Showing posts with label ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ. Show all posts
Showing posts with label ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ. Show all posts

18.4.12

1864 ΓΙΑΛΟΒΑ ΚΑΝΤΙΚΙΟΪ–1976 ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ ΑΤΤΙΚΗΣ

Αληθινή αφήγηση από τη Σεβαστή Κοκκίνου

Πέρασαν πολλά χρόνια Είχα μεγαλώσει πια. Χρόνια μετά την καταστροφή, και το μεγάλο διωγμό, ζούσα ακόμα και το μυαλό μου έκοβε ξυράφι. Μας ειδοποίησαν απ την Πόλη πως ο αδερφός μου που είχε μείνει εκεί ήταν πολύ άρρωστος. Όλα αυτά τα χρόνια μάθαινα νέα του αλλά δεν έτυχε ποτέ να πάω να τον δω. Δεν περίμενα πως θα έκανα ταξίδι. Κι όμως θες η νοσταλγία για τον τόπο μου θες ότι ήθελα να δω τον αδελφό μου. Τι να φοβηθώ άραγε; μην πεθάνω; Άμα είναι να πέθαινα ας πέθαινα στον τόπο μου. Έφυγα με το καράβι. Πήγα να δω τον αδερφό μου. Τον πρόλαβα ζωντανό. Όμως εκείνο που θυμάμαι πιο πολύ είναι πως είχα την επιθυμία να δω το σπίτι μου. Εκείνο που είχα εγκαταλείψει χωρίς να το θέλω. Κάποιος ανεψιός μου προθυμοποιήθηκε να με πάει. Πόσο συγκινημένη ήμουνα που θα πήγαινα. Έβλεπα τα σοκάκια και τα θυμόμουνα ένα ένα. Εδώ έμενε ο Γιώργης, εδώ η Δωροθέα, εδώ η Μαρίκα, εδώ ο Μηνάς, εδώ ήταν το μπακάλικο εδώ το μανάβικο εδώ ο γαλατάς. Τα θυμόμουνα σαν να ήταν χτες Μετά λίγη ώρα φτάσαμε στο σπίτι. Σαν να μην είχε περάσει μια ώρα. Συγκινήθηκα. Νόμιζα ότι θα πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Ο ανεψιός μου μπήκε στον κήπο. Ένας μεσήλικας τούρκος με τη γυναίκα του ήταν στον κήπο. Ο ανεψιός μου του μίλησε στα Τούρκικα. Του είπε ποια είμαι. Ταράχτηκε. Ήρθε κοντά μου και μου φίλησε το χέρι Σαν να δάκρυσε μου φάνηκε. . Κάτι ψέλλισε στα τούρκικα. Είπε πως τους φέρανε, είπε πως λυπότανε.. Μα δε με ένοιαζε. Εμένα με ένοιαζε πως έβλεπα το σπίτι μου. Μου είπε να μπω μέσα. Μπήκα και θυμήθηκα τη ζωή μου όλη. Εδώ ήταν τότε το μιντέρι εδώ ήταν τότε το τραπέζι και οι καρέκλες. Η κουζίνα μου η τραπεζαρία μου. Εδώ έβαζα τα ασπρόρουχα εδώ είχα το σίδερο με τα κάρβουνα. Κάθε γωνιά και μια μνήμη κάθε γωνιά και μια εικόνα. Σε λίγο βγήκαμε και κάτσαμε στον κήπο. Με έβαλε να κάτσω σε μια πολυθρόνα. Μας έφερε γλυκό και νερό να μας κεράσει η Τουρκάλα. Κι όλο με κοίταγε. Κάτσαμε λίγη ώρα, Μεγάλη γυναίκα ήμουνα. Δεν μπορούσα να κάτσω άλλο. Έπρεπε να φύγω. Δεν άντεχα άλλο την κούραση αλλά κυρίως με σκότωνε η συγκίνηση. Του το είπαμε. Πετάχτηκε σαν ελατήριο. Περίμενε κυρά, μου είπε. Έφυγε για λίγο και ήρθε μετά από λίγο κρατώντας ένα χαρτονένιο κουτί. Πήγε λίγο πιο πέρα στον κήπο και πήρε ένα σκαλιστήρι. Έσκαψε και με τις χούφτες του γέμισε το κουτί με χώμα.Έβαλε μέσα κι ένα ρόδι. Το έκλεισε με το καπάκι και μου το ‘δωσε. Παρ το μου είπε, να θυμάσαι το σπίτι σου. Αφού δεν πέθανα εκείνη την ώρα δεν θα πέθαινα ποτέ. Το κράτησα στον κόρφο μου σαν το πιο πολύτιμο φυλαχτό. Έκλαιγα με αναφυλλητά. Μου έπιασε ξανά τα χέρια και μου τα φίλησε. Έκλαιγε κι αυτός Μας αποχαιρέτισε με ευχές. Γύρισα το κεφάλι μου και τον είδα στην αυλόπορτα να μας χαιρετάει. Το κουτί με το χώμα το έσφιξα στην αγκαλιά μου όσο πιο δυνατά μπορούσα. Είχα ένα κομμάτι απ την γη μου την αγαπημένη μου μαζί μου. Και θα την είχα μέχρι να πεθάνω.

Αληθινή αφήγηση από τη
Σεβαστή Κοκκίνου (1864 Γιάλοβα Καντικιοϊ – 1976 Ηλιούπολη Αττικής)

Και για την αντιγραφή
Αλέκος Παπανδρέου (δισεγγονός)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 1900 - ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ ΑΤΤΙΚΗΣ 1990

 

 

Αφήγηση Θεανώς συζύγου Δημητρίου Κόντου

 

Ο άντρας μου ο Δημητρός είχε φύγει λίγο καιρό πριν για την Ελλάδα. Δούλευε σε μια εγγλέζικη ασφαλιστική εταιρεία και είχε ακούσει πως ετοιμαζόταν κάτι μεγάλο. Ήρθε και μου τόπε. Άκου να σε πω Θεανώ  Εγώ θα φύγω σε λίγες μέρες θα πάω στην Αθήνα να βρω ένα σπίτι να το ετοιμάσω και να έρθετε. Του πα πως φοβόμουνα να μείνω αλλά εκείνος με καθησύχασε. Δεν θα γίνει τίποτε ακόμα. Σε μια δυο εβδομάδες θα σας ειδοποιήσω.

Έφυγε την άλλη μέρα.  Κι έμεινα εγώ με τη μάνα μου τον αδερφό μου τον Αλέκο τη μικρή μου αδερφή την Ελένη και το μωρό τη Μαρικούλα που ήταν 2 χρονών. Αυτό το μωρό είχε κάτι μάτια, μα κάτι μάτια, μαύρα σαν κάρβουνα.

Σκεφτόμουνα που θα πάμε και τι θα κάνουμε σε ξένο τόπο. Το σπίτι μας εδώ ήταν παραδεισένιο. Με τα χαλιά του, τα κεντήματα του,  τα μπακίρια του, τα έπιπλα του  και την αυλή του τον κήπο με τα ζαρζαβάτια μέχρι και σηροτροφείο είχε φτιάξει η μάνα μου κι εμπορευότανε μετάξι. Είχαμε τον τρόπο μας.

Και το μωρό μου; Αυτό ήταν που με φόβιζε περισσότερο. Τι θα γινότανε με το μωρό. Η μάνα μου ήταν σκληρό καρύδι, Γενναία γυναίκα. Μη φοβάσαι τίποτε είπε  Θα πάρουμε ότι μπορούμε και μόλις μας ειδοποιήσει ο Δημητρός θα φύγουμε. Θα φτιάξουνε τα πράγματα και θα ξαναγυρίσουμε. Το ‘λεγε μα δεν το πίστευε. Ήξερε τι μαγειρευότανε. Το άκουγε απ τις γειτόνισσες Ελληνίδες και Τουρκάλες.

Γι αυτό ετοιμαζότανε. Άρχιζε να μαζεύει ότι θεωρούσε πολύτιμο και τα ‘βαζε στο τέγκι  Σε μια γωνιά πάνω σε ένα τραπεζάκι είχαμε μια ραπτομηχανή χειρός. Σε ξύλινη βάση με ένα καπάκι που χε χαραγμένο επάνω το όνομα Singer με φιλντισένια γράμματα. Της την είχαν δώσει προίκα τότε που παντρεύτηκε τον άντρα της το 1895. Μεγάλο δώρο για την εποχή εκείνη. Και μ αυτή γάζωνε και ρουχαλάκια και πάνες του μωρού και έκανε κι ένα σωρό άλλα.

Σε λίγες μέρες  ήρθε το τηλεγράφημα. Ο Δημητρός τα είχε κανονίσει όλα. Εν τω μεταξύ οι φασαρίες είχαν σχεδόν αρχίσει. Η μάνα μου η Σεβαστή μας ξύπνησε. Ξυπνάτε και φεύγουμε τα πράγματα δεν είναι καλά.

Αλαφιάστηκα. Πήρα το μωρό αγκαλιά. Οι υπόλοιποι είχαν ετοιμαστεί. Μόνο ο αδερφός μου ο Αλέκος μας είπε ότι θα ‘μενε. Γιατί παιδάκι μου τον ρώτησε η μάνα μου. Για να σώσω ότι μπορώ είπε. Θα έρθω αργότερα. Δούλευε άλλωστε και είχε να τακτοποιήσει κάτι πράγματα, αν μπορούσε

Ξεκινήσαμε με το μωρό, η αδελφή μου η Ελένη η μάνα μου η Σεβαστή  κι εγώ. Είχαμε το  τέγκι ανά χείρας και βέβαια  τη ραπτομηχανή. .Στο λιμάνι τα καράβια περιμένανε. Κόσμος πολύς υπήρχε αλλά όχι ιδιαίτερη φασαρία. Μόνο ένας σχετικός αναβρασμός.

Πήγαμε για το πλοίο. Στη σκάλα ανέβηκα πρώτα εγώ με το παιδί. Από πίσω η μάνα μου. Όπως ανέβαινε τη σκάλα σκόνταψε. Η μηχανή της έφυγε  απ το χέρι κι έπεσε στη θάλασσα. Τρελάθηκε. Ανάθεμα με βλαστήμησε. Έμεινε λίγο σκεφτική. Κατέβηκε ξανά στο ντόκο. Απέναντι σε ένα σπίτι καθόταν ένα μικρό Τουρκάκι καμιά 12αριά χρονών  με την πλάτη στον τοίχο. Έλα εδώ μπρε΄του είπε στα Τούρκικα. Να σε πω θέλω   Ο μικρός την πλησίασε. Έξυπνο μουτράκι με λαμπερά μάτια.  Θα σε δώσω παράδες του είπε αν μου πιάσεις τη μηχανή που ‘πεσε στο νερό. Το είδες δεν το είδες;  Ο μικρός κούνησε το κεφάλι Το είδα της είπε. Πλησίασε στην άκρη του νερού και  χωρίς να διστάσει βούτηξε. Ανάμεσα στο πλοίο και το ντόκο. Σε λίγες στιγμές ανέβασε τη μηχανή. Η μάνα μου αναστέναξε με ανακούφιση. Έβγαλε ένα μικρό πορτομονέ και του ‘δωσε παράδες. Αρκετά λεφτά. Ο μικρός χαμογέλασε κι έφυγε. Η μάνα μου αγκάλιασε τη μηχανή σαν να ‘τανε το πιο πολύτιμο αγαθό κι ανέβηκε στο καράβι.

Σε λίγες ώρες φύγαμε. Δεν γυρίσαμε το πρόσωπο να δούμε τι αφήναμε πίσω, δεν το αντέχαμε. Άραγε θα γυρίζαμε ποτέ πίσω;  Στον Πειραιά μας περίμενε ο Δημητρός. Άλλη χώρα άλλες συνθήκες. Μια ζωή ν αρχίσουμε ξανά απ την αρχή. Η ζωή μας άλλαξε. Οριστικά.

Αλλά η μηχανή μηχανή. Πόσα και πόσα δεν γάζωσε όλα τα υπόλοιπα χρόνια. Μα πιο πολύ ποιος νομίζετε ότι τη χρησιμοποιούσε;  Eκείνο το μωρό με τα μεγάλα μαύρα μάτια που μεγάλωσε κι έγινε μια πανέμορφη κοπέλα, η Μαρικούλα. Μαγικά πράγματα έκανε μ αυτή τη μηχανή, μαγικά.

Αφήγηση Θεανώς συζύγου Δημητρίου Κόντου

Κωνσταντινούπολη 1900 – Ηλιούπολη Αττικής 1990

Και για την αντιγραφή Αλέκος Παπανδρέου (εγγονός)

12.1.12

ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΕΧΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ

Κατερίνα Λυμπεροπούλου

 

Η σκηνοθέτρια Μαρία Ηλιού µιλάει για το ντοκυµαντέρ και τη φωτογραφική έκθεση µε ανέκδοτο υλικό

Τη Σµύρνη µπορείς να την έχεις πάντα µαζί σου


Γεννήθηκε στην Αθήνα, η Σµύρνη όµως υπήρχε παντού στη ζωή της στο διαµέρισµα της οδού Σόλωνος όπου µεγάλωνε. Από µικρή άκουγε τις ιστορίες που διηγούνταν ο πατέρας της Ανδρέας Ηλιού, ο οποίος έφυγε από τη Σµύρνη το ‘22, παιδί ακόµη, µετά την Καταστροφή, µαζί µε τα κύµατα των προσφύγων που αναζητούσαν τη σωτηρία στην απέναντι στεριά.
«Από τα πρώτα χρόνια της ζωής µου η Σµύρνη µε στοίχειωνε» λέει η σκηνοθέτρια Μαρία Ηλιού. «Ηταν εκεί, στις κουβέντες µας, στα όνειρά µας και στους εφιάλτες µας. Η αποδοχή του διαφορετικού, οι καινούργιες ιδέες, η µουσική, τα γέλια αλλά και η νοσταλγία για τον µαγικό τρόπο που περιέγραφε ο πατέρας µου υπήρχαν µε κάθε τρόπο στην καθηµερινότητά µας. Καµία άλλη πόλη στη Γη δεν ήταν τόσο
µοναδική».
Αυτή τη µαγική πόλη, την κοσµοπολίτικη Σµύρνη που έσβησαν οι στάχτες της πυρκαγιάwς, προσπαθούσε να αναστήσει στο µυαλό της από κοριτσάκι. Αλίµονο, όµως. Οι εικόνες της Καταστροφής ήταν ισχυρότερες. Από µικρή ηλικία ακόµη θυµάται να ξυπνάει από τον ύπνο λουσµένη στον ιδρώτα προσπαθώντας να σωθεί από τον εφιάλτη της πόλης να καίγεται και της θάλασσας να γεµίζει πτώµατα. Και η προσπάθειά της να φανταστεί τη ζωή της Σµύρνης πριν από την Καταστροφή γινόταν ολοένα εντονότερη.
Οι φωτογραφίες όµως είχαν χαθεί στην πυρκαγιά. Πού θα µπορούσε να ανακαλύψει µια µυστική κλειδαρότρυπα, έναν µαγικό φακό για να µπορέσει να δει την καθηµερινή ζωή αλλά και τι ακριβώς συνέβη και φθάσαµε στην Καταστροφή;
Η απάντησηήρθε πολλά χρόνια αργότερα. Οταν βρέθηκε στην Αµερική για να δουλέψει το ντοκυµαντέρ «Το ταξίδι. Το ελληνικό όνειρο στην Αµερική» (παρουσιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη το 2007) η Μαρία Ηλιού ανακάλυψε άγνωστα φιλµάκια και φωτογραφίες από τη Σµύρνη. «Τότε ήταν που ένιωσα ότι είχε φτάσει η στιγµή να δω επιτέλους µέσα από πραγµατικές εικόνες την
πόλη της Σµύρνης».

Ενενήντα χρόνια μετά

Κάπως έτσι ξεκίνησε η έρευνα και η συνεργασία της µε τον ιστορικό σύµβουλο Αλέξανδρο Κιτροέφ (συνεργάτη της στο προαναφερθέν ντοκυµαντέρ) η οποία είχε ως αποτέλεσµα ένα ντοκυµαντέρ και µια φωτογραφική έκθεση. Επειτα από τέσσερα χρόνια συνεργασίας και έρευνας σε δύο ηπείρους, τα κλειστά αρχεία ανοίγουν και µια νέα οπτική φωτίζεται.
Με τίτλο «Σµύρνη: Η καταστροφή του κοσµοπολιτισµού (1900-1922)» το ντοκυµαντέρ και η οµώνυµη φωτογραφική έκθεση αναβιώνουν στο Μουσείο Μπενάκη (24/1–26/2) µε τον πιο ελκυστικό τρόπο όλες τις κοινότητες στη ζωή της Σµύρνης: του λιµανιού όπου η ∆ύση και η Ανατολή διασταυρώνονταν µε κάθε τρόπο.
Ηταν άραγεη φράση του Mίλερ «Η Σµύρνη έχει σβηστεί απότη µνήµητης ανθρωπότητας» που έκανε την ιδέα εµµονή και την εµµονή πραγµατικότητα; Οποια και να είναι η αιτία, ηεπιθυµία της ΜαρίαΗλιού ενισχύθηκε στα χρόνια των σπουδών της στο εξωτερικό και των ταξιδιών της σε διαφορετικές χώρες. Τότε που ανακάλυψε ότιη δικήτης Σµύρνη, η Σµύρνη τουκοσµοπολιτισµού, τηςχαράς, τηςζωής αλλά και της Καταστροφής, ήταν άγνωστη στην Ευρώπη και στην Αµερική.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Ακριβώς 90 χρόνια µετά την Καταστροφή, τόσο το ντοκυµαντέρ όσο και η έκθεση αναφέρονται στη Σµύρνη που χάθηκε αλλά και στα δραµατικά γεγονότα του ’ 22. «Είναι απίστευτο τι βρίσκει κανείς αν ψάξει µε επιµονή» λέει η σκηνοθέτρια. «Στην αρχή όλοι µας έλεγαν “δεν έχουµε τίποτα σχετικό”. Χρειάστηκε υποµονή και βέβαια η αµέριστη στήριξη των χορηγών µας για να φτάσουµε
στο αποτέλεσµα αυτό».
Ο µη κερδοσκοπικός οργανισµός Πρωτέας ανακάλυψε και συντήρησε φιλµάκια και φωτογραφίες που βρέθηκαν σε αρχεία στην Αµερική και στην Ευρώπη. Στην έκθεση φιλοξενούνται, µεταξύ άλλων, ανέκδοτες φωτογραφίες από τα αρχεία του Πανεπιστηµίου Πρίνστον και του Χάρβαρντ, της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, του Αµερικανικού Ερυθρού Σταυρού, του Αυτοκρατορικού Πολεµικού Μουσείου του Λονδίνου και συλλεκτών όπως ο Γάλλος Πιερ ντε Ζιγκόρ, ο οποίος συγκέντρωνε όλη του τη ζωή φωτογραφικό υλικό από την ιστορία της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας. Τέλος, συµπεριλαµβάνονται σπάνιες έγχρωµες φωτογραφίες της εποχής.
«Μιλάµε για τηνκοσµο πολίτικη Σµύρνηκαιγια την Καταστροφή τιµώντας τις οικογένειές µας καιτον κόσµο που χάθηκε αλλά και την επιστήµη της Ιστορίας» τονίζει η Μαρία Ηλιού. «Από τη µιαφέρνουµεπίσω τις ξεχασµένες εικόνες σε κλειστά ντουλάπια από ευρωπαϊκά και αµερικανικά αρχεία και από την άλλη ρίχνουµε µια νέα µατιά στην ιστορία της Σµύρνης. Μια µατιά που κρατά αποστάσεις τόσο από µια υπέρµετρα εθνικιστική αφήγηση όσοκαι από νεότερες απόπειρες που αποσιωπούν τα τραγικά γεγονότα της Καταστροφής παραµορφώνοντας την αλήθεια. Η Σµύρνη εξακολουθεί να είναι µια ιδέα, ένας τρόπος ζωής που έχει να κάνει µε τον κοσµοπολιτισµό, τη χαρά της ζωής αλλά και τους θρήνους. Τη Σµύρνη µπορείνα την έχει κανείς πάντα µαζί του». Η έκθεση πραγµατοποιείται µε τη χορηγία του Ιδρύµατος Μποδοσάκη για τη συλλογή και συντήρηση του αρχειακού οπτικού υλικού, του Ιδρύµατος Ιωάννη Φ. Κωστοπούλου, της Ελληνικής Τηλεόρασης, καθώς και τωνιδρυµάτων Argyros Foundation, Nicholas J. Bouras και Anna Κ. Bouras Foundation,JimChanos Foundation και Roy και Diana Vagelos Foundation.

Η µεγάλη Ιστορία και τρεις προσωπικές ιστορίες

Ως αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς περιγράφει η Μαρία Ηλιού το ντοκυμαντέρ «Σμύρνη: Η καταστροφή του κοσμοπολιτισμού (1900-1922)», με βασικούς ομιλητές ιστορικούς από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, καθώς και πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς Σμυρνιούς που μιλούν για τη μεγάλη Ιστορία αλλά και για τις προσωπικές τους ιστορίες.
Τρεις από αυτούς ξεδιπλώνουν μια ελληνική, μια αρμενική και μια μουσουλμανική ιστορία σε σχέση με τα γεγονότα, από τα χρόνια του κοσμοπολιτισμού ως εκείνα της καταστροφής.
Αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων είναι ο υπερήλικος Αρμένης Τζακ Ναλμπαντιάν , ενώ από ελληνικής πλευράς η διήγηση είναι της Ελένης Μπαστέα και από μουσουλμανικής της Λεϊλά Νεϊζί, η οποία και «ανακρίνει» την Ιρέν Γκουλφέμ, μέλος μιας από τις μεγάλες μουσουλμανικές οικογένειες της Σμύρνης. «Αφήσαμε την πόλη να καεί» λέει η τελευταία σε μια σπάνια μαρτυρία σχετικά με το ποιος έβαλε τη φωτιά που κατέστρεψε απ’ άκρου εις άκρον την πόλη. Ο κύριος κορμός της ιστορίας ξετυλίγεται μέσα από τα χείλη του αμερικανού ιστορικού, συγγραφέα του βιβλίου «Χαμένος Παράδεισος» Τζάιλς Μίλτον, ενώ μιλούν ακόμη ο Θάνος Βερέμης, ο Αλέξανδρος Κιτροέφ και η Βικτώρια Σολομωνίδου. Η Μαρία Ηλιού κάνει ιδιαίτερη αναφορά στη δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Αλεν Μουρ, στη συνεργασία της με τον ιστορικό σύμβουλο Αλέξανδρο Κιτροέφ και στη μουσική του Νίκου Πλατύραχου, η οποία δεν έχει σχέση με τα ρεμπέτικα τραγούδια των προσφύγων. «Ακούμε ό,τι άκουγαν στη Σμύρνη στα κοσμοπολίτικα χρόνια: καντσονέτες, γαλλικά και ιταλικά τραγουδάκια. Βεβαίως υπήρχαν και τα ανατολίτικα μοτίβα, αλλά τα άλλα ήταν που κυριαρχούσαν» εξηγεί η σκηνοθέτρια. Το μοντάζ έχει γίνει από την Αλίκη Παναγή και η ηχοληψία από τον Τζον Ζέκα.

Πότε και που

Η πρεμιέρα του ντοκυμαντέρ «Σμύρνη: Η καταστροφή του κοσμοπολιτισμού (1900-1922)» θα γίνει τη Δευτέρα 23 Ιανουαρίου στο Αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς.
Θα προβάλλεται καθημερινώς στο Αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη
στην οδό Κουμπάρη.
Η ομότιτλη έκθεση θα φιλοξενείται στην Αίθουσα Ευρυδίκης Κωστοπούλου
(οδός Κουμπάρη).
Πληροφορίες:
www.benaki.gr.