ΤΟ ΠΛΥΣΙΜΟ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ
ΈΡγινε , ας υποθέσωμε , το λίχνισμα , έγινε και το ρεμόνισμα , έγινε και τρο καθάρισμα του σιταριού στ’ αλώνι , κι όμως ακόμα δεν μπορείς να πεις πως καθαρίστηκε κατάκαλα , πως έγινε..ρύζι , όπως το λένε το σιτάρι το ολοκάθαρο .
Ντύματα ( καλύμματα των σπειριών ) άψυχα σπειριά αίρα , αγριοκόκκι , βίκο , δεν κρατεί το ρεμόνι και ξεπερνούν μαζί με το σιτλαρι . Αν τύχει και δαυλιτισμένο το σιτάρι , μούντζοτο ! Θα είναι μισό και μισό .Μισό σιτάρι , μισό δαυλίτης ! Τέτοιο ακάθαρτο σιτάρι πως μπορεί να πάει στο μύλο ! Θέλει πλύσιμο με νερό . Γι’ αυτό απ’ το αλώνι το φέρνουν το σιτάρι ίσια στη βρύση .
Εκεί η γυναίκα βάζει το καζάνι κάτω απ’ την ντζουρνάρα της και πιάνει το νερό που πέφτει , χύνει μέσα και κάμποσο σιτάρι απ’ το σακκί . Ξαρμίζεται , χώνει τις χούφτες , χουφτώνει όσο μπορεί , το τρίβει . Ανακαταεύει με τα δυο της χέρια .
Σισά – σιγά , οι ζουριές ξεπετιούνται και πλέουν στην απανομεριά . Τα σκύβαλα αυτά τα συμμαζεύει με τις χούφτες και τ’ απιθώνει χάμω ή σε κάποια πέτρα πάνω . Πλαίνει , ξαναπλαίνει το σιτάρι , κάθε φορά βγάζει και τις ζουριές . Τα ίδια κι όλο τα ίδια ωσπού γίνεται το νερό λαγαρό , που δείχνει πως πλύθηκε το σιτάρι όσο είναι μέσα στο καζάνι και δεν έχει πια ακαθαρσίες .
Πιάνει τότε απ’ τ’ αρβάλια και ξεσέρνει το καζάνι παραόξω απ’ τη ντζουρνάρα κι αδειάζει το πλυμμένο στα σακκιά . Ξαναπλαίνει , ξανααδειάζει , κι ευτύς που γεμίσουν τα σακκιά , τα κόβει ένα - ένα στον ώμο και τα κουβαλάει στο αλώνι , στην αυλή , στη λάκκα , όπου τον βολεύει καλύτερα , της πρόχει να το φυλάει δηλαδή . Τ’ απλώνει πάνω σε χεράμια , σε σεντόνια , σ’ ό,τι σκουτί έχει στο σπίτι της και της βρεθεί πρόχειρο να το στρώσει .
Τ’ αφήνει εκεί και λιάζεται απ’ το πρωί ως το βράδυ που θα γείρουν τ΄απόσκια . Ένα παιδί , αγόρι ή κορίτσι , ή και η ίδια η νοικοκυρά κάποτε κάθεται εκεί παραπέρα στον ίσκιο και φυλάει σαν τ’ άγρυπνο σκυλί και διώχνει μακριά τα γουρούνια , τις κότες ..μην το φάνε ..
Κάπου - κάπου σηκώνεται κι απ’ τη θέση της , πάει γονατίζει μέσα στο σιτάρι και το γυρίζει με τα χέρια για να λιαστεί κι απ’ την άλλη μεριά . Κι όταν ο ήλιος βασιλέψει , παίρνει σπειριά και τα βάζει στο στόμα της , τα μασάει με τα δόντια , να ιδεί αν τρίβονται !
Αν κρουτσανάει το σιτάρι : πάει λιάστηκε , λέει . Πιάνει τις άκρες απ’ το χεράμι , το συμμαζεύει και το σακκιάζει . Παίρνει ένα – ένα σακιά , το φέρνει σπίτι και τ’ αδειάζει στην κοφίνα ή κουβέλα , στο κασόνι ή αμπάρι . Είναι για το μύλο έτοιμο το σιτάρι , πλυμμένο και λιασμένο .
Τη στιγμή τούτη ο γεωργός βρίσκεται στη μεγαλύτερη ευτυχία του .
-Έβαλε το ψωμάκι του μέσα , κι ας πάει σαν πάει , λέει ..
Καλό σας απόγευμα …Κ.Κ.-
No comments:
Post a Comment