11.12.11

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΡΙΩΝ ΓΕΝΙΩΝ

 

Τρεις γενιές, ένας εργοδότης. Στην οικογένεια Κασκαμανίδη, στο Κιλκίς, παππούς, κόρη και εγγονές μοιράζονταν το αίσθημα ασφάλειας που φέρνει η εργασιακή μονιμότητα. Καθένας τους όμως εκπροσωπεί άλλες εποχές: από τα χρόνια που μια θέση στο Δημόσιο μετέτρεπε τον χωρικό σε αστό, στο σήμερα, με τον δημόσιο υπάλληλο να κουβαλά τη ρετσινιά του «τεμπέλη»
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
 

Από την πρώτη χειραψία μπορείς να διαβάσεις τον μειλίχιο γέροντα. Το σφίξιμο του χεριού μαρτυρά ότι δούλεψε ως χτίστης μαζί με άλλους γκασταρμπάιτερ στη Γερμανία. Η τραχιά παλάμη του αποκαλύπτει το μικρό διάλειμμα που έκανε ως αγρότης στα χωράφια. Οταν κορδώνεται για φωτογραφίες, φαίνεται πως κάποτε υπηρέτησε στη Χωροφυλακή. Και η τυπικότητα με την οποία παραθέτει ημερομηνίες και ιστορικά γεγονότα είναι ενδεικτική της τελευταίας του ιδιότητας: επιστάτης γυμνασίου. Ενας άνθρωπος κουβαλά στις ρυτίδες του αναμνήσεις από τέσσερις εργασιακούς χώρους που αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Οι συμβολισμοί όμως δεν σταματούν με τη συνταξιοδότηση του 86χρονου σήμερα Ξενοφώντα Κασκαμανίδη. Η κόρη του είναι νοσηλεύτρια σε αγροτικό ιατρείο. Η μία εγγονή του μαθηματικός σε γυμνάσιο και η άλλη διπλωμάτης στην ελληνική πρεσβεία στην Πολωνία. Μια οικογένεια με τρεις γενιές δημοσίων υπαλλήλων.

Είναι δύσκολοι καιροί για τους ίδιους και τους συναδέλφους τους. Δεν έχουν μόνο τις μισθολογικές περικοπές και την εφεδρεία να πλήττουν τον κλάδο τους. Αλλά και τα στερεότυπα που έθρεψε γι' αυτούς η οικονομική κρίση. Τους έχουν αποκαλέσει «τεμπέληδες» και «ευνοημένους» ενός υδροκέφαλου κρατικού μηχανισμού. Ο αστικός μύθος που καλλιεργήθηκε ήθελε τον αριθμό τους να ξεπερνά το ενάμισι εκατομμύριο. Η απογραφή τους έγινε - για πρώτη φορά - πέρσι και παρά ορισμένες διαδικαστικές αδυναμίες οι (εν ενεργεία και εκτός των ΔΕΚΟ) δημόσιοι υπάλληλοι υπολογίστηκαν σε 770.000. Παρά την πεποίθηση μέρους της κοινής γνώμης ότι «η μισή Ελλάδα δουλεύει στο Δημόσιο», η αναζήτηση μιας οικογένειας με τρεις γενιές δημοσίων υπαλλήλων αποδείχτηκε δύσκολη υπόθεση. Επί δύο μήνες συνδικαλιστές της ΑΔΕΔΥ, εκπρόσωποι εργαζομένων σε υπουργεία και σωματεία συνταξιούχων είτε δεν γνώριζαν καμία περίπτωση είτε ήξεραν οικογένειες με μόνο δύο γενιές δημοσίων υπαλλήλων. Η αναζήτηση κατέληξε στο Κιλκίς, στο σαλόνι του Ξενοφώντα Κασκαμανίδη. Στην επαρχία, εκεί όπου πρόσωπα και ρόλοι ανακυκλώνονται, η σχέση της οικογένειάς του με το Δημόσιο είναι γνωστή. Στο σχολείο που κάποτε ο ίδιος χτυπούσε κάθε πρωί το κουδούνι, σήμερα διδάσκει η εγγονή του.

Η καταγωγή του Κασκαμανίδη κρατάει από τον Πόντο. Εκεί δούλευε ο πατέρας του ως χρηματιστής πριν εγκατασταθεί στο χωριό Περιστέρι του Κιλκίς, όπου υπήρξε πρόεδρος κοινότητας επί 13 έτη. Ο Ξενοφώντας το 1946 προσλαμβάνεται στη Χωροφυλακή και τρία χρόνια αργότερα παραιτείται για να αναλάβει μαζί με τη γυναίκα του τα χωράφια στο χωριό. Κάνει ένα σύντομο πέρασμα από τη Γερμανία ως μετανάστης και επιστρέφει στην Ελλάδα αναζητώντας εργασία. Ο πρόεδρος του ΙΚΑ στο Κιλκίς ήταν γνωστός της οικογένειας και τον βοηθά να προσληφθεί ως επιστάτης στο Γυμνάσιο Αρρένων της πόλης. Μετέπειτα τοποθετείται στο Θηλέων. «Ως πρώην χωροφύλακας θα μπορούσε να επιβάλει την τάξη σε ένα σχολείο κοριτσιών», θυμάται ότι του είχαν πει τότε. Σβέλτος και εργατικός για όσους τον γνωρίζουν, επόπτευε τις καθαρίστριες, ήλεγχε τη λειτουργία των καλοριφέρ και αναλάμβανε τη μισθοδοσία των καθηγητών. Η θέση στο Δημόσιο τον μετέφερε από το χωριό στην πόλη. Μετάβαση που, σύμφωνα με την κόρη του, τον συρρίκνωσε ως άνθρωπο. Στα 40 του χρόνια τότε έπρεπε - λόγω ιεραρχίας - να βρίσκεται κάτω από τους καθηγητές. Μια «υποταγή» που δεν την άντεχε. Η τοποθέτησή του όμως στο Δημόσιο θα καθόριζε αρκετά χρόνια αργότερα και το επαγγελματικό μέλλον της κόρης του.

Η Μαίρη (Κασκαμανίδου) Χαριτίδου είναι νοσηλεύτρια από το 1987. Πριν από αυτή τη δουλειά είχε ανοίξει δικό της βιβλιοπωλείο, αλλά η επιχείρηση δεν είχε πάει καλά. Ο σύζυγός της είναι εργολάβος. Φεύγει νωρίς το πρωί και επιστρέφει βράδυ. Η ίδια έψαχνε μια δουλειά που θα της έδινε χρόνο με τα παιδιά της. Οπως συνέβαινε με τον πατέρα της. «Γύριζε σπίτι ήρεμος τα απογεύματα και έπαιζε μαζί μας», θυμάται. Ωσπου άνοιξε τη δεκαετία του '80 μια εργασιακή πύλη για τις μητέρες που ήταν εγκλωβισμένες στα σπίτια και βρήκε δουλειά στο Δημόσιο. Στο Κιλκίς ζητούσαν 25 νοσηλεύτριες. Παρουσιάστηκαν 17 ενδιαφερόμενες. Τις πήραν αμέσως καθώς υπήρχε μεγάλη ανάγκη τότε για προσωπικό.

«Στα χρόνια μου η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου είχε μια αξιοπρέπεια», λέει η Μαίρη Χαριτίδου. «Τελευταία όμως έχει ζυμωθεί μια πάλη των τάξεων. Μας κατηγορούν ότι είμαστε τεμπέληδες. Λένε ότι καθόμαστε». Στη δική της θέση ξεκαθαρίζει ότι δεν ισχύουν τα στερεότυπα για τον κλάδο της. Οταν τοποθετήθηκε στο αγροτικό ιατρείο στο χωριό Φανάρι, θυμάται ότι είχε αντικρίσει «πρωτόγονες εγκαταστάσεις». Πέρα από τις ελλείψεις σε υλικά και όργανα, οι φάκελοι των ασθενών ήταν πεταμένοι παντού. Για τους περισσότερους γιατρούς που είχαν περάσει από εκεί αυτός ο χώρος αποτελούσε αναγκαστική στάση στην επαγγελματική τους καριέρα, όχι προορισμό. «Εγώ όμως είχα έρθει για να μείνω», λέει η Χαριτίδου. Εξόπλισε το ιατρείο με τα απαραίτητα. Βρίσκεται εκεί δύο μέρες την εβδομάδα και τις υπόλοιπες περιοδεύει με τον γιατρό στα γύρω χωριά για να εξετάσουν τους κατοίκους τους. «Είναι αλήθεια ότι στο Δημόσιο δεν αντιμετωπίζεις το ίδιο εργασιακό άγχος, την ανασφάλεια που έχει κάποιος στον ιδιωτικό τομέα», λέει και προσθέτει ότι δεν παρότρυνε τις κόρες της να αναζητήσουν θέση στον κρατικό μηχανισμό. Μια στάση που δεν μοιράζονταν όλοι οι γονείς στην τοπική της κοινωνία.

Previous

tanea.gr

No comments: