Λ Α Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
Όταν το αμπάρι είναι γεμάτο
Άς αφήσουμε τη σμίξη των ψωμιών κι’ ας έρθουμε στην εποχή που έχει γεμάτα τα αμπάρια του ο γεωργός .
Όταν το σιτάρι είναι πλυμένο και συμμαζεμένο στο κασόνι ή στην κοφίνα , το άλεσμα δεν έχει καμιά δυσκολία .
Τραβούν σόδεμα , όσο είναι αρκετό για να γίνει το φόρτωμα – ( ανοίγουν δηλαδή την τρύπα του κασονιού ή της κοφίνας , βάζουν αποκάτω το σακί , και το σιτάρι πέφτει μόνο του μέσα . Άμα γεμίσει το ένα σακί , το αποσύρουν και βάζουν και τ’ άλλο ωσπού να γεμίσει και κείνο . Αυτό είναι το τραβούν σόδεμα , που λένε αυτοί ) – ή ανοίγουν το κασόνι από πάνω , μπάζουν κανένα σαγάνι ή άλλο τίποτα , το γεμίζουν σιτάρι , τ’ αδειάζουν στα σακιά , το ξαναμπάζουν , το ξαναδειάζουν κι έτσι σιγά – σιγά τα γεμίζουν .
Τράβηξε τέλος , είτε έτσι είτε αλλιώς , κανείς και γέμισε τα σακιά του , λέει πως έφτιασε το άλεσμα έτοιμο για το μύλο .
Σαν τύχει να είναι άπλυτο το σιτάρι το κοφινιασμένο , πριν το πάνε για άλεσμα στο μύλο , πρέπει να το φτιάσει η νοικοκυρά . Φτιάσιμο λένε αυτοί το ξεκαθάρισμα απ’ τις ζουριές , σα να πεις απ’ τις πετρίτσες , απ’ τα χώματα κι’ απ’ όλα τ’άλλα όσα έχει μέσα . Αυτά βγαίνουν με το ρεμόνι ή με τον αρέλεγο _- ( αρέλεγος είναι κι’ αυτό ρεμόνι , αλλά με πάτο από συρματόπλεγμα καμωμένο ) . Καθαρίδια τα λένε όσα βότσαλα απομένουν ύστερα από το ξεκαθάρισμα του σιταριού . Αυτά ρίχνονται στις κότες ή στο γουρούνι .
Το καθαρό σιτάρι σακιάζεται συνήθως σε δυο σακιά για να φορτώνει το ένα από δω και το άλλο από κει ο γεωργός στο μουλάρι του . Οι μεριές αυτά . Ανάμεσα στις μεριές καταποπάνω στο σαμάρι φορτώνει κι’ ένα άλλο σακί μικρό , το πανωγόμι όπως το λένε , που συνήθως δεν λείπει από κανένα φορτί , που το πάνε για άλεσμα . Από τούτη την αιτία βγήκε η παροιμία : έχω και πανωγόμι , που θα πει : εξόν από τα άλλα βάρη έχω και κάτι επιπλέον .
Επίσης : Δεν μας λείπει το πανωγόμι = δεν μας απολείπει επιπρόσθετη ενόχληση , σα να μην έφταναν οι τόσες άλλες . Η παροιμία έγινε , γιατί σχεδόν κατά κανόνα το πανωγόμι που φορτώνει ο γεωργός στο ζώο του , δεν περιέχει δικό του σιτάρι , αλλά το άλεσμα κανενός γείτονα , που μη έχοντας δικό του φορτιάρικο , παρακαλεί να του το φέρει τούτος μαζί με το δικό του . Είναι λοιπόν ένα επί πλέον φόρτωμα έξω από εκείνο που υπολόγιζε κανείς , μια ενόχληση .
Στο μύλο
Όταν ο γεωργός δεν έχει δικό του ζώο για να φέρει το άλεσμα στο μύλο , απ’ ανάγκη ζητάει ζώο απ’ το γείτονα , το συγγενή του ή το φίλο . Ωστόσο συνήθως ντιριέται , δηλαδή ντρέπεται , δεν θέλει να υποχρεωθεί στον άλλον ο γεωργός , και τότε τι πρέπει να γίνει !
Η νοικοκυρά του , παίρνει την τριχιά της ( τρίχινο σχοινί ) και φορτώνεται ένα σακί τριάντα – σαράντα οκάδες άλεσμα και πάει στο μύλο να το ξαλέσει .
Ξάλεσμα λένε γι’ αυτό το λίγο που το πάει στην πλάτη φορτωμένη για να το αλέσει . Η διαφορά του άλεσμα και ξέλεσμα είναι ξώφθαλμη . Τα δυο σακιά ( 70 – 80 οκάδες ) , τα φορτωμένα σε ζώο , είναι το άλεσμα , το ένα που η γυναίκα φορτώνεται , είναι το ξάλεσμα .
Τη διαφορά την καταλαβαίνεις αν συναντήσεις καμιά γυναίκα φορτωμένη που να σέρνει και ζώο φορτωμένο και ρωτήσεις :
- Τι πας αυτού ;
- Τούτο πόιχω απάνω μου , σου λέι , είναι το ξάλεσμα κι’ αυτό που ‘ναι στο ζώο φορτωμένο , υο άλεσμα . Δίνω και την εικόνα αυτής της γυναίκας : στον αγκώνα της κρατεί το καπίστρι του αλόγου , στη μασκάλη τη ρόκα με τη μεγάλη τουλούπα και γνέθει , όλο γνέθει . Ή κρατεί στα δυο χέρια ένα τσουράπι κι όλο πλέκει . Κάποτε βαστάει και το βυζανιάρικο , γιατί δεν είχε με ποιόν να τ’ αφήσει σπίτι , και το πήρε μαζί της στο μύλο .
Πάντα , τέλος , μ’ αδειανά χέρια απ’ τα σπάνια είναι να ιδείς απαλέτρα . Τόσο αν έχει κι’ άλλους αποδότες να τη βοηθούν , μπορεί να πάει κι’ αργένικη στο μύλο , κι’ αυτό είναι σπάνιο .
Κάποτε το φέρνει φορτωματιάτικο , όπως λέγεται ολόκληρο το άλεσμα , δυο σακιά δηλαδή φορτωμένα σε ζώο .
Χαρά στα χωριά που έχουν νερό πολύ , κι’ έχουν και το μύλο τους κοντά , στη μέση δηλαδή ή την άκρη του χωριού ! Σε τέτοια χωριά έβαλες το άλεσμά σου πάνου στο ζω , ώσπου να φτύσεις το ‘ φερες στο μύλο , το παρέδωσες στο μυλωνά να τ’ αλέσει , γύρισες . Έκαμες και τη δουλειά που σε περίμενε στο σπίτι , ξαναπάς το παίρνεις ..
Αλλά που να ‘χουν αυτές τις βολές όλα τα χωριά , τα περισσότερα είναι ξεροχώρια ή δεν έχουν πολύ το νερό . Σ’αυτά είναι μακριά ο μύλος , ώρα ολάκερη περπατείς κάποτε για να πας εκεί που βρίσκεται , συνήθως κάτω στην άκρη στο ποτάμι που τρέχει το νερό .
Κρακ- κρακ – κρακ , ακούς σύντας θα σιμώσεις . Είναι ο κρότος του βαρδαριού του .
Στην αυλή του μύλου , έχουν χτισμένα τα πεζούλια , ξεροτοιχάκια δηλαδή χαμηλά για να ακουμπούν οι απαλέτρες , ν’ απιθώνουν το άλεσμα . Γι’ αυτό κι είναι πάνω εκεί τόσα πολλά σακιά με αλέσματα . Μπαίνεις στο μύλο μέσα , τα ίδια , στοίβες ως εκεί πάνω τα σακιά , και περιμένουν την αράδα τους για να αλεστούν .
Στο επόμενο : “ Η αράδα στο άλεσμα “
Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ….
No comments:
Post a Comment