα κίνητρά του, είναι πλέον γεγονός ότι, θες από ένστικτο, θες από λογική επιλογή, η σθεναρή και αταλάντευτη επιμονή του υπέρ ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, για τόσες δεκαετίες, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για να αμφισβητηθεί η συνέπειά του, λόγων και έργων.
ΤΑ ΜΜΕ
Θα έλεγα μάλιστα ότι οι κατά καιρούς δημόσιες εκρήξεις του Καζαντζίδη επιβεβαίωσαν την εικόνα που έχουμε γι' αυτόν. Οι δηλώσεις και οι αντιδράσεις του συχνά, είτε είχε δίκιο είτε άδικο, ήταν άτσαλες και άκομψες, σε σημείο που κλόνιζαν το κύρος του και τον εξέθεταν. Ισως, όμως, αυτή ακριβώς η αδεξιότητα διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του να επιβεβαιώνει τον αυθορμητισμό του και την έλλειψη οποιασδήποτε επαφής με τον κόσμο της δημοσιότητας. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, η έκθεσή του στα φώτα της δημοσιότητας εξυπηρέτησε μόνο τους επαγγελματίες των μέσων, οι οποίοι τον έβγαζαν από το καβούκι του και τον παρέσυραν σε κακοτράχαλα μονοπάτια από τα οποία συνήθως η έξοδος ήταν τραυματική.
Ημασταν μαζί με τον Ακη Πάνου, στο στούντιο όπου ηχογραφούσε ο Καζαντζίδης για τους «Ρεπόρτερς» (ΕΡΤ). Εχω συμπράξει και έχω συμμετάσχει σε άπειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών, με τους καλύτερους τραγουδιστές, αλλά η εμπειρία με τον Καζαντζίδη ήταν μοναδική. Οταν τελείωνε με την πρώτη εγγραφή το τραγούδι, κρύβαμε τον ενθουσιασμό μας, για να τον ακούσουμε να το ξαναλέει. Ο Ακης έκανε δήθεν υποδείξεις, κοιτώντας με με νόημα. Φαντασία!
Πριν τον κόψουν, ο Καζαντζίδης μας έλεγε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα εμφανιζόταν στην τηλεόραση, με δημοσιογράφους που εμπιστευόταν. Ομως, η χαρά του δεν κράτησε πολύ, όχι γιατί ο Λιάνης και ο Δημαράς δεν τον αγαπούσαν, κάθε άλλο, αλλά γιατί, υπερτιμώντας τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον δεν φρόντισαν να προετοιμάσουν έναν άσχετο με τα ΜΜΕ άνθρωπο για το τι τον περίμενε μετά!
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ο Καζαντζίδης ήταν εύκολο να γίνει θύμα, γιατί ήταν ξεκομμένος, δεν σκεφτόταν δημοσιοσχεσίτικα και είχε πάθη. Ενας σύγχρονος σταρ θα άφηνε τους δικηγόρους να χειριστούν τη διαφορά του με το Νικολόπουλο. Εκείνος, εκτός εαυτού, έπεσε στα σαγόνια της τηλεόρασης, περιστοιχισμένος από υποστηρικτές του που δεν έβλεπαν τίποτα άλλο από το ίνδαλμά τους.
Ηπλήρης ταύτισή του με το λαϊκό τραγούδι δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Ανεπηρέαστος από τις ευμετάβλητες μόδες και τάσεις, ο Καζαντζίδης δεν πέρασε ποτέ τις διαχωριστικές γραμμές. Η επικαιρότητα τον αφήνει ασυγκίνητο.
Πιστεύει βαθιά ότι το λαϊκό τραγούδι αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή και ότι είναι αναντικατάστατο. Εχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι το λαϊκό τραγούδι είναι πλήρες και επαρκές για να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα και των ακροατών του. Πεποίθηση που επιβεβαιώνεται από την απήχησή του.
Δεν τον αγγίζουν αυτά που καθορίζουν τις επιλογές και τις συμπεριφορές των νεότερων τραγουδιστών. Τους παρατηρεί αδιάφορα, να αλλάζουν ρεπερτόριο, ήχο, κούρεμα, καπέλο, να προσθέτουν φώτα και εφέ, να στήνουν μηχανισμούς δημοσίων σχέσεων, να έχουν άποψη επί παντός, να είναι μέσα σ' όλα, να διαφημίζουν προϊόντα και να φλερτάρουν με την εξουσία. Το λαϊκό τραγούδι τον καλύπτει εκφραστικά και επικοινωνιακά πλήρως. Του καλύπτει και τα καθημερινά έξοδα. Μέχρις εκεί.
Σε μια μεγάλη συζήτηση που είχαμε κάνει το 1979 (περιοδικό «Μουσική», τ. 29), εγώ έψαχνα τρόπους για να τον επαναφέρουμε στο τραγούδι κι αυτός μου έλεγε πόσο ανησυχεί που η ανεξέλεγκτη αλιεία με τις τράτες καταστρέφει το γόνο των ψαριών! Για τον Καζαντζίδη, το τραγούδι δεν ξέπεσε σε καριέρα.
Η τελευταία κουβέντα είναι του Ζαμπέτα: «Λάρισα, 1958. Πηγαίνοντας για το ξενοδοχείο, ήταν έξω ένας κάθε βράδυ που πούλαγε στραγάλια και σταφίδες. Μου λέει μια μέρα, που με έβλεπε να περνάω με το μπουζούκι, παλικάρι μου να σε ρωτήσω κάτι; Αυτός ο άνθρωπος που τραγούδαγε πριν από σας εδώ, πότε θα ξανάρθει πάλι; Αυτός ήρθε, παλικάρι μου, δέκα μέρες κι εγώ αυτές τις μέρες έφτασα να μαζέψω από τα στραγάλια 200.000 δραχμές και τώρα θα παντρέψω το κορίτσι μου! Τώρα με σας, βγάζω 40 δραχμές τη μέρα. Τι να κάνω;
Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ
«Τον Καζαντζίδη εννοούσε... Ο γέροντας μου είπε ότι, όταν τραγούδαγε ο Στέλιος, σταμάταγε το τρένο και κατεβαίνανε όλοι κάτω, μαζί κι ο μηχανοδηγός, για να τον ακούσουνε! Τι πα να πει πρωθυπουργός και πρόεδρος! Μιλάμε για σφραγίδα οντότητος αξεπέραστη. Σταμάταγε το τρένο, ρε, το καταλαβαίνετε; Πράμα που δεν έχει συμβεί στους αιώνες! Μόνο με το Μεγαλέξανδρο έχει συμβεί αυτό το πράμα!»ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 23/09/2001

πηγή

pisostapalia.blogspot.gr

4.3.13

ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ, “ ΝΤΑΒΑΝΤΖΙΔΕΣ “ΚΑΙ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

 

«Σικάγο γίναμε!» Το λέγαμε παλιά, κάθε φορά που κάποια συμμορία κακοποιών «άνοιγε» μια τράπεζα, διέπραττε δυο τρεις δολοφονίες, οργάνωνε και εκτελούσε «αποστολές», που άφηναν έκπληκτη την κοινή γνώμη. Αλλά, στην πραγματικότητα, Σικάγο δεν είχαμε γίνει ποτέ. Η Ελλάδα, σε όλα της μικρή -έκταση, παραγωγή, βιομηχανία, εμπόριο- ήταν μικρούλα και στο έγκλημα.

Η εγκληματικότητα ήταν περιορισμένη. Τα σπουδαία αστυνομικά μυθιστορήματα που είχαν ήρωες γκάνγκστερς, δυναμικούς αστυνομικούς, ιδιωτικούς ντετέκτιβς, στη Βρετανία και την Αμερική διαδραματίζονταν, Βρετανούς και Αμερικανούς συγγραφείς είχαν. Και με βάση αυτά τα μυθιστορήματα ήκμασε η αστυνομική λογοτεχνία που, εκτός από μεγάλο αναγνωστικό κοινό, τροφοδότησε με σενάρια πλήθος ταινιών στην Αμερική, την Αγγλία και δευτερευόντως τη Γαλλία και την Ιταλία.

Εδώ, το «έγκλημα» δεν μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Τα περιοδικά του είδους ήταν δύο-τρία («Μάσκα» κλπ.) και δεν είχαν μεγάλο αναγνωστικό κοινό. Γι’ αυτό και έκλειναν, ύστερα από μικρή περίοδο ζωής. Η Ελλάδα, απ’ αυτή την άποψη, ήταν πάντα μία «επαρχία» της Ευρώπης, με μικροσυμφέροντα, μικροεκβιασμούς, ξυλοδαρμούς, που απασχολούσαν ελάχιστα τον κόσμο. Το αίμα δεν κυλούσε στις αθηναϊκές λεωφόρους.

Συμμορίες δολοφόνων άρχισαν να εμφανίζονται κάπως συχνότερα, πριν από 10-15 χρόνια, ενώ αντίθετα, οι πολιτικές αναστατώσεις, τα κινήματα, οι κομματικές συγκρούσεις, ακόμα και με τη χρήση όπλων, ήταν πολύ πιο συνήθεις. Τελευταία, όμως, πήραμε και εμείς τη σειρά μας στο χάρτη του αίματος. Δολοφόνοι από την Ελλάδα, αλλά και από τις γειτονικές, κυρίως, χώρες, στήσανε τα δικά τους «μαγαζιά» και τα «συμβόλαια θανάτου», οι απαγωγές και οι ληστείες πήραν τη θέση τους στην καθημερινή ειδησεογραφία, χωρίς να εκπλήττουν, πλέον, τον κόσμο.

Αυτές τις μέρες, ζούμε πάλι μια σκοτεινή ιστορία, με δολοφόνους, πιστολάδες, κακοποιούς που διευθύνουν «δουλειές» μέσα από τις φυλακές, υπόκοσμο που αναλαμβάνει να σκοτώσει, να τραυματίσει, να απειλήσει, να δείρει και να ανατινάξει κτίρια, με αμοιβή από 10.000 έως 200.000 ευρώ. (Εξαιρούνται οι «χοντρές εργασίες» που έχουν επίκεντρο απαγωγές εφοπλιστών ή άλλων μεγαλοπαραγόντων της οικονομικής ζωής). Και σε λίγο, όσο η οικονομική κατάσταση της χώρας θα επιδεινώνεται, το έγκλημα θα παίρνει όλο και ευρύτερες διαστάσεις.

Πάντως, το μικροέγκλημα που συνδέεται με τη λεγόμενη «προστασία», σύστημα που πρωτολάνσαρε η «Μαφία», ζει και βασιλεύει και στην Ελλάδα, εδώ και αρκετές δεκαετίες. Ιδίως τα νυχτερινά κέντρα, με «τραγούδι και γυναίκες», δεχόντουσαν πάντοτε εκβιασμούς από «προστάτες». Γι’ αυτό και οι ιδιοκτήτες αυτών των κέντρων, για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αναγκάστηκαν να προσλάβουν δικούς τους «φουσκωτούς», που αναλάμβαναν –και αναλαμβάνουν- να «καθαρίσουν» με τους «προστάτες».

Μου έλεγε ο Καζαντζίδης, πως όταν τραγουδούσε –τη δεκαετία του ’50 παρακαλώ- σε νυχτερινό κέντρο της Συγγρού, επειδή το δικό του μαγαζί γέμιζε από κόσμο, ενώ τα γύρω ήταν σχεδόν άδεια, κάθε νύχτα, διάφοροι τύποι, παράγγελναν ένα ποτό και ύστερα άρχιζαν τις φασαρίες, ώστε όσοι θαμώνες ήταν νοικοκύρηδες, να σηκώνονται και να φεύγουν. Και έτσι να δημιουργείται στον κόσμο η εντύπωση ότι στο εν λόγω κέντρο πέφτουν ξυλοδαρμοί και μαχαιρώματα και μ’ αυτό τον τρόπο η πελατεία να περιορίζεται αισθητά.

Αχ, Στέλιο, να’ ξερες που έχουν φτάσει, πλέον, τα πράγματα…

Λευτέρης Παπαδόπουλος

http://pisostapalia.blogspot.gr/