Παλιέ,καλέ μου φίλε,
πάνε,σχεδόν,πενήντα χρόνια απ΄το τελευταίο φθινόπωρο που συναντηθήκαμε για τελευταία φορά,μακρύς ο καιρός μα και τόσο σύντομος,λες κι΄ ήταν χθές.
Τι δεν είπαμε εκείνο το βράδυ,πόσα όνειρα δεν κάναμε παρέα,εσύ αριστούχος στη φιλολογία κιέγώ απλός τυφεκιοφόρος,στην Πάντειο,μα οσκοπός μας ένας και μοναδικός,ν΄αλλάξουμε τον κόσμο.
Φορούσες ,θυμάμαι,εκείνο το γκρίζο σου παλτό με σηκωμένο το γιακά,κουμπωμένο,όπως πάντα, και τα χέρια χωμένα στις τσέπες μ΄εκείνο τον ξεχωριστό,δικό σου,τρόπο,τα τέσσερα δάχτυλα μέσα κι΄ο αντίχειρας απ΄έξω ,στην μπροστινή άκρη της τσέπης,σαν κάτι να κρατούσες σφιχτά.
Σε κορόιδευα γι ‘αυτό ,παριστάνοντάς σε και σου έδειχνα και το βάδισμά σου με άκαμπτα,σχεδόν,τα πόδια αρχίζοντας το πάτημα από το τακούνι μ΄΄ενα περίεργο τρόπο που μόνο εσύ μπορούσες.
Εσύ τότε ,γυρνούσες δεξιά το κεφάλι(περπατούσες πάντα αριστερά μου)κοιτάζοντας μ΄εκείνο το αχνό σου χαμόγελο που έκανε πιο έντονη μια κάθετη γραμμούλα που είχες στο μυτερό σου πηγούνι , και γελούσες , γελούσες ασταμάτητα ..
Έφυγες όμως πολύ νωρίς και πέρασαν τόσα χρόνια , και ούτε ένα μνημόσυνο , αλλά μήπως και το ότι σε σκέφτομαι συχνά με συγκίνηση , μνημόσυνο δεν είναι ; …….Κ.Κ.-
Aθήνα 13 03 06.
No comments:
Post a Comment