29.5.12

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ ..ΣΥΝΕΧΕΙΑ

 

-1951_thumb2

Λιδορίκι 1951 , αραγμένο  στο  Αλωνάκι , το Ανδρεοπουλέϊκο λεωφορείο , αντιπροσωπευτικό  δείγμα  των λεωφορείων της  εποχής  εκείνης .Μπροστά δυο  αγαπημένοι φίλοι , ο Νίκος Σταματόπουλος , οδηγός και ΄πρωτανιψιός  του  Ανδρεόπουλου  και  Θανάσης  Φωτόπουλος πράκτορας  του  ΚΤΕΛ , για  τους  οποίους  κάποιο βραδάκι  θα μιλήσουμε  και  έχουμε  πολλά  να πούμε ..

                                 *                     *

   Συνεχίζοντας , αγαπημένοι  μου  φίλοι , τα  ..” νοσταλγικά “ ταξίδια , στο συγκοινωνιακό  μας  παρελθόν ,  φιλοξενούμε  σήμερα μια  υπέροχη “ ταξιδιωτική  ανάμνηση “ του αγαπητού μας  Θύμιου  Τσινταβή , γνωστού  Δικηγόρου  των Αθηνών ,  που  με την  ολοζώντανη και  ολόδροση αφήγησή  του , μας  ταξιδεύει ο  ίδιος  στα  μονοπάτια της  γλυκιάς  νοσταλγίας .

   Ο αγαπητός  μας Θύμιος , μας έχει ξαναδώσει  τη  χαρά με  άλλες  αναμνήσεις  του και  παλιότερα , επιθυμούμε  δε  και ελπίζουμε  , βεβαίως..βεβαίως , να  έχουμε  και  άλλες  στο  μέλλον ..

   Απολαύστε  τη…

                             *                      *

   ...Σήμερα ξαναθυμήθηκα εκείνα τα παλιά ταξίδια, που κάναμε από Αθήνα προς τα "άγια χώματα".   Αν μου επιτρέπετε να συνεχίσω, από  εκεί, που σταμάτησα την προηγούμενη φορά;       Αν ναι,διαβάστε... Αν όχι σβήστε τα...      Να σας θυμίσω,ότι την προηγούμενη φορά, είχα σταματήσει στο χωριό του πατέρα μου,το Σερνικάκι (ήταν και βαρύς χειμώνας βλέπετε,όπως ο φετεινός). Αυτό το χωριό μέσα στον ελαιώνα της Άμφισσας, με μικρό  υψόμετρο, είναι ό,τι πρέπει "για χειμαδιό;"...      Συγχωρέστε με, αν το λέω λάθος, είμαι βλέπετε  γέννημα-θρέμμα και γραμματιζούμενος; της πρωτεύουσας, (τρομάρα μου)  και δεν χειρίζομαι καλά την ελληνική γλώσσα, που χρησιμοποιεί ο λαός.       Προπολεμικά, λοιπόν, αυτό το χωριό ήταν πολύ πλούσιο. Είχε  (και έχει και σήμερα), βλέπετε, τις ελιές,που τότε είχαν αξία. Όλο το  χειμώνα το χωριό, εκτός των μόνιμων κατοίκων του (γύρω στους  700-800)γέμιζε κι από "μετανάστες", που πήγαιναν απ' άλλα χωριά, για  να βγάλουν "το μεροκάματο". Από τη Θεσσαλία και από άλλα χωριά του  νομού μας (Αγία Ευθυμία, Βουνιχώρα, Πεντεόρια, Μαλανδρίνο, Βραϊλα,  Διχώρι(Κοστάρτζα), Διακόπι(Γρανίτσα) κ.α). Έμεναν, στο Σερνικάκι, όλο  τον χειμώνα, από τον Οκτώβριο μέχρι το Φεβρουάριο-Μάρτιο συνεχώς, χωρίς να πάνε στα χωριά τους. Μόνο οι κοντινότεροι, (Αγία  Ευθυμία-Βουνιχώρα) πήγαιναν κανένα Σαββατοκύριακο ή 2-3 μέρες τα  Χριστούγεννα. Όταν έφευγαν,έπαιρναν οι περισσότεροι,όχι τόσο χρήματα,όσο "λάδι και ελιές" για τα μεροκάματά τους.

   Έτσι κι εγώ τώρα, που άνοιξε ο καιρός, λέω να "ξεσκαρίσω;".  Το λέω σωστά;
    ...Ένα πρωϊνό,λοιπόν, ξεκίνησα για την "Αηθυμιά", χωριό της   μητέρας μου. Πήρα το τοπικό λεωφορείο  Ιτέας-Άμφισσας και έφθασα στο  πρακτορείο του τότε 12ου ΚΤΕΛ Φωκίδος, που βρισκόταν στο πάνω μέρος  της κάτω πλατείας Ησαϊα, όπου συστεγαζόταν με το καφενείο του Κάζου.

2-7-33-_thumb3

2-7-1933 , το  θρυλικό Φορτάκι  του μπάρμπα  Βασίλη Ρέλλου , αραγμένο  μπροστά  στο καφε..ζυθεστιατόριο , του  αείμνηστου  Κώστα  Κάζου , στην  κάτω  πλατεία  στην  Άμφισσα .

                             *                                *
    Εκεί πλέον έπρεπε να περιμένω το λεωφορείο, που ερχόταν από Αθήνα και που είχε "ανταπόκριση" με το άλλο από Άμφισσα για Ρέρεσι. (πάντοτε  μιλάμε για τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1951-60). Οι παλαιότεροι θα  θυμούνται,ότι τα λεωφορεία τερμάτιζαν, όχι στο Λιδωρίκι,αλλά στο  Ρέρεσι, εκείνα τα χρόνια,στο χάνι του Αδαμόπουλου.

_thumb2

Η παλιά  σιδερένια  γέφυρα  τύπου Beley , στο  Ρέρεσι .

IMG_0002_thumb2

Το  χάνι  '” Ρέρεσι “ του  Αποστόλη  Αδαμόπουλου και μπροστά κλασικός τύπος λεωφορείου , προφανώς 18αρι , που έκανε το δρομολόγιο της γραμμής .

                  

                                   *                     *


      Κατά το μεσημέρι, έφθασε επιτέλους, το λεωφορείο από Αθήνα. Ο βοηθός-εισπράκτορας αυτού του λεωφορείου σε συνεργασία με τον βοηθό του λεωφορείου, που θα συνέχιζε "για πάνω",άρχισε την μεταφορά των  αποσκευών, από την επάνω σχάρα του ενός στην σχάρα του άλλου. (Βλέπετε δεν είχαν "εφευρεθεί" οι μπαγκαζιέρες δεξιά και αριστερά κάτω). Και τι δεν περιελάμβανε το σύνολο!! Βαλίτσες ωραίες...Καλάθια (κοφίνια αν  προτιμάτε),τα οποία, στη προκειμένη περίπτωση, έπαιζαν το ρόλο της  βαλίτσας (που λεφτά για βαλίτσες;) γεμάτα με "ρούχα"!!,ως επί το  πλείστον. Ήσαν δώρα για τους δικούς τους στα χωριά,που έφερναν από την  Αθήνα και που είχαν αγοραστεί, ως επί το πλείστον, σε μικρές τιμές και  μερικά από καταστήματα, που πωλούσαν ρούχα "από δεύτερο χέρι" ή ήσαν 
δώρα...από "αμερικάνους".
     Βέβαια, δεν πιστεύω να περιμένατε να δείτε τρόφιμα, εκείνη  την εποχή. (Τρόφιμα υπήρχαν στην αντίθετη όμως κατεύθυνση από τα χωριά  στην Αθήνα...).
     Έτσι λοιπόν, μόλις ολοκληρώθηκε η μεταφορά των  αποσκευών,δόθηκε το "σύνθημα" να καθίσουν στις θέσεις τους και οι   επιβάτες. Συνήθως για τα μακρύτερα χωριά καθόντουσαν στα μπροστινά  καθίσματα.
     Και ενώ δεν είχε καλά-καλά ξεκινήσει το λεωφορείο, οι  επιβάτες (και περισσότερο οι γυναίκες) άνοιγαν τα ταγάρια τους (ή  μήπως τα λένε τράστα;) και έπαιρναν  μπροστά τους από μία, υφαντή χειροποίητη στον   αργαλειό,πετσέτα (ξέρετε διπλωμένη σταυρωτά) όπου περιείχετο το μεσημεριανό  (γιατί όχι και το βραδυνό;) φαγητό τους.   Οφείλω να ομολογήσω, ότι το "μενού" ήταν από  τα καλύτερα της τότε εποχής. Συνήθως ζεστή φραντζόλα ψωμί άσπρο! με  κασέρι!! και "μπόλικη" όρεξη. Το μενού είχε επίσης  και...γλυκά, απ'  αυτά που διατηρούνται εκτός ψυγείου, συνήθως λουκούμια, υποβρύχια και 
φοντάν. Πως να τα ζητήσουν όμως από το ζαχαροπλαστείο;   Ορισμένες "οι  δόλιες", που δεν τα κατάφερναν ή έστω δεν θυμούνταν να πουν αυτή τη ξενική λέξη,... σαν ""εκείνα, μαρέ, με το  κερασάκι "απ' πάν" και το χαρτί "απ' κάτ""--).
     Βέβαια και σ' αυτή τη περίσταση το φιλότιμο και η αλληλεγγύη,  σε πρώτη γραμμή. Τι θέλω να πω;  Ορισμένοι-ες "δεν είχαν πετσέτα"... 
Τότε άκουγες από δίπλα. "Μαρή για βάλε μια χαψιά στο στόμα σου,γιατί  και το ψωμί μου φαίνεται χθεσινό...και το "κασέρ" σαν να λαδώνει...  (δήθεν!).   Κι έτσι έδινε στη διπλανή, που έπαιρνε και "δοκίμαζε"  τρώγοντας τελικά, χωρίς να την προσβάλει.

   Τι αθώα χρόνια!!!
   Αυτή τη φορά οδηγός του λεωφορείου ήταν ο αείμνηστος Γιώργος Βελλίας, από το Μαλανδρίνο. (Γιά την ιστορία αυτού του ανθρώπου και πως βρέθηκε να εργάζεται στο ΚΤΕΛ, θα σας αποκαλύψω άλλη φορά). 
Εισπράκτορας του λεωφορείου, (βλέπετε έλειπε ο μόνιμος δικός του) ήταν  ένας γιός του μπάρμπα-Θανάση Ράπτη από τη Σκαλούλα, πολύ καλό παιδί, ο  Χρήστος, σήμερα πολύ καλός νοικοκύρης.
     Μετά τις στροφές, πάνω από την Άμφισσα,το λεωφορείο άφηνε πια το πλούσιο ελαιώνα και "έπιανε" άλλα εδάφη,άγονα,πετρώδη,άνυδρα,ποτισμένα  από τον κοπιαστικό ιδρώτα των κατοίκων τους, που προσπαθούσαν,να τα  δαμάσουν για να ζήσουν με τις οικογένειές τους.Άνθρωποι  αγνοί,καθαροί,με φιλότιμο και αλληλεγγύη προς τον διπλανό τους, όποιον  είχε ανάγκη.

    ""Πόσο έχουμε αλήθεια απομακρυνθεί σήμερα;..."".
      Με το φαγητό όμως και με το βουνίσιο πλέον αέρα, που μας  ερχόταν από τη Τρύπη (η κορυφή πάνω από την Αγία Ευθυμία, όπου πιο  μέσα οι Καρούτες), φθάσαμε στο πρώτο χωριό, την Αγία Ευθυμία.  Όπως  και το Σερνικάκι, απ' ό,τι γνωρίζετε,τα δυο χωριά ανήκουν στη   Παρνασσίδα. Παρ' όλα ταύτα και παρά τη μικρή απόσταση που τα   χωρίζει,είχαν και έχουν σημαντικές διαφορές. Η Αγία Ευθυμία ήταν χωριό  φτωχό κι έτσι οι κάτοικοι της αναγκάζονταν να φύγουν για να μπορέσουν  να ζήσουν. Η Αμερική και η Αυστραλία "φιλοξένησαν" πολλούς. Άλλοι  ήρθαν στην Αθήνα,στον Πειραιά ή πήγαν στη Θεσσαλονίκη  και αλλού, όπου  μεγαλούργησαν.
       Σ' αυτό το χωριό λοιπόν, είχα σκοπό να παραμείνω. 
Είναι,βλέπετε, το χωριό που γεννήθηκε η μητέρα μου κι όπου τότε ζούσαν  ο παππούς με τη γιαγιά μου. Αυτό το χωριό, όπως είναι γνωστό, κατά τη  διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου είχε βομβαρδισθεί,τις πρώτες μέρες  μάλιστα, και είχε καεί ολόκληρο δυο φορές. Μία από τους Γερμανούς και  μια από τους Ιταλούς. Τα περισσότερα (για να μη πω όλα) τα σπίτια  έστεκαν ερειπωμένα-καμένα. Οι κάτοικοι είχαν επισκευάσει όπως-όπως  μικρά παραπήγματα (συνήθως τις αχυρώνες) με "τσίγκα" από πάνω, χώμα 
για δάπεδο και μερικά σανίδια καρφωμένα για να κλείνουν τα ανοίγματα  των παραθύρων.   Αυτά για να μη ξεχνούμε...
     Το λεωφορείο έφτασε στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπου έκανε στάση για να αποβιβαστούν οι επιβάτες, που προοριζόντουσαν για εκεί.
     Εγώ δεν κατέβαινα στην πλατεία, αλλά "ελέω πατρός...", το  λεωφορείο έκανε "ειδική" στάση για μένα λίγο πιο πέρα (στου 
Χριστόφορου), για να είμαι πιο κοντά  στο σπίτι μου. Έλα όμως, που ο   οδηγός δεν το θυμήθηκε;; και γελώντας, ήταν (γαρ) πολύ φίλοι με τον  πατέρα μου,δεν σταμάτησε! κι έτσι βρέθηκα να συνεχίζω το ταξίδι μου,  εκούσια-ακούσια, σε άγνωστη για μένα μέχρι τότε περιοχή. "Έλα  Τσινταβάκο, έτσι με έλεγαν όλοι οι του ΚΤΕΛ,να γνωρίσεις κι άλλα  άγνωστα σου μέρη!..., μου είπε ο αλησμόνητος εκείνος άνθρωπος.
    Άλλο που δεν ήθελα,εδώ που τα λέμε...
    Μετά από μισή ώρα και κάτι παραπάνω περίπου και ενώ το 
λεωφορείο ανέβηκε, ασθμαίνοντας, την ανηφόρα στη νοτιοανατολική πλαγιά  της Γκιώνας, συνεχίζοντας να βλέπω την Αγία Ευθυμία,αλλά και πέρα τον Κορινθιακό κόλπο, με τα βουνά της Πελοποννήσου, φτάσαμε σε μια στροφή του δρόμου (την Αράμπαλη), όπου χάθηκε η Αγία Ευθυμία. Τότε απευθυνόμενος με  "δασκαλικό" ύφος,στον οδηγό, του λέω: "Τώρα φτάνουμε στη Βουνιχώρα!". 
Αυτός τα 'χασε και γυρίζοντας γεμάτος απορία με ρωτάει: Που το ξέρεις  αφού δεν έχεις ξαναέρθει;
    "Ήσαν τόσες πολλές οι αφηγήσεις, που είχα ακούσει τόσο από τον  πατέρα μου, όσο και από τους εργαζόμενους των λεωφορείων, που ήταν σαν  να είχα ξαναπάει.
     Να και η Βουνιχώρα!. Ίδια κι απαράλλακτη με την Αγία  Ευθυμία.Λίγο μικρότερη, βέβαια,αλλά το ίδιο "καμένη", όπως κι η άλλη.  Στάση για αποβίβαση.
    Τι μου ήρθε και μένα,να ζητήσω, ο έρημος, λίγο νερό για να  πιώ...     Τότε όλοι γύρισαν και με κοίταξαν απορημένοι. ( Καλά απ' το  Παρίσι τον φέρανε αυτόν; σίγουρα θα αναρωτήθηκαν μέσα τους).  Εδώ,  παιδί μου, δεν έχουμε νερό, είναι πολύ λίγο αυτό που έχουμε.  Και όταν  διψάει κανείς τι γίνεται,πως ξεδιψάει; συνέχισα με "αθηναϊκή...  απορία, για να μη πω τίποτα άλλο".  Τότε, ένας με "ειλικρίνεια;, που αρμόζει σε τέτοιες περιστάσεις", μου είπε
το ανεπανάληπτο, χαριτολογώντας;; δεν ξέρω. "Εμείς εδώ, όταν διψάμε   πίνουμε μόνο κρασί, που έχουμε μπόλικο, αν θες να σου δώσουμε και  σένα". Κόκκαλο εγώ.    Ήταν αυτή η άδολη και ανεπιτήδευτη, αληθινή  στάση αυτών των τότε ανθρώπων, που και την ανέχεια την έκαναν τρόπο  ζωής κι έτσι κατόρθωσαν να επιβιώσουν σ΄εκείνα τα μέρη και να  προοδεύσουν, χωρίς μεμψιμοιρία και "αχ και βαχ".
    Απ' αυτούς να πάρουμε μαθήματα, τώρα στη κατάσταση, που  βρεθήκαμε σαν χώρα...
     Αφού τελείωσε η αποβίβαση των επιβατών, πήραν αυτοί τις  αποσκευές τους και το λεωφορείο ξεκίνησε πάλιν.
     Μετά από κανένα τέταρτο της ώρας, η Βουνιχώρα χάθηκε και ο  δρόμος έγινε λίγο κατηφορικός.   Εγώ...το βιολί μου... "Πλησιάζουμε  στον Άγιο Κων/νο!" (διασταύρωση με το δρόμο προς Πεντεόρια). Βρε  Τσινταβάκο,που το ξέρεις; Τα ίδια πάλιν.  Σ' αυτή τη διασταύρωση το  λεωφορείο σταμάτησε, όχι για να "κατεβάσει" επιβάτες, αλλά για να  "πάρει" μερικούς Πεντεορίτες, που ήθελαν να πάνε στο Λιδωρίκι.   Άντε  ξανά συνέχεια.   Τι αέρας αλήθεια φύσαγε πλέον! Καθαρός βουνίσιος  ανακατεμένος με λίγο μακρινό θαλασσινό.   Από θέα δε,αφήστε τα  καλύτερα... Από ψηλά (σαν σε αεροπλάνο) φαίνονται και τι δεν  φαίνονται, Δελφοί,Δεσφίνα,μακριά-ψηλά στον Παρνασσό, Ιτέα,παραλιακά  χωριά Φωκίδας,Ερατεινή,πέρα μακριά Ναύπακτος,κάτω στη θάλασσα. Πρέπει  να βρεθεί κανείς
εκεί,για να καταλάβει τι εννοώ, γι' αυτή τη ανεπανάληπτη εικόνα.
    Με τούτα και μετ' άλλα όμως, να σου μπροστά μας η διασταύρωση  της Ερατεινής. Τέλος η θάλασσα...   Εμείς όλο δεξιά, περνάμε από ένα  στενό πέρασμα και να σου μπροστά μας, (στο αριστερό του δρόμου) η  διασταύρωση προς το
μοναστήρι του Κουτσουρού και τα χωριά των ορέων του Λιδωρικίου. Μη με ρωτήσετε όμως τώρα ποιά είναι, γιατί δεν τα ήξερα, αφού δεν πήγαινε...λεωφορείο του ΚΤΕΛ (ποιός να μου τα πει;). Τα έμαθα πολύ αργότερα.
 
       Μιά-δυό στροφές και να σου μπροστά μας άρχισε να ξεδιπλώνεται οκάμπος της Βελάς.  Δεξιά μας οι υπώρειες της Γκιώνας με το Μαλανδρίνο,  χαμηλά λίγο πάνω από το κεντρικό δρόμο. Αριστερά μας, πάντοτε, τα όρη  του Λιδωρικίου, όπως λέγονται, με την Αμυγδαλιά (Πλέσσα) και πιο πέρα  τη Βραϊλα.Όλος ο κάμπος γεμάτος χωράφια καλλιεργημένα  (στάρια-κριθάρια-βρώμη).  Σ΄όλα τα χωράφια, κόσμος, που εργαζόταν για  να μπορέσει να βγάλει τον επιούσιο. Γυναίκες με τις μαντήλες τους στο  κεφάλι και κάποιοι λιγότεροι άνδρες έσκαβαν και ομόρφαιναν  ημερεύοντας! τον τόπο (σήμερα όλα τ΄αφήσαμε και ρήμαξαν...). Γιατί  άραγε;

1_thumb2

  Το  χάνι  του  Κότταρη , τα  “ Κοτταρέϊκα “ που  λέει Ο θύμιος , όπως  είναι  σήμερα .

                          *                     *


        Στάση, που λοιπόν;, στα "Κοτταρέϊκα". Η στάση αυτή 
εξυπηρετούσε τους κατοίκους του  Μαλανδρίνου,της Πλέσσας και των πίσω  χωριών.Εκεί πλέον το λεωφορείο άδειαζε σχεδόν το μισό. Η στάση  διαρκούσε αρκετό χρόνο (κατέβασμα των αποσκευών από τη σχάρα πάνω από  το λεωφορείο). Ξέρετε, έπρεπε να προσέχει πολύ ο
εισπράκτορας, την όλη διαδικασία,γιατί υπήρχε κίνδυνος να χαθεί  κάτι,αν δεν είχε μεριμνήσει να δέσει καλά τα πράγματα. Επίσης αν ήταν  καιρός για βροχή, έπρεπε να σκεπάσει τις αποσκευές με μουσαμά, αφού  τον δέσει κι αυτόν κατάλληλα. Με λίγα λόγια ο εισπράκτορας έκανε  "τέχνη"!
      Τι ήταν όμως τα "Κοτταρέϊκα";   Σαν εικόνα,μπροστά στα μάτια  μου, φαντάζει ακόμη και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια. Μια όαση, μέσα  στον έρημο τόπο, ο κήπος της Εδέμ. Ένα καταπράσινο κτήμα, γεμάτο  κληματαριές, οπωροφόρα δέντρα, λουλούδια και όχι μόνο,ο Μύλος.  Επικεφαλής ο γερο Κότταρης με τη χαρούμενη πολυμελή οικογένειά του,  που προσφερόντουσαν να κεράσουν ναπό "υποβρύχιο" μέχρι διάφορα φρούτα  με δροσερό νεράκι,επί τέλους. Αα, πως μου φάνηκε, μετά την ανηφόρα...
 
      Από 'κει και πέρα ίσιος φιδωτός δρόμος μέχρι τη σημερινή  Πεντάπολη, που τότε ακόμη δεν είχε πλήρως σχηματιστεί;... Υπήρχε και η  Στρούζα ακόμη.   Μια μικρή στάση πάλιν και ολοταχώς πλέον για Λιδωρίκι.
     Τι μεγαλείο!. Γεμάτο πληγές του πολέμου και όχι μόνο, αλλά μια  περήφανη κωμόπολη ζωντανή, που μόλις άρχιζε "να παίρνει τα πάνω της  πάλιν". Εκεί κι αν υπήρχαν γνωστοί και φίλοι του πατέρα μου. Καλύτερα  να μη πω ονόματα, γιατί ήσαν τόσοι πολλοί που φοβάμαι, ότι δεν θα τους  αναφέρω όλους. Μεγάλη στάση εκεί. Άλλοι κατέβηκαν, άλλοι ανέβηκαν για  να συνεχίσουμε το ταξίδι. Κέντρο εμπορικό, τότε το Λιδωρίκι. Γεμάτο  πάσης φύσεως μαγαζιά. Κόσμος πολύς κι από άλλα χωριά, που είχαν πάει 
για δουλειές.
    "Άντε κολλάτε πάνω, να μαζεύουμε δρόμο, γιατί θα μας πάρει  νύχτα". Το παράγγελμα δόθηκε και το λεωφορείο ξεκίνησε, για το 
τελευταίο κομμάτι της διαδρομής του. Μη με ρωτήσετε, βέβαια, για την  επόμενη διαδρομή μέχρι το Ρέρεσι, γιατί εγώ κατέβηκα εκεί και άλλαξα  λεωφορείο...
 
        Που πήγα;...  Μόλις είχε φτάσει το λεωφορείο από Ρέρεσι για  Άμφισσα κι έπρεπε να γυρίσω πίσω, στην Αγία Ευθυμία, όπως είπαμε...  και μάλιστα πριν νυχτώσει, γιατί δεν θα βλεπα να πάω στο σπίτι. Ξέρετε  τότε που ηλεκτρικό;
         Άλλες εντυπώσεις εκείνης της περιόδου... προσεχώς.
 
                                                Φιλικά
 
                                        Ευθύμιος Β. Τσινταβής

No comments: