5.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ.. “ ΨΩΜΙΟΥ “

 

        ΤΟ  ΠΛΥΣΙΜΟ  ΤΟΥ  ΣΙΤΑΡΙΟΥ

   ΈΡγινε , ας  υποθέσωμε , το  λίχνισμα , έγινε  και  το  ρεμόνισμα , έγινε  και  τρο  καθάρισμα του  σιταριού  στ’ αλώνι , κι όμως ακόμα δεν  μπορείς να  πεις πως  καθαρίστηκε κατάκαλα , πως  έγινε..ρύζι , όπως  το  λένε το σιτάρι το  ολοκάθαρο .

   Ντύματα ( καλύμματα των  σπειριών ) άψυχα σπειριά αίρα , αγριοκόκκι , βίκο , δεν κρατεί το  ρεμόνι και  ξεπερνούν μαζί με το  σιτλαρι . Αν  τύχει και  δαυλιτισμένο το σιτάρι , μούντζοτο ! Θα  είναι μισό  και  μισό .Μισό  σιτάρι , μισό  δαυλίτης  ! Τέτοιο  ακάθαρτο  σιτάρι πως  μπορεί  να  πάει  στο  μύλο ! Θέλει  πλύσιμο με  νερό . Γι’ αυτό απ’ το  αλώνι το  φέρνουν το  σιτάρι  ίσια  στη  βρύση .

   Εκεί  η  γυναίκα βάζει το  καζάνι κάτω απ’ την ντζουρνάρα  της και πιάνει το  νερό  που  πέφτει , χύνει μέσα  και  κάμποσο σιτάρι απ’ το  σακκί . Ξαρμίζεται , χώνει  τις χούφτες , χουφτώνει όσο μπορεί , το  τρίβει . Ανακαταεύει με  τα  δυο  της  χέρια .

   Σισά – σιγά , οι  ζουριές ξεπετιούνται και  πλέουν στην  απανομεριά . Τα  σκύβαλα αυτά  τα  συμμαζεύει με  τις  χούφτες και τ’ απιθώνει χάμω ή σε  κάποια  πέτρα πάνω . Πλαίνει , ξαναπλαίνει το  σιτάρι , κάθε  φορά βγάζει και τις  ζουριές . Τα ίδια κι όλο  τα  ίδια ωσπού  γίνεται το  νερό  λαγαρό , που  δείχνει πως  πλύθηκε το  σιτάρι όσο  είναι  μέσα  στο  καζάνι και  δεν  έχει πια  ακαθαρσίες .

   Πιάνει τότε απ’ τ’ αρβάλια και  ξεσέρνει  το  καζάνι παραόξω απ’ τη  ντζουρνάρα κι αδειάζει το  πλυμμένο  στα  σακκιά . Ξαναπλαίνει , ξανααδειάζει , κι ευτύς που  γεμίσουν τα  σακκιά , τα  κόβει ένα -  ένα  στον  ώμο και  τα  κουβαλάει στο  αλώνι , στην  αυλή , στη  λάκκα , όπου  τον  βολεύει  καλύτερα , της  πρόχει  να  το  φυλάει  δηλαδή . Τ’ απλώνει πάνω σε χεράμια , σε  σεντόνια , σ’ ό,τι  σκουτί έχει  στο σπίτι  της και  της  βρεθεί πρόχειρο  να το  στρώσει .

   Τ’ αφήνει εκεί και  λιάζεται απ’ το  πρωί ως  το  βράδυ που  θα  γείρουν  τ΄απόσκια . Ένα  παιδί , αγόρι ή  κορίτσι , ή  και  η  ίδια  η  νοικοκυρά κάποτε κάθεται εκεί παραπέρα στον  ίσκιο και  φυλάει σαν τ’ άγρυπνο  σκυλί και διώχνει μακριά τα  γουρούνια , τις  κότες ..μην  το  φάνε ..

   Κάπου  - κάπου σηκώνεται κι απ’ τη  θέση  της , πάει γονατίζει  μέσα στο  σιτάρι και το  γυρίζει με  τα  χέρια για  να  λιαστεί κι απ’ την  άλλη  μεριά . Κι όταν ο ήλιος βασιλέψει , παίρνει σπειριά  και  τα  βάζει στο  στόμα  της , τα  μασάει με τα  δόντια , να  ιδεί  αν τρίβονται !

   Αν  κρουτσανάει το  σιτάρι : πάει  λιάστηκε , λέει . Πιάνει τις άκρες  απ’ το  χεράμι , το  συμμαζεύει και  το  σακκιάζει . Παίρνει ένα – ένα σακιά , το φέρνει σπίτι  και  τ’ αδειάζει στην  κοφίνα ή  κουβέλα , στο  κασόνι ή  αμπάρι . Είναι για  το  μύλο  έτοιμο το  σιτάρι , πλυμμένο και  λιασμένο .

   Τη  στιγμή  τούτη  ο  γεωργός βρίσκεται στη  μεγαλύτερη  ευτυχία  του .

    -Έβαλε το  ψωμάκι  του μέσα , κι ας  πάει σαν  πάει , λέει ..

     Καλό σας  απόγευμα …Κ.Κ.-

 

 

No comments: