ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
“ Στή σμίξη των δυο ψωμιών “
Σιτάρι ανάλεστο – επίσης και καλαμπόκι – και μάλιστα άψητο , ποτέ δεν τρώνε στη Ρούμελη . Εξαίρεση είναι που τρώνε βραστό σιτάρι , για λόγους θρησκευτικούς , όπως π.χ .όταν φτιάνουν κόλλυβα για τους πεθαμένους ή σπερνά στα γιορτάσια . Τότε το τρώνε βρασμένο βέβαια , αλλά όχι και μονάτο ( δηλαδή κατά μόνας σιτάρι βραστό ),πρέπει να’χει μέσα κουφέτα , σταφίδες , ζάχαρη , ρόϊδου σπειριά κι’ αλεσμένα κανελλογαρύφαλα για να το φάνε .
Ώστε για να φαγωθεί το σιτάρι πρέπει να γίνει αλεύρι , να ζυμωθεί κι έπειτα να ψηθεί στο φούρνο ή όπου αλλού .
Το αλεύρι το βάζουν σε κανλενα αμπάρι μέσα ή και σε σακί , που λένε σακάλευρο .
Όταν το σακάλευρο αδειάσει , είναι για να το πάει κενένας στο μύλο για ν’ αλέσει σιτάρι , ώστε να μη λείπει απ’ το σπίτι το αλεύρι . Μόλις λείψει το ψωμί , πρέπει η νοικοκυρά να πιαστεί απ’ το σακάλευρο, δε γίνεται διαφορετικά .
Στα χωριά δεν έχει φούρνους , όπως στις πολιτείες για να βρίσκει κανείς το καρβέλι του , όποτε το θέλει . Ούτε και πωλούν τα μαγαζιά αλεύρι να πηγαίνει να το αγοράζει τη στιγμή που θα το χρειαστεί . Πρέπει λοιπόν να βρίσκεται στο σπίτι το αλεύρι . Γι’ αυτό και αποθηκεύουν όσο σιτάρι ή καλαμπόκι θα τους χρειαστεί για να περάσουν όλο το χρόνο , και τ’ αποθηκεύουν από δικό τους .
Μα κι’ αν το φέρει η κακή τύχη ν’ ανοχέψουν τα σοδέματα τα δικά τους , και πάλι δε θα σκεφτούν ν’ αγοράσουν κι αποθηκέψουν αλεύρι οι γεωργοί . Θ’ αγοράσουν σιτάρι , το πιο πολύ καλαμπόκι για να βγάλουν το χρόνο πέρα .
Είτε από δικό τους τέλος , είτε από αγοραστό αν θ’ αποθηκέψουν , έρχεται η εποχή που τους λείπει . Αυτό είναι σχεδόν γενικός κανόνας , να λείπει το ψωμί απ’ το χωριάτη το γεωργό , μόλο που είχε μαζέψει όλο το ψωμί της χρονιάς του , όπως αυτός φανταζόταν .
Και το πιο συνηθισμένο είναι να παρουσιάζεται αυτή η έλλειψη , πότε νομίζεις ! Όταν σμίγουν τα δυο ψωμά . Σμίξιμο ψωμιών οι χωριάτες γεωργοί λένε εκεί κοντά που βγαίνει ο θεριστής ( Ιούνιος ) και μπαίνει ο Αλωνάρης ( Ιούλιος ) . Για να είσαι μέσα , πες από 15 Ιουνίου ως 15 Ιουλίου . Ένας μήνας πάνω κάτω είναι αυτός που τον φοβούνται οι χωριάτες . Και γιατί λες ;
Το σιτάρι και το καλαμπόκι , που είχαν στο κοφίνι ( έτσι λένε για το αποθηκευμένο ) , είτε για τον ένα είτε για τον άλλο λόγο , το φέρνει η περίσταση και σώνεται , τότε δηλαδή ακριβώς που περιμένεται να βγει το καινούριο το σιτάρι απ’ το χωράφι , σώνεται και το παλιό . Λίγο πριν γίνει ο θέρος , το παλιό σιτάρι θα είναι στη σώση του .
Στη σμίξη των δυο ψωμιών – παλαιού και νέου – είναι φόβος πολλές φορές να μείνουν δίχως αλεύρι οι γεωργοί , γιατί δεν είναι μονάχα η εποχή που σώνεται , το κοφινιασμένο το σιταροκαλάμποκο , αλλά κι η εποχή αμιά δυσκολία .που στο γεωργό δεν βρίσκονται και χρήματα . Είναι πανί με πανί , όπως το λένε παροιμιακά – δηλαδή η πάνινη η σακούλα που έβαζαν τα λεπτά μέσα οι χωριάτες , δεν έχει ούτε πεντάρα , κι έτσι σμίγουν το πανί με το πανί , απ’ αυτού η παροιμία .
Και στη δύσκολη όμως αυτή περίσταση χαμένος δεν πάει ο γεωργός . Έρχεται στο χωράφι του και θερίζει κάμποσο σιτάρι , ας είναι ακόμα και μελίχλωρο , το λιάζει , και σαν ξεραθεί , το στουμπάει και βγάζει ως ένα φόρτωμα , ή κι ‘ένα σακί στο κάτω – κάτω της γραφής , και το φέρνει στο μύλο και τ’ αλέθει για εξοικονόμηση .
“ Όταν το αμπάρι είναι γεμάτο “
Ας αφήσουμε τη σμίξη των ψωμιών κι ας έρθουμε στην εποχή που έχει γεμάτα τα αμπάρια του ο γεωργός .
Όταν το σιτάρι είναι πλυμένο και συμμαζεμένο στο κασόνι ή στην κοφίνα , το άλεσμα δεν έχει καμιά δυσκολία .
Τραβούν σόδεμα , όσο είναι αρκετό για να γίνει το φόρτωμα – ανοίγουν δηλαδή την τρύπα του κασονιού ή της κοφίνας , βάζουν αποκάτω το σακί , και το σιτάρι πέφτει μόνο του μέσα . Άμα γεμίσει το ένα σακί , το αποσύρουν και βάζουν και τ’ άλλο ώσπου να γεμίσει και κείνο . Αυτό είναι το : τραβούν σόδεμα , που λένε αυτοί – ή ανοίγουν το κασόνι , από πάνω , μπάζουν κανένα σαγάνι ή άλλο τίποτα , το γεμίζουν σιτάρι , τ’ αδειάζουν στα σακιά , το ξαναμπάζουν , το ξαναδειάζουν , κι έτσι σιγά- σιγά τα γεμίζουν .
Τράβηξε τέλος , είτε έτσι είτε αλλιώς , κανείς και γέμισε τα σακιά του , λέει πως έφτιασε το άλεσμα έτοιμο για το μύλο .
Σαν τύχει να είναι άπλυτο το σιτάρι το κοφινιασμένο , πριν το πάνε για άλεσμα στο μύλο , πρέπει να το φτιάσει η νοικοκυρά . Φτιάσιμο λένε αυτοί το ξεκαθάρισμα απ’ τις ζουριές , σα να πεις απ’ τις πετρίτσες , απ’ τα χώματα , κι απ’ όλα τ’ άλλα όσα έχει μέσα . Αυτά βγαίνουν με το ρεμόνι , ή με τον αρέλεγο – αρέλεγος είναι κι αυτό ρεμόνι , αλλά με πάτο από συρματόπλεγμα καμωμένο ) . Καθαρίδια τα λένε όσα βότσαλα απομένουν ύστερα α\π’ το ξεκαθάρισμα του σιταριού . Αυτά ρίχνονται στις κότες και τα γουρούνια .
Το καθαρό το σιτάρι σακιάζεται συνληθως σε δυο σακιά για να φορτώνει το ένα από δω και τ ‘άλλο από εκεί ο γεωργός στο μουλάρι του . Οι μεριές αυτά . Ανάμεσα στις μεριές καταποπάνω στο σαμάρι φορτώνει κι ένα άλλο σακί μικρό , το πανωγόμι , όπως το λένε , που συνήθως δε λείπει από κανένα φορτί , που το πάνε για άλεσμα . Από τούτη την αιτία βγήκε κι η παροιμία : έχω και πανωγόμι , που θα πει : εξόν από τα άλλα βάρη έχω και κάτι επιπλέον . Επίσης : δε μας λείπει το πανωγόμι = δεν μας απολείπει επιπρόσθετη ενόχληση , σα να μην έφτανα οι τόσες άλλες . Η παροιμία έγινε , γιάτί σχεδόν κατά κανόνα το πανωγόμι που φορτώνει ο γεωργός στο ζώο του , δεν περιέχει δικό του σιτάρι , αλλά το άλεσμα κανενός γείτονα , που μη έχοντας δικό του φορτιάρικο , παρακαλεί να του το φέρει τούτος μαζί με το δικό του . Είναι λοιπόν ένα επί πλέον φόρτωμα έξω από κείνο που υπολόγιζε κανείς , μια ενόχληση .
Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ………
No comments:
Post a Comment