7.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ : “ ΤΑ ΑΛΕΣΜΑΤΑ “

      ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

“ Στή  σμίξη    των  δυο  ψωμιών “

   Σιτάρι  ανάλεστο – επίσης  και  καλαμπόκι – και  μάλιστα  άψητο , ποτέ δεν  τρώνε  στη  Ρούμελη . Εξαίρεση είναι που  τρώνε βραστό  σιτάρι , για  λόγους  θρησκευτικούς , όπως π.χ .όταν φτιάνουν κόλλυβα για  τους  πεθαμένους ή  σπερνά στα γιορτάσια . Τότε το τρώνε βρασμένο βέβαια , αλλά  όχι και  μονάτο ( δηλαδή κατά  μόνας  σιτάρι  βραστό ),πρέπει  να’χει μέσα  κουφέτα , σταφίδες , ζάχαρη , ρόϊδου σπειριά κι’ αλεσμένα  κανελλογαρύφαλα για  να  το  φάνε .

   Ώστε για  να  φαγωθεί το  σιτάρι πρέπει να  γίνει  αλεύρι , να  ζυμωθεί κι έπειτα να  ψηθεί στο φούρνο ή όπου  αλλού .

   Το  αλεύρι το  βάζουν σε  κανλενα  αμπάρι μέσα ή και σε  σακί , που  λένε  σακάλευρο .

   Όταν  το  σακάλευρο αδειάσει , είναι για να το  πάει  κενένας στο  μύλο  για ν’ αλέσει σιτάρι , ώστε  να  μη  λείπει απ’ το  σπίτι το  αλεύρι . Μόλις  λείψει το  ψωμί , πρέπει  η  νοικοκυρά να  πιαστεί απ’ το  σακάλευρο, δε  γίνεται  διαφορετικά .

   Στα  χωριά δεν  έχει  φούρνους , όπως  στις  πολιτείες για να  βρίσκει  κανείς  το  καρβέλι  του , όποτε  το  θέλει . Ούτε  και πωλούν  τα  μαγαζιά αλεύρι να  πηγαίνει  να  το  αγοράζει τη  στιγμή  που  θα  το  χρειαστεί . Πρέπει λοιπόν να  βρίσκεται  στο  σπίτι  το  αλεύρι . Γι’ αυτό και  αποθηκεύουν όσο  σιτάρι ή  καλαμπόκι θα  τους  χρειαστεί για  να  περάσουν  όλο  το  χρόνο , και τ’ αποθηκεύουν από  δικό  τους .

   Μα  κι’ αν το  φέρει η  κακή  τύχη  ν’ ανοχέψουν τα  σοδέματα τα  δικά  τους , και  πάλι  δε  θα  σκεφτούν ν’ αγοράσουν κι αποθηκέψουν  αλεύρι οι  γεωργοί . Θ’ αγοράσουν σιτάρι , το  πιο  πολύ  καλαμπόκι για  να  βγάλουν  το  χρόνο  πέρα .

   Είτε  από  δικό  τους τέλος , είτε  από  αγοραστό αν  θ’ αποθηκέψουν , έρχεται  η  εποχή που  τους  λείπει . Αυτό  είναι σχεδόν  γενικός  κανόνας , να λείπει  το  ψωμί απ’ το  χωριάτη  το  γεωργό , μόλο  που  είχε  μαζέψει όλο  το  ψωμί  της  χρονιάς του , όπως  αυτός  φανταζόταν .

   Και το πιο συνηθισμένο είναι  να παρουσιάζεται αυτή  η  έλλειψη , πότε νομίζεις ! Όταν  σμίγουν τα  δυο  ψωμά . Σμίξιμο  ψωμιών οι  χωριάτες  γεωργοί λένε εκεί  κοντά που  βγαίνει  ο  θεριστής ( Ιούνιος ) και  μπαίνει  ο  Αλωνάρης ( Ιούλιος ) . Για  να  είσαι  μέσα , πες  από  15 Ιουνίου ως  15 Ιουλίου . Ένας  μήνας  πάνω  κάτω είναι αυτός που  τον  φοβούνται  οι  χωριάτες . Και  γιατί  λες ;

   Το  σιτάρι  και  το  καλαμπόκι , που  είχαν στο κοφίνι ( έτσι  λένε  για  το  αποθηκευμένο ) , είτε για τον  ένα είτε  για  τον  άλλο  λόγο , το  φέρνει η  περίσταση και  σώνεται , τότε δηλαδή ακριβώς που  περιμένεται να  βγει το  καινούριο το  σιτάρι απ’ το  χωράφι , σώνεται  και το  παλιό . Λίγο  πριν γίνει  ο  θέρος , το παλιό  σιτάρι θα  είναι  στη  σώση  του .

   Στη  σμίξη  των  δυο  ψωμιών – παλαιού  και  νέου – είναι φόβος πολλές  φορές  να  μείνουν δίχως  αλεύρι  οι  γεωργοί , γιατί δεν  είναι  μονάχα η  εποχή  που  σώνεται , το  κοφινιασμένο το  σιταροκαλάμποκο , αλλά κι η  εποχή αμιά  δυσκολία .που  στο  γεωργό δεν βρίσκονται και  χρήματα . Είναι πανί  με  πανί , όπως  το  λένε  παροιμιακά – δηλαδή η πάνινη  η  σακούλα που  έβαζαν τα λεπτά  μέσα οι  χωριάτες , δεν  έχει ούτε  πεντάρα , κι έτσι  σμίγουν το πανί με  το  πανί , απ’ αυτού  η  παροιμία .

   Και  στη  δύσκολη όμως  αυτή περίσταση χαμένος  δεν  πάει  ο  γεωργός . Έρχεται στο  χωράφι του και  θερίζει κάμποσο  σιτάρι , ας  είναι  ακόμα  και  μελίχλωρο , το λιάζει , και  σαν  ξεραθεί , το  στουμπάει και  βγάζει ως  ένα  φόρτωμα , ή κι ‘ένα σακί στο  κάτω – κάτω  της  γραφής , και  το  φέρνει στο  μύλο και τ’ αλέθει για εξοικονόμηση .

     “ Όταν το  αμπάρι  είναι  γεμάτο “

   Ας αφήσουμε τη  σμίξη  των  ψωμιών κι ας  έρθουμε στην  εποχή που έχει  γεμάτα  τα  αμπάρια του  ο  γεωργός .

   Όταν  το  σιτάρι είναι πλυμένο και  συμμαζεμένο στο  κασόνι ή στην  κοφίνα , το  άλεσμα δεν  έχει καμιά δυσκολία .

   Τραβούν σόδεμα , όσο είναι  αρκετό για  να  γίνει  το  φόρτωμα – ανοίγουν δηλαδή την  τρύπα  του  κασονιού ή  της  κοφίνας , βάζουν αποκάτω το  σακί , και  το  σιτάρι  πέφτει μόνο  του  μέσα .  Άμα  γεμίσει το  ένα  σακί , το αποσύρουν  και  βάζουν και τ’ άλλο ώσπου να  γεμίσει  και  κείνο . Αυτό είναι το : τραβούν  σόδεμα , που  λένε αυτοί – ή  ανοίγουν το  κασόνι , από  πάνω , μπάζουν κανένα  σαγάνι ή  άλλο  τίποτα , το  γεμίζουν  σιτάρι , τ’ αδειάζουν στα  σακιά , το  ξαναμπάζουν , το  ξαναδειάζουν , κι έτσι  σιγά- σιγά τα  γεμίζουν .

   Τράβηξε τέλος , είτε  έτσι  είτε  αλλιώς , κανείς  και  γέμισε τα  σακιά  του , λέει πως  έφτιασε το  άλεσμα έτοιμο  για  το  μύλο .

   Σαν τύχει να  είναι  άπλυτο το  σιτάρι το  κοφινιασμένο , πριν  το  πάνε για  άλεσμα στο  μύλο , πρέπει να  το  φτιάσει  η  νοικοκυρά . Φτιάσιμο λένε αυτοί το  ξεκαθάρισμα απ’ τις  ζουριές , σα  να πεις απ’ τις  πετρίτσες , απ’ τα  χώματα , κι απ’ όλα  τ’ άλλα όσα έχει  μέσα . Αυτά  βγαίνουν με  το  ρεμόνι , ή  με τον αρέλεγο – αρέλεγος είναι  κι αυτό  ρεμόνι , αλλά με  πάτο  από συρματόπλεγμα καμωμένο ) . Καθαρίδια τα λένε  όσα  βότσαλα απομένουν ύστερα  α\π’ το  ξεκαθάρισμα του σιταριού . Αυτά ρίχνονται στις  κότες  και  τα  γουρούνια .

   Το  καθαρό  το  σιτάρι σακιάζεται συνληθως σε  δυο  σακιά για  να  φορτώνει το  ένα  από  δω και τ ‘άλλο  από  εκεί ο γεωργός  στο  μουλάρι  του . Οι  μεριές αυτά . Ανάμεσα  στις  μεριές καταποπάνω στο  σαμάρι φορτώνει κι ένα  άλλο σακί  μικρό , το πανωγόμι , όπως  το  λένε , που  συνήθως δε  λείπει από  κανένα φορτί , που  το  πάνε  για  άλεσμα . Από  τούτη  την  αιτία βγήκε κι η  παροιμία : έχω  και  πανωγόμι , που  θα πει : εξόν από τα  άλλα  βάρη έχω  και  κάτι  επιπλέον . Επίσης : δε μας  λείπει  το  πανωγόμι = δεν  μας  απολείπει επιπρόσθετη  ενόχληση , σα  να  μην  έφτανα  οι  τόσες  άλλες . Η παροιμία  έγινε , γιάτί  σχεδόν κατά  κανόνα το  πανωγόμι  που  φορτώνει ο  γεωργός στο  ζώο  του , δεν  περιέχει δικό  του  σιτάρι , αλλά το  άλεσμα  κανενός  γείτονα , που  μη  έχοντας δικό  του  φορτιάρικο , παρακαλεί να  του  το  φέρει  τούτος μαζί με  το  δικό  του . Είναι  λοιπόν ένα επί  πλέον  φόρτωμα έξω  από  κείνο που  υπολόγιζε κανείς , μια  ενόχληση .

  Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ………

No comments: