Showing posts with label ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ. Show all posts
Showing posts with label ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ. Show all posts

21.9.15

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

 

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...                     

Ο άγριος καυγάς Σακελλάριου-Βουγιουκλάκη, η Μαρία Καλουτά ως Λίζα Παπασταύρου και το «όχι» του Χορν

Θεωρείται από πολλούς η πλέον κλασική ταινία της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου και μάλλον όχι άδικα, αφού οι πρωτιές, οι διακρίσεις, αλλά και τα ευτράπελα που τη συνοδεύουν δεν είναι και λίγα. Ο λόγος για την ταινία με τίτλο «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», η οποία γυρίστηκε το 1959 από την Finos Film, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελάριου και πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Η ταινία έκοψε 239.530 εισιτήρια, ήρθε πρώτη σε εισπράξεις ανάμεσα σε 52 ελληνικές παραγωγές της σεζόν 1959-1960 και αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής επιτυχίας του Αλέκου Σακελλάριου. Σίγουρα ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η παράσταση είχε ανέβει την άνοιξη του 1944 στην Αθήνα, με την Μαρία Καλουτά στο ρόλο της μαθήτριας Λίζας Παπασταύρου. Η ταινία όπως μας πληροφορεί η Finos Film κατάφερε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την κοινωνική ζωή της χώρας τη χρονιά που προβλήθηκε. Γιατί πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανεις το γεγονός ότι ενώ προβλήθηκε στην καρδιά του χειμώνα, στις 16 Νοεμβρίου του 1959, ανάγκασε ακόμα και τους ιδιοκτήτες των θερινών κινηματογράφων να ανοίξουν για να την προβάλλουν ακόμα και υπό βροχή, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους χιλιάδες Έλληνες σινεφίλ που ήθελαν να την απολαύσουν. Η ταινία, σύμφωνα με σχετικές έρευνες, θεωρείται ως η περισσότερο ειδωμένη ταινία όλων των εποχών στην Ελλάδα, μια και υπολογίζεται πως την είδαν πάνω από δέκα εκατομμύρια Έλληνες στα δέκα πρώτα χρόνια προβολής της, καθώς και αμέτρητοι στα 55 χρόνια προβολής της από την τηλεόραση. Βλέπετε, αποτελεί ίσως την πλέον αγαπημένη ταινία των ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών της χώρας μας και όχι άδικα, αφού σε κάθε της προβολή, σημειώνει ρεκόρ τηλεθέασης. Μαζί με την Βουγιουκλάκη, πρωταγωνιστούσε στο ρόλο του αυστηρού καθηγητή ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ρόλο που πήρε ο τελευταίος όταν αρνήθηκε να τον πάρει ο Δημήτρης Χορν, για τον οποίο προορίζονταν. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της εποχής εκείνης, ο Χορν αρνήθηκε να ερμηνεύσει τον εν λόγω ρόλο, λέγοντας στον Σακελλάριο: «Όχι Αλέκο μου, δεν θα δεθώ εγώ στο άρμα της Βουγιουκλάκη σαν τον Μουσούρη». Η υπόθεση της ταινίας πασίγνωστη: Ένας νεαρός φτωχός καθηγητής προσλαμβάνεται δοκιμαστικά ως φιλόλογος σε ένα ιδιωτικό σχολείο θηλέων και έρχεται αντιμέτωπος με τα κακομαθημένα πλουσιοκόριτσα. Μια όμορφη μαθήτρια, η Λίζα Παπασταύρου, ταλαιπωρεί διαρκώς τον νεοφερμένο καθηγητή και εκείνος αναλαμβάνει - πάντα με την άδεια του λυκειάρχη - να την συμμορφώσει. Η Λίζα προσπαθεί να εκδικηθεί τον καθηγητή με διάφορες μικροαπάτες, αλλά ένα ειδύλλιο μεταξύ τους θα περιπλέξει την κατάσταση. Πλούσια είναι η ενημέρωση που παρέχει η Finos Film για την ταινία. Όπως αναφέρει, πρόκειται για την πρώτη ταινία του Σακελλάριου, όπου πρωταγωνιστεί η Αλίκη. Και η εταιρεία αναφέρει: «Μάλιστα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων προέκυψαν κάποια προβληματα μεταξύ τους. Όπως υποστήριζε η Αλίκη, ο Σακελλάριος θέλοντας να προβάλει ιδιαίτερα την τότε αγαπημένη του και μετέπειτα σύζυγό του, Μπέμπη Κούλα (το πραγματικό όνομα της Νίκης Λινάρδου), γύριζε την κάμερα προς εκείνη την ώρα που μιλούσε η Αλίκη στην ταινία. Η Αλίκη το πήρε είδηση και ζήτησε από τον Φίνο να δουν τα πρώτα γυρίσματα. Ο Φίνος πρόσεξε ότι η Αλίκη είχε δίκιο και επέβαλε στον Σακελλάριο, ο οποίος του δικαιολογήθηκε πως έφταιγαν τα χρώματα του σκηνικού για το ότι έπαιρνε τα πλάνα από άλλη γωνία, να ξαναγυριστούν οι σκηνές. Ο Σακελλάριος έγινε έξαλλος με την Αλίκη και ακολούθησε μία έντονη σκηνή, όπως λέγεται, στη σκάλα του κτιρίου της Φίνος Φιλμ στην οδό Χίου 53, κατά την οποία της είπε, "Δεν θα με μάθεις εσύ, ένα σκ…, πώς να κάνω τη δουλειά μου!"». Και η Finos Film συνεχίζει: «Η ταινία αποτελεί και την πρώτη συνεργασία της Αλίκης με το Μάνο Χατζιδάκι, τον οποίο της τον είχε γνωρίσει στο πατάρι του Λουμίδη (καλλιτεχνικό στέκι της εποχής) ο Μάριος Πλωρίτης. Η τελευταία τους συνεργασία ήταν το 1986 στην Επίδαυρο με τη «Λυσιστράτη». Όταν εκλήθη ο Μάνος Χατζιδάκις να γράψει τη μουσική για τα τραγούδια της ταινίας στους ρυθμούς της τσα-τσα-τσα, δε γνώριζε καθόλου το μουσικό αυτό είδος. Για αυτό τον λόγο, ζήτησε να ακούσει κάποιες άλλες παρόμοιες επιτυχίες της εποχής κι έτσι βγήκανε οι μοναδικές αυτές μελωδίες. Τα δύο τραγούδια της ταινίας, «Το Γκρίζο Γατί» (γνωστό ως «νιάου βρε γατούλα») και «Έχω ένα Μυστικό» κυκλοφόρησαν σε signles και έγιναν ανάρπαστα, πουλώντας κοντά στα 100.000 αντίτυπα, γεγονός το οποίο αποτελεί σταθμό στην ελληνική δισκογραφία, αφού απονεμήθηκε ο πρωτος χρυσός δίσκος στην Ελλάδα από τον διευθυντή της ολλανδικής δισκογραφικής εταιρίας «Philips». Τα γυρίσματα του τραγουδιού «Γκρίζο γατί» διήρκησαν τρεις μέρες στον Σχοινιά». Πέρα από το δίδυμο Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, στην ταινία πρωταγωνιστούσε πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών, όπως οι Ορέστης Μακρής, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Χρήστος Τσαγανέας (στο ρόλο του θρυλικού Διευθυντή του σχολείου, που καθιέρωσε την έκραση «βεβαίως-βεβαίως»), Γιώργος Γαβριηλίδης, Θόδωρος Μορίδης, Μαρίκα Κρεββατά, Μέλπω Ζαρόκωστα, Νίκη Λινάρδου, Άννα Μαντζουράνη, Κατερίνα Γώγου, Νίκος Φλώκας, Μαίρη Μεταξά, Άννυ Παπακωνσταντίνου, Άγγελος Λάμπρου, Θάνος Σουγιούλ, Καλή Καλό, Στέλλα Γκρέκα, Μίρκα Καλαντζοπούλου κ.α. Η φωτογραφία και το μοντάζ ήταν του Ντίνου Κατσουρίδη, μετέπειτα σπουδαίου σκηνοθέτη. Το 1960, η ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» βραβεύτηκε στο Α' Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ως μία από τις τρεις καλύτερες ελληνικές ταινίες της πενταετίας 1955 – 1960, μαζί με τον «Δράκο» του Κούνδουρου και τη «Στέλλα» του Κακογιάννη. Παράλληλα, εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Εδιμβούργου τον Αύγουστο του 1961, με τον τίτλο "Maidens Cheek". Στην ταινία βασίστηκε το περιοδικό Θεατής, τον Αύγουστο του 1960 και τη δημοσίευσε σε μορφή σινέ-ρομάντου. Αυτό διήρκεσε για 24 εβδομάδες.

«Οι κληρονόμοι», το φόρεμα «Μετά τον καυγά» και η τολμηρή εμφάνιση της Μάρθας Καραγιάννη

Το 1964 ο Φίνος αποφασίζει να δώσει κινηματογραφική «σάρκα και οστά» σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θεατρικό έργο των Πολύβιου Βασιλειάδη και Νίκου Τσιφόρου, που είχε τον τίτλο «Οι κληρονόμοι». Το θέμα του έργου ήταν εκείνο που του προξένησε το ενδιαφέρον, αφού ήταν μάλλον διαφορετικό από τα συνηθισμένα, ενώ στο μυαλό του είχε ήδη βάλει το τρίο των πρωταγωνιστών που θα το ενσάρκωναν. Κι αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Κώστα Χατζηχρήστο και Κώστα Βουτσά, οι οποίοι εκείνη την εποχή «έσπαγαν» ταμεία με τις ερμηνείες τους. Έτσι, ανέθεσε στον Γιάννη Δαλιανίδη τη σκηνοθεσία και το αποτέλεσμα ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία προβλήθηκε στις αίθουσες Αθήνας-Πειραιά-Προαστίων τη σεζόν 1964-1965, έκοψε 249.751 εισιτήρια και κατέλαβε την 12η θέση από πλευράς εισπράξεων από τις 92 ταινίες της σεζόν εκείνης. Μαζί με τους τρεις σπουδαίους αυτούς ηθοποιούς, πρωταγωνιστούσε και η Μάρθα Καραγιάννη, η οποία προκάλεσε αίσθηση με την ερμηνεία της, στο ρόλο της μοιραίας κληρονόμου που στο τέλος είναι εκείνη που ουσιαστικά βάζει τους όρους του παιχνιδιού, χωρίς όμως να το γνωρίζουν οι υπόλοιποι κληρονόμοι. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Δύο μακρινά ξαδέλφια, ο Παναγιώτης ο κουρέας (Κώστας Χατζηχρήστος) και ο Σωτήρης, ένας άνεργος νεαρός (Κώστας Βουτσάς), κληρονομούν τον μακαρίτη θείο τους, ιδρυτή ενός οίκου υψηλής ραπτικής. Συνκληρονόμοι είναι ο Ερρίκος, ο διευθυντής του οίκου (Ντίνος Ηλιόπουλος), και η Μαίρη, η φιλενάδα του μακαρίτη, την οποία υποδύεται η Μάρθα Καραγιάννη. Τα δυο ξαδέλφια και ο διευθυντής κληρονομούν ο καθένας το 24% της επιχείρησης και η Μαίρη το 28%. Τέσσερα μερίδια για τέτοια κληρονομιά είναι μάλλον πολλά και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για άσχετους με το επάγγελμα ανθρώπους. Κι ενώ τα ξαδέλφια προσπαθούν να βγάλουν ο ένας το μάτι του άλλου, η καπάτσα Μαίρη παριστάνει το μανεκέν, κλέβει την καρδιά του Ερρίκου και έτσι αποκτά τον έλεγχο του οίκου. Στο μεταξύ, ο Σωτήρης κι ο Παναγιώτης ερωτεύονται δύο υπαλλήλους της επιχείρησης, την Καίτη (Χλόη Λιάσκου) και τη Φώφη (Έλσα Ρίζου), οπότε τακτοποιούνται τα πάντα. Ωστόσο οι κωμικές καταστάσεις που δημιουργούνται είναι άνευ προηγούμενου, με το τρίδυμο Ηλιόπουλου-Βουτσά-Χατζηχρήστου σε «διαβολεμένα» κέφια, να ισοπεδώνουν τους πάντες και τα πάντα με τις εξαιρετικές ατάκες και διαλόγους τους. Αξέχαστη η σκηνή που καταστρέφουν τα καλύτερα φορέματα του οίκου, όταν ο Σωτήρης και ο Παναγιώτης τα δίνουν να τα φορέσουν κάποιες φιλενάδες τους, που θέλουν να προσληφθούν ως μοντέλα. Η ζημιά είναι μεγάλη, ωστόσο καταφέρνουν τελικά να πουλήσουν τα σκισμένα φορέματα τονίζοντας σε κάποιες αφελείς κυρίες ότι πρόκειται για...άποψη! «Μετά τον καυγά» ήταν μάλιστα η επωνυμία ενός φορέματος που έσκισαν, το οποίο πουλήθηκε πανάκριβα! Η ταινία έχει και ιστορική αξία διότι ήταν η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση του Κώστα Χατζηχρήστου στην Finos Film. Στα ενδιαφέροντα tips της ταινίας είναι και η εμφάνιση του Γιάννη Δαλιανίδη ως κομπάρσου, όταν υποδύθηκε έναν περαστικό που προσπαθεί να ηρεμήσει δύο οδηγούς που καυγαδίζουν στο δρόμο για ένα παραλίγο τρακάρισμα. Ο ένας από τους δύο οδηγούς ήταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Μια άλλη ενδιαφέρουσα πληροφορία για την ταινία «Οι κληρονόμοι» αφορά στην τολμηρή εμφάνιση της Μάρθας Καραγιάννη, η οποία σε μια σκηνή του έργου χορεύει σχεδόν γυμνή, με μόνο κάποια μικρά φτερά να καλύπτουν τα επίμαχα σημεία του γυμνού κορμιού της. Η εμφάνιση αυτή ακόμα και σήμερα θεωρείται εξαιρετικά «προχωρημένη», ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι τα φτερά πάνω στα επίμαχα σημεία της Καραγιάννη κόλλησε... ο ίδιος ο Γιάννης Δαλιανίδης. Μαζί με τους παραπάνω ηθοποιούς, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν οι Περικλής Χριστοφορίδης, Κατερίνα Γιουλάκη, Νικήτας Πλατής, Σάσα Καζέλη, Γιώτα Σοϊμοίρη, Γιώργος Βελέντζας, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Πόπη Δεληγιάννη, Γιώργος Γρηγορίου, Ρούλα Κωσταρά. Η μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα και η σκηνογραφία του μετρ του είδους, Μάρκου Ζέρβα.

http://www.gazzetta.gr

 Πίσω στα παλιά

20.6.13

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ ..

 

Μια αρκετά μικρή ανακοίνωση στην εφημερίδα Άστυ της 29 Νοεμβρίου 1896 ειδοποιούσε τους Αθηναίους ότι από την ημέρα εκείνη
«άρχεται η λειτουργία του Κινηματοφωτογράφου δι ου παριστώνται αι φωτογραφίαι εν κινήσει».

Παρέχεται ακόμα η πληροφορία ότι οι παραστάσεις θα επαναλαμβάνονται κάθε μισή ώρα από τις 9πμ ως τις 12 και από τις 2μμ ως τις 7μμ. Η τιμή του εισιτηρίου έχει προσδιοριστεί στις 2,20 δρχ. Τα παιδιά μέχρι 7 ετών θα πληρώνουν μισό. Ο χώρος όπου στήθηκε ο πρώτος κινηματογράφος στην Αθήνα ήταν ένα άδειο, εκείνη την περίοδο, κατάστημα στο ισόγειο της οικίας της Ιφιγένειας Α. Συγγρού στην οδό Κολοκοτρώνη πίσω από την Παλιά Βουλή και δίπλα στην Πανελλήνιο Αγορά. (…)

ΑΤΤΙΚΑ

Όσοι λοιπόν έκαναν τον κόπον να ανέβουν την οδό Σταδίου έβλεπαν ανηρτημένη σε ένα από τα ισόγεια καταστήματα της οικίας Συγγρού μία μεγάλη επιγραφή που έγραφε “Cinematofotographe Edison”. Η επιγραφή τη νύχτα φωτιζόταν από τέσσερις ηλεκτρικές «λυχνίες Έδισων». Μέσα στο κατάστημα ήταν εγκατεστημένο ένα κινητοσκόπιο του Έντισον «εκ των επιτυχεστέρων του είδους αυτού». Προβάλλονταν δέκα ταινιούλες των εργαστηρίων του μεγάλου εφευρέτη διαρκείας 30 δευτερολέπτων περίπου η καθεμία.

  • Αλλά το καλοκαίρι του 1900 ο κινηματογράφος κάνει την πιο εντυπωσιακή, μέχρι τώρα, εμφάνισή του στην Ερμούπολη της Σύρου. Είναι και πάλι ο κινηματογράφος του Έντισον που πρέπει να τον έφερε στο νησί κάποιος ξένος κατ ευθείαν από το εξωτερικό. Αυτός ο κινηματογράφος χαρακτηρίζεται σαν ο «μέγιστος κινηματογράφος του κόσμου» και όχι τυχαία αφού συνοδεύεται και από ένα άλλο «θαύμα» το «μεγάλου αμερικανού», τον «φωνογράφο Έδισσων» ο οποίος «δύναται να ακουσθεί από 20 χιλ. ακροατάς εις απόστασιν 500 μέτρων»!

Οι προβολές, που διαρκούν μια βδομάδα περίπου (τις τελευταίες μέρες του Ιουλίου και τις πρώτες του Αυγούστου), γίνονται στο θερινό θέατρο «Ορφεύς» και το πρόγραμμα είναι εξαιρετικά πλούσιο. Προβάλλονται καθημερινά 18 διαφορετικές ταινίες με εικόνες επικαίρων από όλο τον κόσμο, κωμικά σκετς κλπ. Μέσα σ΄ αυτές και μια άγνωστη, μέχρι τώρα, «ελληνικού ενδιαφέροντος» ταινία που φέρει τον εξόχως σκανδαλιστικό τίτλο «Συμπλοκή τεσσάρων δεσποινίδων εν Νεαπόλει Αθηνών εν τω κοιτώνι των»!

ΑΡΗΣ

  • Στη Θεσσαλονίκη όμως που ο κινηματογραφικός πυρετός έχει καταλάβει τους πάντες οι δαιμόνιοι επιχειρηματίες στήνουν κινηματογράφους στα πιο απίθανα μέρη. Το Γενή Χαμάμ μετατρέπεται το 1925 στον κινηματογράφο ΑΙΓΛΗ, μια μεγάλη αποθήκη στο ΜΟΝΤΕΡΝ και το τζαμί Χαμζά Μπέη στο ΑΛΚΑΖΑΡ! Αυτό όμως που πρέπει να αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία είναι το σινέ “GERUSALEME”. Περιγράφει ο Κ. Τομανάς:

Ένα πρωτότυπο θερινό σινεμά ήταν το GERUSALEME. Ένα μεγάλο ιστιοφόρο που, χωρίς τα κατάρτια του, ήταν αραγμένο κοντά στο μουράγιο, απέναντι από το σημερινό καφενείο ΑΙΓΑΙΟΝ. Το μετέτρεψε σε θερινό κινηματογράφο ένας τετραπέρατος εβραίος επιχειρηματίας. Μια φαρδιά σανίδα με κάγκελα εκατέρωθεν, οδηγούσε από το μουράγιο στο κατάστρωμα, όπου είχαν τοποθετηθεί τα καθίσματα και η οθόνη, ένα μεγάλο λευκό καραβόπανο, που κυμάτιζε σαν σημαία στο βραδινό αεράκι, με αποτέλεσμα οι εικόνες να μην είναι και τόσο καθαρές. (…)

  • Οι κινηματογράφοι στις λαϊκές συνοικίες. Το ΑΛΚΑΖΑΡ του Σταθμού Λαρίσης
(απόσπασμα από ρεπορτάζ του Κλέωνα Παράσχου στην εφημ. Ακρόπολη του 1929)
Η γνήσια, η λαϊκή συνοικία βρίσκεται εδώ. Ενταύθα η κυρά-Φρόσω προσπαθεί εις μάτην να εξοικονομήση τον όγκον της πάνω σε μια δυστυχισμένη καρέκλα που στενάζει από το βάρος της. Ενταύθα, απηλλαγμένος από το μάταιον βάρος του σακκακιού του και από το σφίξιμο του κολλάρου του, ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς, κλείνει τα μάτια του ο κυρ ΄αράλαμπος, στο περιπαθέστερον μέρος της ταινίας.
Εδώ ο πιτσιρίκος, ακουμπισμένος στα γόνατα της μητέρας του, επιδίδεται εις την υψηλήν ασχολίαν του σπασίματος και φτυσίματος του πασσατέμπου. Εδώ το Λενάκι της κυρα – Γιώργαινας κάνει κάντιο και ζάχαρι τα μάτια της και λιγωμένη αλλοιθωρίζει προς τον Μιστόκλη.
Και ας μη σας μιλήσω, παρακαλώ, και γι αρώματα. Εκατοντάδες μπουκαλάκια έχουν σκορπίσει εδώ ο Κοτί και ο Γκερλέν
Ολα τα αρώματα της Αραβίας! Αθλιε ρωμιέ, δεν εννοείς, τέλος πάντων, να πλυθής!
Ωραίο είναι το Αλκαζάρ, απολαυστικό, δροσερώτατο, αλλά ας φύγωμε…
Ο «μαντροκινηματογράφος» εξελίχθηκε στον πολυτελέστερο θερινό κινηματογράφο της Αθήνας. Ήταν μάλιστα ο πρώτος θερινός στην Ελλάδα που εγκατέστησε μηχανήματα ομιλούντος κινηματογράφου το καλοκαίρι του 1930.

  • Οι κινηματογραφικές αίθουσες, σαν χώροι με δυνατότητα φιλοξενίας μεγάλου αριθμού ατόμων, ξεπέρασαν γρήγορα τα όρια του “ναού” της έβδομης τέχνης και απόχτησαν μια ευρύτερη κοινωνική χρήση. Στην επαρχία ή τις γειτονιές των μεγάλων πόλεων μετατρέπονταν συχνά σε θέατρα για να δεχτούν τα μπουλούκια ή απλά σαν χώροι υποδοχής κάθε είδους κοινωνικής εκδήλωσης με ή χωρίς καλλιτεχνικό θέαμα. Εκεί όμως που διέπρεψαν, ειδικά οι κινηματογράφοι των αστικών κέντρων, ήταν στον τομέα της πάλης των τάξεων.

Μόνιμοι πελάτες των κινηματογράφων τα εργατικά συνδικάτα που τους χρησιμοποιούσαν για γενικές συνελεύσεις ή απεργιακές συγκεντρώσεις μια και δεν διέθεταν τα ίδια μεγάλες αίθουσες. Τους κινηματογράφους εκμεταλλευόταν και η αστυνομία για να χτυπάει τους εργάτες αφού τους εύρισκε εκεί συγκεντρωμένους. Οι κινηματογράφοι ήταν οι χώροι που μαζεύονταν και οι πρόσφυγες για τις ιδιαίτερες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας τους ( πολύ συχνές την περίοδο του μεσοπολέμου ), οι κομμουνιστές αλλά και οι φασίστες! ‘Ένας ολόκληρος κινηματογράφος στο κέντρο της Αθήνας μετατρέπεται σε εκλογικό κέντρο ενώ έναν κινηματογράφο βρήκε να χρησιμοποιήσει και η διαβόητη ΟΠΛΑ, την περίοδο του εμφυλίου, σαν φυλακή!

Η Γαρδένια στον Νέο Κόσμο
Τις «χρυσές» για τον κινηματογράφο στην Αθήνα ,δεκαετίες του ’50 ,του ’60 αλλά και του '70, τα σινεμά αφθονούσαν.
(ΑΛΙΝΤΑ,ΣΙΝΕ ΕΠΤΑ, ΕΥΡΩΠΗ,ΝΑΣΙΟΝΑΛ, ΘΑΛΕΙΑ,ΡΙΡΙΚΑ, ΟΡΦΕΥΣ, ΜΕΡΒΕΙΓ,ΟΑΣΙΣ,ΑΝΝΑ κ.α.)
Ένα από αυτά ήταν και η ΓΑΡΔΕΝΙΑ επί της Βουλιαγμένης λίγο πιο πάνω από το Ναό του Αγίου Ιωάννη, που δημιούργησε ο κύριος Γεώργιος Μακρής. Σήμερα στο μέρος αυτό, που είναι γνωστό σαν στάση Γαρδένια, υπάρχει ένα σούπερ μάρκετ ο Μαρινόπουλος.
ο κ.Μακρής
Το 1949 χτίστηκε η είσοδος και στη συνέχεια δημιουργήθηκε στοά με 6 μαγαζιά(τσιγάρα-ψιλικά-ηλεκτρικά είδη (ΖΑΝΟΣ) -κουρείς- εργολαβικό γραφείο) Ήταν θερινό cinema μέχρι το 1960 ενώ μετά , που στεγάστηκε με σιδηρά κατασκευή, λειτούργησε μέχρι και το 1990 που έκλεισε. Μέχρι το 1975 λειτούργησε και ως χειμερινός και ως καλοκαιρινός. Στη χρυσή εποχή του κινηματογράφου Γαρδένια εργάζονταν ως χειριστές μηχανής την ημέρα 3 μηχανικοί (!), 3 ταξιθέτριες, στο bar 10 άτομα(!!!) , 1 ταμίας και 1 θυρωρός.

Όπως μας είπε ο γιος του κυρίου Γιώργου, ο κ. Δημήτρης Μακρής (σημερινός ιδιοκτήτης του σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος) <<Το cinema κυριάρχησε για πολλές δεκαετίες μέχρι την εμφάνιση της τηλεόρασης, καθώς ήταν η μοναδική διασκέδαση λόγω και του φτηνού εισιτηρίου του. Τότε παίζονταν παραστάσεις από τις 11 το πρωί τις Κυριακές είτε μεγάλες παραγωγές του Χόλυγουντ αλλά και ο ελληνικός κινηματογράφος.>>
<< Όλες οι ταινίες στο πανί της Γαρδένιας>> όπως είπε χαρακτηριστικά ο κύριος Δημήτρης που συμπλήρωσε ότι η Γαρδένια ήταν ο μεγαλύτερος κινηματογράφος επί της Βουλιαγμένης με 1200 καθίσματα.

( το 1952)
Η Γαρδένια εκτός από κινηματογράφος, λειτούργησε και ως θέατρο και καραγκιόζης αλλά και ως χώρος συναυλιών(έχουν περάσει πολλοί Έλληνες καλλιτέχνες της εποχής π.χ. Πασχάλης, Διονύσιος Τσιτσάνης, Βοσκόπουλος, Καίτη Γκραίη.)
(το 1962)
Στα 55 χρόνια λειτουργίας του αντιμετώπισε 2 κρίσεις. Η πρώτη με την εμφάνιση της τηλεόρασης (1970) και η δεύτερη με την εμφάνιση του video.Το τέλος ήρθε το 1990 όταν ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να τον κλείσει, όταν η αγορά του cinema άλλαξε μορφή με τα γνωστά village (δηλαδή πολλές μικρές αίθουσες).

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ-ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΕΡΙΝΑ
Οι πρώτοι χώροι στους οποίους παρουσιάζεται αμιγές κινηματογραφικό θέαμα είναι οι αθηναϊκές πλατείες. Αυτοί είναι φορητοί κινηματογράφοι που στήνονται στις πλατείες μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες και συνήθως για περιορισμένες προβολές αφού κινούνται από την Αθήνα στην επαρχία.
Σαν οι  πρώτοι σταθεροί θερινοί κινηματογράφοι στην Αθήνα μπορούν να θεωρηθούν αυτοί που στήθηκαν στα καφενεία της πλατείας Συντάγματος και του Ζαππείου και λειτούργησαν για πάνω από δέκα χρόνια. Το 1904 βασικά ξεκίνησαν οι συστηματικές προβολές και στα δύο αυτά σημεία που συγκέντρωναν έτσι κι αλλιώς  τον περισσότερο κόσμο της πρωτεύουσας.
Όπως αναφέρει το Εμπρός (11 Μαΐου) τριάντα κινηματογράφοι ετοιμάζονται να στηθούν το καλοκαίρι του 1907 σε διάφορες συνοικίες των Αθηνών. Και φυσικά τα θερινά θέατρα συνεχίζουν κι αυτά να περιλαμβάνουν κινηματογράφο σαν μια ξεχωριστή ατραξιόν.
ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΟΝΤΑΙ
Το 1910 είναι μια σημαντική χρονιά για τον κινηματογράφο της πρωτεύουσας. Η μεγάλη ζήτηση που έχει ο κινηματογράφος σπρώχνει επιχειρηματίες να κάνουν σοβαρές επενδύσεις στη νέα τέχνη.
Το 1913 χτίστηκε το πρώτο χτίριο ειδικά για κινηματογράφο από τον μικρασιάτη επιχειρηματία και πρωτοπόρο κινηματογραφικό επιχειρηματία Ε Μαυροδημάκη. « Ήταν το «Παλλάς» που κατόπιν εγκρεμίσθη και εκτίσθη στο ίδιο οικόπεδο το μέγαρον Εφεσίου».
Το 1913 άνοιξε το «Νέον», Πατησίων 8, όπου το κατάστημα του Μαρούση.
Το 1913, ανοίγει το ΡΟΖΙΚΛΑΙΡ στην οδό Πατησίων 12 από τον Π. Φλεγκενάιμερ. Του έδωσε αυτό το όνομα κάνοντας μια σύνθεση  από τα ονόματα  που είχαν δυο κόρες του: Ρόζα και Κλαίρη.
Το 1920, σύμφωνα με τον «Οδηγό της Ελλάδος» λειτουργούν οι παρακάτω κινηματογράφοι:
Χειμερινοί:Απόλλων (Σταδίου 20) Διευθ. Γ Αναστασιάδης, «Αττικόν» (Σταδίου 25) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Παλλάς» (Σταδίου 24) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Σπλέντιτ» (Σταδίου 22) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Πάνθεον» (Πανεπιστημίου) Διευθ. Τ. Μάντακας, «Ροζικλαίρ» (Πατησίων) Διευθ. Κ. Καράς. Θερινοί: Ζαππείου, Καφεθυστιατόριο με ορχήστρα, δύο στην Πλατεία  Συντάγματος-Καφενείο Ζαχαράτου και Καφενείο Περιπτέρου, «Μουλέν Ρούζ» Αλυσσίδα-τέρμα Πατησίων με ορχήστρα και εστιατόριο.
Στην μόδα του κινηματογράφου υποτάσσεται το θέατρο Κοτοπούλη στην πλατεία Ομονοίας.
Το 1928 οι 5 κινηματογράφοι του 1913 έγιναν 16 χειμερινοί και 12 θερινοί.  Το 1938 οι χειμερινοί στην Αθήνα είναι 26 και οι θερινοί πάνω από 60.
Τη δεκαετία 1930-40 δημιουργούνται οι μεγαλύτεροι και πολυτελέστεροι κινηματογράφοι της χώρας. Είναι η εποχή που χτίζονται το Παλλάς και το Ρεξ στην Αθήνα. Ποτέ άλλοτε δεν φτιάχτηκαν όμοιά τους. Την μεταπολεμική περίοδο, απλώς πολλαπλασιάζονται χωρίς ποτέ να φτάσουν την μεγαλοπρέπεια των προγενέστερων.
Παραμονές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβρη του 1939 συγκεκριμένα, λειτουργούν στην Ελλάδα 280 κινηματογράφοι, αριθμός σχεδόν διπλάσιος από αυτόν του 1935 (150 αίθουσες). Το ένα τρίτο από αυτούς βρίσκεται στην πρωτεύουσα. Η Αθήνα διαθέτει εννέα κινηματογράφους πρώτης προβολής, εικοσιπέντε δεύτερης ή συνοικιακούς και 65 θερινούς.
ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, το πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό θέαμα για τους ανθρώπους στις πόλεις, γίνονται τα πολεμικά επίκαιρα. Στην Αθήνα είναι δυο οι αίθουσες που προβάλουν αποκλειστικά πολεμικά επίκαιρα, ελληνικά και αγγλικά, το Σινεάκ και το Άστυ.
Αλλά έρχεται η στιγμή που το μέτωπο καταρρέει. Στις 9 Απριλίου 1940 οι Γερμανοί μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Μία από τις πρώτες διαταγές που εξέδωσαν  ήταν να ανοίξουν οι κινηματογράφοι για να δείξουν ότι η ζωή συνεχίζεται ειρηνικά κάτω από τη δική τους υψηλή προστασία. Την προηγούμενη περίοδο λόγω του φόβου των συναγερμών οι κινηματογράφοι υπολειτουργούσαν, ανοίγοντας σε ακατάστατες ώρες.
Η διαφορά που υπάρχει τώρα με την προηγούμενη περίοδο είναι ότι επιτάσσονται ορισμένοι κινηματογράφοι και διατίθενται για τη ψυχαγωγία των στρατιωτών τους. Στη Θεσσαλονίκη, τα Διονύσια μετατρέπονται σε Soldaten Kino, τοΠατέ σε Germania Kino και το Παλλάς σε Frontbuhne. Τα Ηλύσια «παραχωρούνται» στους Ιταλούς. Στην Αθήνα, τοΑττικόν μετατρέπεται σε Soldaten Kino Victoria, το Απόλλων σε Kino Apollo, ενώ  οι άλλοι κινηματογράφοι υποχρεώνονται να αναγράφουν τους τίτλους των έργων εκτός από ελληνικά, στα γερμανικά και ιταλικά. Το μέτρο αυτό επεκτείνεται σε όλη την Ελλάδα.
Με την είσοδο των Γερμανών δεν σημειώνεται καμία άλλη αλλαγή στη λειτουργία των κινηματογράφων πέρα από την απαγόρευση ταινιών που προέρχονται από εχθρικές προς τον Άξονα ταινίες, την υποχρεωτική προβολή γερμανικών προπαγανδιστικών επικαίρων και τις ώρες προβολής που προσαρμόζονται στις απαγορεύσεις της κυκλοφορίας και τις ανάγκες εξοικονόμησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην Κατερίνη, οι Γερμανοί, κουβαλούσαν τη δική τους μηχανή προβολής όταν έκαναν κατά διαστήματα προβολές για τους στρατιώτες τους μια και αυτή που είχε ο κινηματογράφος είχε χαλασμένο το σύστημα του ήχου και έπαιζε όλες τις ταινίες βωβές, πράγμα που φαίνεται δεν ενοχλούσε τους ντόπιους!
Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΘΗΣΗ
Με τη λήξη της γερμανικής κατοχής δημιουργείται το πρωτοφανές φαινόμενο της μαζικής προσέλευσης στους κινηματογράφους της πρωτεύουσας. Αλλά αυτό δεν είναι ένα ευκαιριακό φαινόμενο, η αντίδραση ίσως στην στερημένη ζωή της κατοχής, αλλά έχει διάρκεια. Και το 1966 το περιοδικό Εικόνες χαρακτηρίζει την Αθήνα σαν την «πιο ιδιότυπη κινηματογραφόπληκτη πρωτεύουσα της υφηλίου» με τις «50 αίθουσες πρώτης προβολής και το τακτικό επταήμερο των 12 καινούργιων ταινιών»
ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’90
(από μια έρευνα του ΕΚΚΕ για την Κατάσταση του συστήματος διανομής στην Ελλάδα
Η συνολική εικόνα, πάντως, για την κατανομή των κινηματογραφικών αιθουσών στην Ελλάδα έχει ως εξής: Ο αριθμός των αιθουσών / οθονών ανέρχεται σε 443. Αυτές ανήκουν σε 382 κινηματογραφικές μονάδες / επιχειρήσεις. Από τις 443 αίθουσες, οι 203 είναι χειμερινές, οι 53 ετήσιας λειτουργίας και οι 186 θερινές. Αν και στο λεκανοπέδιο συγκεντρώνεται περίπου το 35% το συνολικού πληθυσμού της χώρας, το αντίστοιχο ποσοστό των κινηματογραφικών αιθουσών / οθονών ξεπερνά το 52%. Οι τρεις περιφέρειες με το μικρότερο αριθμό αιθουσών είναι η Δυτική Μακεδονία με 0,7%, τα Ιόνια Νησιά με 1,1% και το Βόρειο Αιγαίο με 1,3%, ενώ υπάρχει ένας νομός εντός των ορίων του οποίου δεν υφίσταται κινηματογραφική αίθουσα: πρόκειται για τον νομό Φλωρίνης.”
47 διατηρητέοι θερινοί κινηματογράφοι
Το 1997 ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, Κώστας Λαλιώτης, με απόφασή του χαρακτήρισε διατηρητέα τη χρήση 

47 θερινών κινηματογράφων που βρίσκονται εντός του λεκανοπεδίου Αττικής:
ΑΙΓΛΗ (Ζάππειο) ΒΟΞ (Εξάρχεια) ΘΗΣΕΙΟ ΠΑΛΛΑΣ (Παγκράτι) ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ (Πλάκα) ΑΝΕΣΙΣ (Αμπελόκηποι)

ΑΕΛΛΩ (Κυψέλη) ΕΛΛΗΝΙΣ (Αμπελόκηποι) ΕΚΡΑΝ (Εξάρχεια) ΛΙΛΑ (Πατήσια) ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ (Κυψέλη)

ΡΙΒΙΕΡΑ (Εξάρχεια) ΗΛΕΚΤΡΑ (Πατήσια) ΑΘΗΝΑΙΑ (Κολωνάκι) ΑΜΟΡΕ (Πολύγωνο) ΜΕΤΡΟΠΟΛ (Αθήνα)

ΤΡΙΑΝΟΝ (Κυψέλη)ΝΑΝΑ (Δάφνη) ΝΕΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ (Αθήνα) ΜΙΤΣΙ (Κουκάκι) ΑΤΗΕΝΕ (Κυψέλη) ΔΙΑΝΑ

(Κυψέλη) ΣΤΕΛΛΑ (Κυψέλη) ΡΑΝΙΑ (Πατήσια) ΜΟΝ ΡΕΠΟ (Αγ. Νικόλαος Αχαρνών) ΔΕΞΑΜΕΝΗ (Κολωνάκι) ΛΑΟΥΡΑ (Παγκράτι) ΜΠΟΜΠΟΝΙΕΡΑ (Κηφισιά) ΧΛΟΗ (Κηφισιά) ΦΙΛΟΘΕΗ, ΦΑΝΤΑΖΙΟ (Πειραιάς) ΑΜΥΝΤΑΣ (Υμηττός) ΔΙΑΝΑ (Παλ. Φάληρο) ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ (Αγ. Παρασκευή) ΚΑΡΜΕΝ (Αθήνα) ΤΙΤΑΝ (Αιγάλεω) ΦΛΕΡΥ (Καλλιθέα) ΠΟΛΕΝΑ (Ανω Πατήσια) ΑΚΤΗ (Βουλιαγμένη) ΨΥΧΙΚΟ ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ (Ηλιούπολη) ΚΑΤΕΡΙΝΑ (Χαϊδάρι) ΑΣΤΡΟΝ (Μάνδρα) ΑΜΙΚΟ (Χαλάνδρι) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (Χαλάνδρι) ΑΘΗΝΑ (Χαλάνδρι) ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

(Χαλάνδρι)

Πηγές

Αποσπάσματα από το βιβλίο    ''Στα Παλιά τα Σινεμά''

Φωτο απο την οικογένεια Μακρή
Κωνσταντίνα Λιγνού

http://cinemahellas.blogspot.com
http://to-paliatzidiko.blogspot.gr/
http://paliasinema.wordpress.com

my magazine

 pisostapalia.blogspot.gr