9.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ : “ ΟΤΑΝ ΤΟ ΑΜΠΑΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟ “..

 

               Λ  Α  Ο  Γ  Ρ  Α  Φ  Ι  Α

      Όταν  το  αμπάρι  είναι  γεμάτο

   Άς αφήσουμε τη  σμίξη  των  ψωμιών κι’ ας  έρθουμε  στην  εποχή που  έχει  γεμάτα τα  αμπάρια  του  ο  γεωργός .

   Όταν  το  σιτάρι είναι  πλυμένο και συμμαζεμένο στο  κασόνι ή στην κοφίνα , το  άλεσμα δεν  έχει  καμιά  δυσκολία .

   Τραβούν  σόδεμα , όσο  είναι  αρκετό για  να  γίνει  το  φόρτωμα – ( ανοίγουν  δηλαδή την  τρύπα του  κασονιού ή  της  κοφίνας , βάζουν  αποκάτω το  σακί , και  το  σιτάρι πέφτει μόνο  του  μέσα . Άμα  γεμίσει το  ένα  σακί , το  αποσύρουν και  βάζουν και  τ’ άλλο ωσπού να  γεμίσει  και  κείνο . Αυτό είναι  το  τραβούν σόδεμα , που  λένε  αυτοί ) – ή  ανοίγουν το  κασόνι από πάνω , μπάζουν  κανένα  σαγάνι ή  άλλο τίποτα , το  γεμίζουν  σιτάρι , τ’ αδειάζουν στα  σακιά , το  ξαναμπάζουν , το  ξαναδειάζουν κι έτσι  σιγά – σιγά τα  γεμίζουν .

   Τράβηξε τέλος , είτε έτσι  είτε  αλλιώς , κανείς και  γέμισε τα  σακιά  του , λέει πως  έφτιασε  το  άλεσμα έτοιμο  για το  μύλο .

   Σαν τύχει να  είναι  άπλυτο  το  σιτάρι το  κοφινιασμένο , πριν  το  πάνε για  άλεσμα  στο  μύλο , πρέπει να το  φτιάσει η  νοικοκυρά . Φτιάσιμο  λένε αυτοί το  ξεκαθάρισμα απ’ τις  ζουριές , σα  να πεις απ’ τις  πετρίτσες , απ’ τα  χώματα κι’ απ’ όλα  τ’άλλα όσα  έχει  μέσα . Αυτά βγαίνουν  με  το  ρεμόνι ή με  τον  αρέλεγο _- ( αρέλεγος είναι κι’ αυτό  ρεμόνι , αλλά με  πάτο  από  συρματόπλεγμα καμωμένο ) . Καθαρίδια τα  λένε όσα  βότσαλα απομένουν ύστερα από  το  ξεκαθάρισμα του  σιταριού . Αυτά ρίχνονται  στις  κότες  ή  στο  γουρούνι .

   Το  καθαρό  σιτάρι σακιάζεται συνήθως σε  δυο  σακιά για  να  φορτώνει το ένα  από δω και  το  άλλο από  κει ο γεωργός στο  μουλάρι του . Οι μεριές αυτά . Ανάμεσα  στις  μεριές καταποπάνω στο  σαμάρι φορτώνει κι’ ένα  άλλο  σακί μικρό , το  πανωγόμι όπως  το  λένε , που  συνήθως δεν  λείπει από  κανένα φορτί , που  το  πάνε  για  άλεσμα . Από τούτη  την  αιτία βγήκε  η  παροιμία : έχω και  πανωγόμι , που  θα πει : εξόν από  τα  άλλα  βάρη έχω  και  κάτι  επιπλέον .

   Επίσης : Δεν  μας  λείπει το  πανωγόμι = δεν  μας  απολείπει επιπρόσθετη  ενόχληση , σα  να μην  έφταναν οι  τόσες  άλλες . Η παροιμία  έγινε , γιατί  σχεδόν κατά  κανόνα το  πανωγόμι που  φορτώνει ο  γεωργός  στο ζώο  του , δεν  περιέχει  δικό του  σιτάρι , αλλά το άλεσμα  κανενός γείτονα , που  μη  έχοντας δικό  του  φορτιάρικο , παρακαλεί να του  το  φέρει τούτος μαζί με  το  δικό του . Είναι λοιπόν ένα επί πλέον φόρτωμα έξω από  εκείνο που υπολόγιζε κανείς , μια  ενόχληση .

                    Στο   μύλο

   Όταν ο  γεωργός δεν  έχει δικό του  ζώο για να φέρει το  άλεσμα  στο  μύλο , απ’ ανάγκη ζητάει ζώο απ’ το  γείτονα , το  συγγενή του ή  το  φίλο . Ωστόσο συνήθως ντιριέται , δηλαδή ντρέπεται , δεν  θέλει  να  υποχρεωθεί στον  άλλον ο γεωργός , και  τότε  τι  πρέπει  να  γίνει !

   Η νοικοκυρά του , παίρνει  την τριχιά της ( τρίχινο  σχοινί ) και  φορτώνεται ένα  σακί τριάντα – σαράντα οκάδες άλεσμα και  πάει  στο  μύλο να το  ξαλέσει .

   Ξάλεσμα λένε γι’ αυτό  το  λίγο που  το  πάει στην  πλάτη  φορτωμένη για  να το  αλέσει . Η διαφορά του  άλεσμα  και ξέλεσμα είναι ξώφθαλμη . Τα  δυο  σακιά ( 70 – 80 οκάδες ) , τα  φορτωμένα σε  ζώο , είναι το άλεσμα , το  ένα  που η γυναίκα  φορτώνεται , είναι  το  ξάλεσμα .

   Τη  διαφορά την καταλαβαίνεις αν  συναντήσεις καμιά  γυναίκα  φορτωμένη που  να  σέρνει και  ζώο φορτωμένο  και  ρωτήσεις :

    - Τι  πας  αυτού ;

    - Τούτο πόιχω απάνω μου , σου  λέι , είναι  το  ξάλεσμα κι’ αυτό  που ‘ναι στο  ζώο  φορτωμένο , υο άλεσμα . Δίνω  και  την  εικόνα αυτής  της  γυναίκας : στον  αγκώνα της  κρατεί το  καπίστρι του  αλόγου , στη  μασκάλη τη  ρόκα με τη  μεγάλη  τουλούπα και  γνέθει , όλο  γνέθει . Ή κρατεί στα  δυο χέρια ένα  τσουράπι κι όλο  πλέκει . Κάποτε βαστάει και  το  βυζανιάρικο , γιατί δεν  είχε με  ποιόν να τ’ αφήσει σπίτι , και  το  πήρε  μαζί της στο  μύλο .

   Πάντα , τέλος , μ’ αδειανά χέρια απ’ τα  σπάνια είναι να ιδείς απαλέτρα . Τόσο αν  έχει κι’ άλλους  αποδότες να τη  βοηθούν , μπορεί να  πάει κι’ αργένικη  στο  μύλο , κι’ αυτό  είναι  σπάνιο .

   Κάποτε το  φέρνει φορτωματιάτικο , όπως λέγεται ολόκληρο  το  άλεσμα , δυο  σακιά δηλαδή  φορτωμένα σε  ζώο .

   Χαρά στα  χωριά που  έχουν νερό  πολύ , κι’ έχουν και  το  μύλο τους  κοντά , στη  μέση  δηλαδή ή  την  άκρη του  χωριού ! Σε τέτοια χωριά έβαλες το  άλεσμά σου  πάνου στο ζω , ώσπου  να φτύσεις το ‘ φερες στο  μύλο , το  παρέδωσες στο  μυλωνά να  τ’ αλέσει , γύρισες . Έκαμες και τη  δουλειά  που  σε περίμενε στο  σπίτι , ξαναπάς  το  παίρνεις ..

   Αλλά που  να ‘χουν αυτές  τις  βολές όλα  τα  χωριά , τα  περισσότερα είναι ξεροχώρια ή  δεν έχουν πολύ  το  νερό . Σ’αυτά είναι  μακριά  ο  μύλος  , ώρα ολάκερη  περπατείς  κάποτε για  να  πας εκεί  που  βρίσκεται , συνήθως κάτω  στην  άκρη στο  ποτάμι που  τρέχει  το  νερό .

   Κρακ- κρακ – κρακ , ακούς σύντας  θα  σιμώσεις . Είναι ο  κρότος του  βαρδαριού του .

   Στην  αυλή  του  μύλου , έχουν  χτισμένα τα  πεζούλια , ξεροτοιχάκια δηλαδή  χαμηλά για  να  ακουμπούν οι  απαλέτρες , ν’ απιθώνουν το  άλεσμα . Γι’ αυτό κι είναι  πάνω εκεί τόσα  πολλά  σακιά με  αλέσματα . Μπαίνεις στο μύλο μέσα , τα  ίδια , στοίβες ως  εκεί  πάνω τα  σακιά , και  περιμένουν  την αράδα  τους για  να  αλεστούν .

Στο  επόμενο : “ Η αράδα  στο  άλεσμα “

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ….

No comments: