12.3.16
1.3.16
ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΛΙΔΟΡΙΚΙ
ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΛΙΔΟΡΙΚΙ..
ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ
ΠΑΛΙΕΣ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ..ΑΠΟΚΡΙΕΣ..
Μου έδιναν την εντύπωση , οι άνθρωποι εκείνη την εποχή , με το ατέλειωτο φαγητό τους , το μέχρι κραιπάλης ποτό τους και το ξέφρενο χορό τους , ότι φτάνει η συντέλεια του Κόσμου . Ένας μεγάλος συντελεστής του ξεφαντώματος αυτού ήταν το μασκάρεμα . Γιατί ο άνθρωπος κρυμμένος πίσω από μια μάσκα , κάνει πράγματα τα οποία ποτέ δεν θα έκανε , με το πραγματικό του πρόσωπο . Έχω ακούσει πάρα πολλές ιστορίες , σχετικά με την αποκριά από τους μεγαλύτερους , αλλά αυτή που θα σας διηγηθώ , την έζησα προσωπικά με τους φίλους που αναφέρω .
Το 1949 , τελευταία Κυριακή της αποκριάς , ο παπα Σπύρος ο Κοράκης , διάβασε στην εκκλησία , από την ωραία πύλη , μια ανακοίνωση της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Λιδορικίου που έκανε γνωστό σε όλους , " ότι απαγορευόταν η κυκλοφορία τη νύχτα και προπαντός , απαγορευόταν αυστηρώς το μασκάρεμα ". Προειδοποιούσε δε , ότι οι παραβάτες θα τιμωρούνταν παραδειγματικά . Αυτό έγινε , γιατί η κατάσταση ήταν ακόμα ανώμαλη λόγω των ανταρτών .
Τα νιάτα , όμως , ο παράς κι ο ..βήχας , κρύβονται ;..εμ..δεν κρύβονται …
Εκείνο λοιπόν το βράδυ , βρισκόμουν στο σπίτι της Κούλας Ζέκιου - που έζησε μετά , για χρόνια στην Αργεντινή - που τώρα δεν ζει πια , μαζί με άλλους . Κάποιος έριξε την ιδέα να ντυθούμε....
Επειδή δεν το είχαμε προγραμματίσει δεν αγοράσαμε και τις..κατάλληλες στολές . Τότε οι βιτρίνες , του Γκομόζια , του Πίτσιου , του Ευσταθίου , του Κρίκου , του Σκούτα και των άλλων καταστημάτων ήταν γεμάτες από στολές Κολομπίνας , Πιερρότου , Μαρκησίας , Αρσέν Λουπέν ....αμ..δε !....
Παρασύρθηκα , σας έφερα 35 χρόνια μετά και στην Αθήνα βέβαια . Στα καταστήματα εκείνα εύρισκες λίγα απ'όλα , αλλά όχι και στολές . Ούτε μάσκες απλές δεν είχαν . Τότε όμως δεν δίναμε σημασία στα ρούχα , που είναι σήμερα ένα μασκάρεμα επίδειξης , αλλά στο πηγαίο κέφι , το οποίο υπήρχε άφθονο εκείνη την εποχή , παρ' όλες τις δύσκολες στιγμές που περνούσαμε .
27.2.16
AΠΟΚΡΙΑΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ
Θωμάς Σιταράς http://www.paliaathina.com/gr
Από τις αναμνήσεις ενός παλαιού νοσταλγού
«Είμεθα παιδιά ακόμη τότε (σ.σ. ο συγγραφέας αναφέρεται στη δεκαετία 1890) δευτεροετείς φοιτηταί κ’ εμέναμε όλοι μαζί –που αλλού- στη Νεάπολι. Είχαμε νοικιάσει κάμαρα σ’ ένα σπίτι της οδού Ασκληπιού κ’ επληρώναμε για τη σάλα με δυό κρεβάτια 18 δραχμάς μονάχα, με την περιποίησι και τον πρωινό καφέ μαζί.Αργότερα το σπίτι αυτό η τρέλα τώκανε κάπως περίφημο με κάποιο σύλλογο των Αγάμων που είχαμεν ιδρύσει. Η αστυνομία του καιρού εκείνου των αμέμπτων ηθών το πήρε το πράγμα στα σοβαρά κ’ επενέβησαν θυμούμαι εισαγγελείς και ανακριταί και όλη η ιεραρχία της εξουσίας με την αποκάλυψη του τρομερού αυτού σκανδάλου που το είχε φαμπρικάρει ένας δημοσιογράφος –όνομα και μη χωριό- ατυχής αντεραστής ενός από την παρέα μας.
Το αποτέλεσμα ήτανε να διασυρθή μονάχα η δυστυχισμένη μας η Προεδρίνα, ένα αγαθώτατο και καλόκαρδο γεροντοκόριτσο –η Ασπασία- που είχεν αποστηθίσει όλην την «καρδίαν υπό πέτραν» του Ουγκώ κι’ ανέβαινε γεμάτη κέφι επάνω στην καρέκλα για να μας πή ότι το «εράν εστίν πτερυγίζειν». Ζήτω λοιπόν ο Έρως! Ενώ εμείς από κάτω εχαλούσαμε κυριολεκτικώς τον κόσμον από τις φωνές.
Εκείνη τη χρονιά η παρέα μας τώχε πάρει απόφασι να το γλεντήση στην αποκρηά. Κιθάρες, μαντολίνα και μια οκαρίνα μπήκανε αμέσως σ’ ενέργεια. Κ’ ένας αλησμόνητος φίλος μας εφρόντισε να της κάνη αποκριάτικες και να της μασκαρέψη με κόκκινες της φωτιάς κορδελλίτσες και φιογκάκια. Τα βιβλία μας –όσα δεν είχαμε πουλήσει σε ημέρες απενταρίας- τα είχαμε κλείσει για καλά και όλη την ημέραν εκάναμε πρόβες που είχανε αναστατώσει την γειτονιά.
Η σπιτονοικοκυρά μας η κακομοίρα έκλαιγε από το κακό της. «Πάει το σπιτάκι μου, μας έλεγε, πάει… Ντρέπομαι να βγώ στο παράθυρο να φωνάξω τον μπακάλη. Πω, πω κακό που έπαθα…».
Μα εμείς το χαβά μας. Έπρεπε να είμαστε έτοιμοι για τα βράδυα. Όπως, όπως είχαμε βρη και κάτι μασκαράδικα. Ένας θλιβερός ιππότης, ένας αρλεκίνος, δύο πιερότοι και μερικά παληά ντόμινα αποτελούσαν την μασκαράδικην εξάρτησί μας. Ο Θεός ξέρει πως τα εξοικονομήσαμε μαζί με κάτι χασάπικες φούσκες, απαραίτητες για το … καρπάζωμα των διαβατών.
Μόλις εβράδυαζε ετρώγαμε –βερεσέ πάντοτε- στο περίφημο ξενοδοχείο του Σαραντόπουλου στην οδόν Σόλωνος –αργότερα τώκλεισεν ο κακομοίρης γιατί τον πνίξανε τα βερεσέδια- ντυνόμαστε στο σπίτι κ’ εξεχυνόμαστε στο δρόμο κ’ εμπρός όπου μας έβγαζεν η άκρηα. Πρόγραμμα δεν είχαμε ποτέ.
Ένας από την παρέα μας –Αθηναίος αυτός- είχεν αναλάβει να μας εισαγάγη σε μερικά σπίτια, προστατεύοντας έτσι την επαρχιώτικην αγροικία μας και τον είχαμε γι’ αυτό σε μεγάλο σεβασμό και υπόληψιν… Όπου όμως επηγαίναμε μας εξανακαλούσαν και πάλι γιατί, τρελλόπαιδα όπως είμαστε, εσκορπίζαμε μια πραγματικήν ευθυμία και χαρά.
Χορός, απαγγελίες, τραγούδι, νταβατούρι και φωνή ανεστάτωναν κυριολεκτικώς το σπίτι που είχε την καλομοιριά να μας δεχθή… Και αφού ερχόμαστε στο κέφι λιγάκι, εβγαίναμε σαν σίφουνας στο δρόμο για να κατασταλάξωμε έπειτα από χίλιες δυό περιπλανήσεις σε κανένα κέντρο στην Ομόνοια όπου με μερικές μπύρες που πίναμε ξοδεύοντας όλες-όλες πέντε δραχμές εννοούσαμε να τα κάνωμε θάλασσα.
Ένα βράδυ όμως θυμούμαι δεν μας επήγε διόλου γούρι. Εκατεβαίναμε όλο κέφι από την οδόν Αγχέσμου (σ.σ. σημερινή Βουκουρεστίου) κ’ εσταματήσαμε σε μια γωνιά για να κάνωμε την κανταδίτσα μας. Μόλις όμως είχαμεν αρχίσει μας εμπλοκάρισεν ένας ολόκληρος λόχος από αστυφύλακες και μας επήρανε όλους στο φρέσκο… Είχαμε την ατυχία να σταθούμε κάτω από το σπίτι του Καλογερόπουλου που είτανε την εποχήν εκείνην Υπουργός των Εσωτερικών.
Φαίνεται πως ο μακαρίτης είχε πολύ νόστιμες υπηρέτριες και δεν τον άφηναν όλη τη νύκτα να κλείση μάτι από της καντάδες. Είχε δώσει λοιπόν διαταγή στην Αστυνομία να λάβη τα μέτρα της και μόλις εφανήκαμεν εμείς μας άρπαξαν αμέσως. Τυχερό και αυτό. Επεράσαμε λοιπόν μια φρικτή βραδυά στο κρατητήριο κ’ εστριμωχνόμαστε όλοι στο παράθυρο να πάρωμεν αέρα γιατί μας έιχε πνίξει η βόχα. Πρέπει κανείς να πάη στη ζωή του και λίγη φυλακή…
Στο Πανελλήνιο όπου πηγαίναμε συνήθως (σ.σ. πολύ γνωστό κέντρο γωνία Πανεπιστημίου και Εμμ. Μπενάκη) γινόταν σωστό πανδαιμόνιο. Είχε κέφι ο κόσμος. Τότε ο κόσμος εννοούσε να διασκεδάση με την καρδιά του. Ένα βράδυ επιάσαμε το χορό στη μέση του δρόμου, εκεί κοντά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Κάθε διαβάτη που περνούσε τον ετραβούσαμε θέλοντας και μη από το χέρι, και στο τέλος καταλήξαμε να χορεύομε σαν παλαβοί καμμιά πενηνταριά μαζί, που δεν ήξερεν ο ένας από πού βαστά η σκούφια του άλλου.
Μια ωραία πιεροτίνα μας έσερνε μπροστά το χορό και ο ιππότης της παρέας –περίφημος πυρπολητής καρδιών- αναλιγωνότανε που την έβλεπε και είχε φάει τα σίδερα για να την σύρη αυτός μπροστά. Λεβέντης όπως ήτανε εχόρευε περίφημο Καλαματιανό. Ούτε όμως έμαθε και άλλον από τότε. Καυχιόταν μονάχα πως αισθανόταν τόσο πολύ το ρυθμό της μουσικής που αρκούσε για να σηκωθή για να μείνουν εκστατικοί οι άλλοι από την αρμονία των χορευτικών κινήσεών του. Τι να του πής;…
Είχε λανσάρει εκείνην την Αποκρηά η παρέα μας ένα τραγούδι του Ραμπαγά «τα περασμένα μας τα νειάτα». Ίδρωσεν για να μας το μάθη ο κακομοίρης ο μουσικοδιδάσκαλος της παρέας μας ο καλόκαρδος Μιχάλης. Αργότερα το τραγουδούσε όλη η Αθήνα από την μια άκρη έως την άλλη. Εγώ όμως θυμούμαι όλο και εφάλτσαρα και ο πλέον προοδευμένος στη μουσική από την παρέα μας, ένας δικηγόρος, όλο και με γκρίνιαζε.
-Μα καυμένε si do re mi re fa mi re do si … μάθε το τέλος πάντων!
Μα εγώ ήμουνα όπως και είμαι ακόμη ανεπίδεκτος φαίνεται μαθήσεως. Όλο και εφάλτσαρα ως που στο τέλος ενευρίαζε πραγματικά κ’ έφευγε… Είσαι φρικτός, μούλεγε, είσαι απαίσιος!
Εκείνη τη χρονιά ήτανε και Καρναβάλι, που όλοι ελέγανε πως θα περνούσε και το περίφημο καρναβάλι της Νίτσας. (σ.σ. εννοεί της Νίκαιας στη Νότιο Γαλλία). Όλη η Αθήνα επί ημέρας δεν μιλούσε για τίποτα άλλο. Σύλλογοι, σωματεία, επιχειρηματίαι όλοι ήσαν στο πόδι. Και την τελευταία Κυριακή δεν έμεινε στο σπίτι της κουτσή Μαρία.
Η παρέα μας φυσικά έλαβε και αυτή μέρος. Μπήκαμε σε δυό αμάξια –αφού είχαμε πάρει προηγουμένως την απόφασι να μη φάμε έπειτα επί τρείς ημέρες- κ’ εκατεβήκαμε στην Ομόνοια που ήτανε το κέντρον της εκκινήσεως. Τα μαντολίνα και η κιθάρες δεν έλειψαν εννοείται και ούτε μια στιγμή δεν εβάλαμε γλώσσα μέσα. «Τα περασμένα μας τα νειάτα, τα νειάτα μας».
Από το δρόμο που επερνούσαμε –κύμα από δροσιά, ζωή και νειάτα- ο κόσμος μας εχαιρότανε, μας εχειροκροτούσε και μας πετούσε λουλούδια και σερπαντίνες. Που και που όμως μας ερχόντανε κατακέφαλα και κανένας βώλος από παληόχαρτα πεταγμένος από κανένα χαμίνι. Κ’ εμείς άλλοι όρθιοι και άλλοι καθιστοί εχαιρετούσαμε κ’ εστέλλαμε φιλιά δεξιά και αριστερά. «Τα περασμένα μας τα νειάτα, τα νειάτα μας».
Θυμούμαι ακόμα ζωηρότατα την είσοδο του Καρνάβαλου. Η ατμόσφαιρα είχε γεμίσει από τραγούδια, ξεφωνητά, γέλια και ήχους οργάνων. Θυμούμαι ακόμα και το τραγουδι που απήγγειλε ο Καρνάβαλος στην είσοδό του:
Ότι όλοι είσθε μασκαράδες και κοθόνια
Να μου πήτε ήτο περιττό
Σας ξέρω από τα παληά σας χρόνια
Για τούτο και εγώ σας χαιρετώ
Όσο στον κόσμο βλέπουμε ποδόγυρο
Κι’ όσο ακόμη έχουμε πατρίδα
το ράσο δεν θα κάνη τον καλόγηρο
Ούτε τον μασκαρά η προσωπίδα…
Καυμένα χρόνια! Που η χαρά τριγυρνούσε στο δρόμο και η Αθήνα ξεκαρδιζότανε με το τίποτα. Με τον Φασουλή, την Γκαμήλα, το Γαιτανάκι και μερικούς παληάτσους που έκαναν τούμπες…
Ας έλθωμεν τώρα και στη σημερινήν εποχή (σ.σ. 1927)
Το καρναβάλι έχει χάση την ποίησι του, έχασε και το πνεύμα του, έχασε και την φυσιογνωμία του. Με όλη την ακρίβεια της εποχής της σημερινής κανένας πια σχεδόν δεν τραγουδεί τώρα την αποκρηά το παλιό αξέχαστο τραγούδι
«Στης ακρίβειας τον καιρό
Θέλησα να παντρευτώ…».
Από τις εφημερίδες έμαθα ότι ιδρύθη τελευταία ένας σύλλογος «επιστροφέων εισιτηρίων χορού!!». Έγινε τόση αύξησις της χορομανίας και τόση κατάχρησις των ευεργετικών χοροεσπερίδων ώστε να ευρεθή και το αντίδοτον. Η ωργανωμένη επιστροφή του εσιτηρίου.
Είχαμε πάη προχθές με ένα φίλο στο «Καπρίς». Έμπαινα για πρώτη φορά στο χορευτικοκοσμικό αυτό κέντρο. Ήμουν περίεργος να ιδώ πως διασκεδάζει η σύγχρονος Αθήνα. Ο χορός είχεν οργανωθή από κάποιο φιλανθρωπικό σωματείο για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό.
Από αποκρηάτικο πνεύμα, από κέφι, από διασκέδαση, ούτε ίχνος. Όσοι εχόρευαν ενόμιζες ότι προσηύχοντο. Ήτο και η νέα τεχνοτροπία της μουσικής η οποία ενόμιζες ότι είχε πιεί ψαροκόκκαλο.
Δίπλα εις το μπουφέ είδα εγκατεστημένο ένα βλοσυρό κύριο που σκυμμένος εις ένα χαρτί γεμάτο αριθμούς έβλεπε τα γκαρσόνια με λοξό μάτι και αυτά τον έβλεπαν με λοξότερο.
-Είναι ο διευθυντής του καταστήματος; Ερώτησα.
-Όχι, είναι ο υπάλληλος του Υπουργείου των Οικονομικών. Κρατεί λογαριασμό της καταναλώσεως για να εισπράξη τα τριανταδυό τοις εκατό φόρο του Δημοσίου.
Άλλος φορατζής όμως υπήρχε και εις την πόρτα ο οποίος τσακωνόταν με δυό κυρίους της οργανωτικής επιτροπής του χορού και εισέπραττε και αυτός τα σαράντα τοις εκατό επί της τιμής του εισιτηρίου.
Δεν επεχείρησα να ξαναπάω σε άλλο χορό και εμελαγχόλησα ακόμη περισσότερο περνώντας την άλλη νύχτα από το Πανελλήνιο.
Το καρναβάλι είχε χαθή και από τα κέντρα της Ομονοίας. Ζυθοπωλεία, καφενεία, ζαχαροπλαστεία έγραφαν: «Απαγορεύεται το σερπαντέν και τα άσματα¨. Εκείνο το μεταξύ της οδού Πανεπιστημίου και Σταδίου στενό ήτο παγερό και έρημο υπενθυμίζον εξωφρενικάς εικόνας από τον βόρειον πόλον…
Με όλη την αυξηθείσαν εις το εκατονταπλάσιον χορευτικήν κίνησιν βγάζω το συμπέρασμα ότι καρναβάλι σήμερον δεν υπάρχει εις τας Αθήνας. Η λαϊκή και οικογενειακή του μορφή έλειψεν εντελώς και απέθανε και η κοινωνική του μορφή με τον θάνατο του Κομιτάτου (σ.σ. η επιτροπή που οργάνωνε τις εκδηλώσεις).
Δεν ανήκω εις τον «Φυσιολατρικόν Σύνδεσμον» ο οποίος οργανώνει μεγάλας εκδρομάς εις την ύπαιθρον τας δύο αυτάς ημέρας των Απόκρεω. Αλλά τι να κάνω. Αν εξακολουθήση να πηγαίνη έτσι το καρναβάλι μας δεν θα είμαι μόνος εγώ του χρόνου που θα αυξήσω τον αριθμόν των Αθηναίων φυσιολατρών».
«Ελεύθερος Λόγος» 1927
http://www.protothema.gr/
Πίσω στα παλιά
22.2.15
EN ΑΘΗΝΑΙΣ …ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΑΠΟΚΡΙΑ
Τελευταία Κυριακή αποκριάς και με την Καθαρή Δευτέρα σχόλη όπως έλεγαν
στα σπίτια της γειτονιάς γινόντουσαν γλέντια...μασκέ.
Ότι είχε ο καθένας στο σπίτι και το έκανε αποκριάτικη στολή...
από τον ψιλικατζή μια χάρτινη μουτσούνα και ένα χάρτινο καπέλο και έτοιμος.
Το κάλεσμα είχε γίνει από την προηγούμενη ημέρα και ο κάθε καλεσμένος
κατέφθανε με την κατσαρόλα του.
Όλα επάνω στο αποκριάτικο τραπέζι και η νταμιτζάνα με την ρεφενέ ρετσίνα
κάτω από αυτό.
Τα παιδιά στο διπλανό δωμάτιο να πετάνε χαρτοπόλεμο και σερπαντίνες....
Οι γηραλέοι στις καλύτερες θέσεις και πρώτα σε αυτούς το σερβίρισμα
που ήταν κρέας και έπρεπε να φαγωθεί γιατί άρχιζε η νηστεία και αυτοί
την τηρούσαν φανατικά.
Όταν λέμε κρέας λέμε κατεψυγμένο και στον φούρνο με πατάτες...
Είχε κρυώσει από το μεσημέρι και είχε σκληρύνει ακόμα περισσότερο...
Οι μασέλες έπαιζαν καστανιέτες και τίποτα δεν γινότανε οπότε το κατέβαζαν
αμάσητο από την λαχτάρα να φάνε αλλά και να μην κάνουν ζημιά στα ψεύτικα δόντια.
Γέλια...αστεία...πειράγματα και φυσικά τραγούδι και εβίβα...
«το γελεκάκι που φορείς
εγώ το΄χω ραμμένο
με πίκρες και με βάσανα
το’χω φοδραρισμένο
άντε το μαλώνω, το μαλώνω
άντε κι ύστερα το μετανιώνω
άντε το μαλώνω και το βρίζω
άντε την καρδούλα του ραγίζω…»
Τα φαγητά που περίσσευαν δεν θα τα πετούσαν λόγω νηστείας την επομένη
ημέρα.
Το φαϊ ήταν αμαρτία να το πετάξουν αν και άρχιζε η νηστεία...
Η δικαιολογία έτοιμη....την λέμε Καθαρή Δευτέρα γιατί καθαρίζουμε
τα πάντα που έχουν μείνει δηλαδή τα τρώμε.
Στη συνέχεια οι μασκαράδες θα άρχιζαν τις επισκέψεις στα γειτονικά σπίτια...
Χτυπούσαν την πόρτα άλλαζαν την φωνή τους για να μην τους αναγνωρίσουν
έπαιρναν το κέρασμα και έφευγαν.
πίσω στα παλιά
19.2.15
“ ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΑΘΗΝΑΪΚΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ “
Κειμενο ντοκουμεντο
Το παρακάτω κειμενο για τις Αθηναικές Απόκριες δημοσιεύτηκε το 1930 στην εφημερίδα 'Ελεύθερο Βήμα', ειναι ενα απο τα πολλά κείμενα που έγραψε ο Κώστας Ουράνης την εποχή εκείνη με αφορμή τα ταξίδια του σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Τα κείμενα αυτα αργότερα, ως μια συλλογή ταξιδιών, έγιναν βιβλίο με τίτλο Ταξίδια: Ελλάδα (εκδόσεις Εστία).
Σχετικά με τα κείμενα ο Ουράνης ειχε πει: "Τα Ταξίδια στην Ελλάδα αναφέρονται στην Ελλάδα. Δεν εχουν όμως τιποτα το documantaire , δεν εικονίζουν την Ελλάδα της εποχής μεταξύ των δύο πολέμων. Ειναι εντυπώσεις καθαρά υποκειμενικές και τις περισσότερες φορές, συναισθηματικές. Ο τόνος σ'αυτές δεν ειναι σε οτι είδα αλλα στο τι αισθάνθηκα μπροστά σε ο,τι έβλεπα. Εκφράζουν τα κινήματα της ψυχής και της φαντασίας που μου προκαλούσαν τα μέρη που επισκεπτόμουν."
Παραθέτουμε το παρακάτω κείμενο απο τα ταξίδια του Ουράνη με αφορμή τις φετινές απόκριες και ίσως ενα κλίμα νοσταλγίας που επικρατεί και που όπως θα δείτε και στο κείμενο πάντα υπήρχε, καθως η κάθε εποχή νοσταλγει μια εποχή παλια, καλύτερη απο αυτή. Απολάυστε το!
14.2.15
20.2.13
ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ
Κάθε μας λύπη μακριά
κι ανοίξτε τα βαρέλια
και την τρελλή Αποκρηά
με γέλια και με γλέντια
Κάθε λεβέντης από μας
και κάθε παλληκάρι
ας τραγουδήσει κι ας χαρεί
κι όποια τ' αρέσει ας πάρει...
Και μετά την αναδρομή σε πρόσφατες αποκριές ( για να μη νομίζετε ότι είμαι και μεγάλη, θα παραμείνω δεσποινίς ετών 39 για το υπόλοιπο του βίου μου), μ' έπιασε να ψάχνω για τις αποκριές της παλιάς Αθήνας, τότε που ήταν τόσο μικρή ώστε όλοι ήταν μια παρέα, όλοι ήταν γνωστοί.
Από τα "Αθηναϊκά", το περιοδικό του Συλλόγου των Αθηναίων διαβάζω για τον εορτασμό της Αποκρηάς ( όπως την έγραφαν τότε, με η).
Ο Σύλλογος των Αθηναίων ιδρύθηκε το 1895 ως Αθηναϊκός Σύλλογος" και λειτουργεί ως τις μέρες μας. Από το 1955 εκδίδει τα Αθηναϊκά με άρθρα σχετικά με τη ζωή, τις ιστορίες και τα έπη της Αθήνας.
Σ' ένα απ' αυτά, του 1968, ο Κώστας Δημητριάδης, στέλεχος του ΕΟΤ, γράφει για το "Το καρναβάλι στην Αθήνα την παλιά". Ως παλιά Αθήνα εννοούσε την Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα. Ιδού.
"Τα πολιτικά κι όλα τ' άλλα τερτίπια κι αλληλοτρωγώματα που τριβέλιζαν ανέκαθεν τα μυαλά των Αθηναίων, παραμέριζαν τις Απόκριες στη μικρή ακόμα τότε πρωτεύουσα, κι όλες κι όλοι δε μιλούσαν παρά για τα "Μπαλ Μασκέ" στα "μεγάλα" σπίτια, όπως του Σερπιέρη, του Μαυρομιχάλη κι άλλα, σε δημόσιους αποκρηάτικους χορούς όπως του Δημοτικού Θεάτρου, του Παρνασσού, της Αγγλικής Πρεσβείας, της Ρωσικής, αργότερα του χορού των Συντακτών και για το γλεντοκόπημα στις ξακουστές τότε ταβέρνες της Πλάκας και του Ψυρρή. Του Τζουτζούρη, του Καβαλλάρη, του Παπαχειμώνα, του Γάκη, του Ρούκουνα, του Κρητικού, του Καρούμπαλα, του Ζαφείρη, του Αλήκοκο και τόσες ακόμα.
Στα σπίτια που δεχόντουσαν παρέες μασκαράδων, για να επιτρέψουν την είσοδο τους, αφού ο αρχηγός της παρέας χτύπαγε το ρόπτρον, ανασήκωνε τη μάσκα του για να τον αναγνωρίσει ο οικοδεσπότης και τότε έπαιρνε την άδεια για να περάσει μέσα με τους φίλους του χωρίς να έχει την υποχρέωση να βγάλει κανένας τους τη μάσκα.
Στα ποιητικά σαλόνια του Σουρή όμως οι παρέες των μασκαράδων έμπαιναν ελεύθερα , χωρίς ανασήκωμα της μάσκας.
Ο μπουφές της Αποκρηάς στο σπίτι του Σουρή και της φιλόξενης κυρίας του, της μαντάμ Μαρή, δεν ήταν βέβαια τόσο πλούσιος όσο στου Σερπιέρη.
Οι αυτοσχέδιοι όμως στίχοι πασπαλισμένοι με μπόλικον "Αττικόν Αλας" ήταν πλουσιότατοι και χάριζαν το γέλιο.
Στα σαλόνια του Σουρή πάντα παρόντες οι "μεγάλοι" φίλοι του, ο Παλαμάς, ο Δροσίνης, ο Καμπούρογλου, ο Λάσκαρης, ο Βελιανίτης, ο Μπάμπης Άννινος, ο Τσοκόπουλος, ο Πωπ, ο Στρατήγης, ο Σκόκος, ο Νιρβάνας και άλλοι.
Κάποια αποκρηάτικοι βραδιά, έκαναν την παρουσία τους στου Σουρή δυο υψηλότατοι μασκαράδες με ντόμινα. Ο Αννινος ψιθύρισε στη μαντάμ Μαρή πως ήταν οι πρίγκηπες Νικόλαος και Ανδρέας. Η κα Σουρή άρχισε τότε τις ρεβεράντσες... Σε λίγο όμως οι δύο μυστηριώδεις "πρίγκηπες" έβγαλαν τις μάσκες και δεν ήταν άλλοι από τους "υψηλότατους" αδελφούς, τον Κοκό και το Βασιλάκη Μελά.
Και να πως σατίριζε ο Σουρής στο "Ρωμηό" του το καρναβάλι της Αθήνας.
" Γλέντα λοιπόν Αποκρηά μασκαρεμένη χώρα
που ένα μόνο έμαθες στα φανερά να κλέβεις
Να γίνεσαι ρεντίκολο κάθε στιγμή και ώρα
που όλα τα μασκάρεψες κι όλα τα μασκαρεύεις
Εξω λοιπόν οι λύπες, έξω κακή καρδιά
και πάλι Καρναβάλι ανοίγει βρε παιδιά. "
"...Η βασίλισσα του λαϊκού καρναβαλιού ήταν η Γκαμήλα. Την έφτιαχναν στις αυλές του Ψυρρή με λίγα σανίδια, λίγες προβιές, παλιά χαλιά, μια μασέλα αλόγου και πολλή φαντασία. Οι γαβριάδες της γειτονιάς χωνόντουσαν,μικροί σατανάδες, από κάτω της και τη ζωντάνευαν, τη χόρευαν, την έτρεχαν, την έκαναν ν' αρπάζει καπέλα, πορτοφόλι,κουλούρια, ακόμη και να δαγκώνει.
Διάσημος Πετραλωνίτης γκαμηλιέρης ήταν τότε ο Βαγγελάρας με τ' όνομα.
Μα με τα χρόνια τον έφαγε το "ποτήρι " και μια μέρα πέθανε κάτω στα Καρναβάλια.
Ο Τίμος Μωραϊτίνης τότε, που ήταν μέγας θαυμαστής του, του έγραψε αυτόν τον επικήδειο
...Κι ο Βαγγελάρας πέθανε.
Κι οι φίλοι του τον κλάψανε
μ' αληθινό τους δάκρυ
Μουτζούρη τον επήγανε, μουτζούρη τον εθάψανε
κι εγράψανε στην άκρη
Εδώ κοιμάται ήσυχα ένας μεγάλος φουκαράς
που η δουλειά του ήτανε να είναι μασκαράς.
"...Τα επίσημα καρναβάλια τα διοργάνωνε μια επιτροπή, το λεγόμενο "Κομιτάτο της Αποκρηάς", με επικεφαλής το Δήμαρχο. Συγκέντρωνε χρήματα από τους εμπόρους , το Δήμο,τους ταβερναρέους κι έστηνε ξύλινες εξέδρες στην οδό Σταδίου, στην οδό Κοραή απ' όπου θα περνούσε η μεγάλη παρέλαση από λουλουδιασμένα άρματα, άλλα με αρχαίες παραστάσεις,που έσερναν έξι και οχτώ άλογα, πολλά στολισμένα αμάξια με μασκαρεμένες χορωδίες, πλούσιο άρμα με τον Καρνάβαλο, άλλο άρμα με τη βασίλισσα της Αποκρηάς, άλλο με το "Πανεπιστήμιο", που απ' τη μια μεριά έβγαζαν από το φούρνο νεαρούς φοιτητές κι απ' την άλλη έβγαζαν ...τούβλα κι άλλα πλήθη από ομίλους εύθυμων μασκαράδων με συμβολικά σατιρικά κοστούμια."
"...Ο πιο μεγάλος συνωστισμός γινότανε στο σταυροδρόμι των οδών Κυδαθηναίων και Αδριανού, όπου και το σπίτι του ποιητού Γεωργίου Δροσίνη.
Πόσο χαιρόμουν τα Καρναβάλια τότε απ' το παράθυρο μου και ποσο θαύμαζα, σαν παιδί, την περίφημη παρέλαση του άρματος με την "Αρπαγή της Ωραίας Ελένης" που ήτανε ...αρσενικά και φρεσκοξουρισμένη... ιστορούσε ο ποιητής της Ανθισμένης Μυγδαλιάς.
Ξέφτισε όμως το Αθηναϊκό καρναβάλι και ύστερα από τις αντάρες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, έμεινε ανάμνηση.
Το 1930 ωστόσο, κάποιοι παλιοί Αθηναίοι με τη στήριξη του Ε.Ο.Τ. συνέστησαν πάλι ένα Κομιτάτο της Αποκρηάς και το 1931 διοργάνωσαν τις αποκρηάτικες γιορτές.
Τότε βραβεύτηκε και το καλύτερο τραγούδι της αποκριάς σε στίχους Στέλιου Χειλαδάκη.
Μέσα στης Πλάκας τα στενά
και στου Ψυρρή γλέντι αρχινά
κι ανάβει και κορώνει
και στον παλιό καλό σκοπό,
θα γίνει χαλασμός
θα ξεχαστούν οι πόνοι....
...Η νύχτα απόψε είναι μακριά
και μέσα στην Αποκρηά
ξανάζησε η Αθήνα!
Οταν πια, με τη δικατορία του Μεταξά, απαγορεύτηκε αυστηρά η μάσκα, σταμάτησε οριστικά ο εορτασμός της Αποκριάς".





