OΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ - ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟ
Πολλές φορές , παλιότερα , είχαμε αναφερθεί , αποσπασματικά όμως , στο βιβλίο της αείμνηστης Σοφίας Παλαιολόγου , ένα βιβλίο που διαβάζοντάς το ανασαίνεις , κυριολεκτικά , τον καθάριο αέρα του προπολεμικού Λιδορικιού .
Βιβλίο..” έκπληξη “ ήταν για μας , και φαντάζομαι και σε όλους όσους το διάβασαν , απλά και μόνο για το ..τόλμημα , γιατί κακά τα ψέματα , στον τομέα αυτό δεν είμαστε δα και πολύ…προχωρημένοι ..
Οι προσωπικές εκτιμήσεις και ..αναμνήσεις , της Σοφίας , μαζί με όποιες εικόνες υπήρχαν καταγραμμένες στο παιδικό μυαλό της αλλά και εικόνες της καθημερινότητας , που έζησε στην παιδική της ηλικία και βέβαια και οι αφηγήσεις συγγενικών της προσώπων , έδεσαν κι έτσι δημιουργήθηκε αυτό το βιβλίο , που προσωπικά το θεωρούμε πολύ χρήσιμο , με όποιες αδυναμίες κι’ αν έχει .
Η δομή του βιβλίου , δεν είναι..” επαγγελματική ” , αλλά αυθόρμητη και ..ερασιτεχνική , όπως και το ύφος και η γλώσσα , χωρίς βέβαια να υστερεί σε τίποτα από άλλα σχετικά βιβλία .
Θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ , πως για το χωριό μας , το Λιδορίκι , δεν υπάρχουν καταγραμμένες , σχετικές πληροφορίες , για μαγαζιά , επαγγέλματα , συνήθειες των χωριανών , έθιμα και ήθη , οικογενειακή και κοινωνική ζωή , γάμο , βαφτίσια , θάνατο , αρρεβώνες ( ισιάσματα ) και γι’ αυτό η συμβολή των “ Αναμνήσεων “ της αείμνηστης Σοφίας , είναι σημαντική .
Αφιερώστε κάποιο χρόνο και διαβάστε το , αξίζει τον κόπο , γιατί θα πάρετε μια εικόνα , ίσως με κάποιες ατέλειες ή υπερβολές , που είναι όμως απολύτως ..αυθεντική …
Περιγραφή του Λιδωρικίου
Ονομάζομαι Σοφία Καραχάλιου – Παλαιολόγου , και θα προσπαθήσω να περιγράψω το Λιδωρίκι κατά τα χρόνια 1934 – 1940 .
Βρισκόμαστε λοιπόν , λίγο πριν τον πόλεμο ( Β’ παγκόσμιος ) . Είναι τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και απ’ ό,τι θυμάμαι , το Λιδωρίκι είναι μια ζωντανή , δημιουργική και όμορφη κωμόπολη 3.000 – 3.500 κατοίκων , που τροφοδοτεί όλη σχεδόν την επαρχία Δωρίδας , περίπου 40 γειτονικά χωριά .
Διαθέτει δημόσιες υπηρεσίες , σχολεία , εμπορικά και διάφορα άλλα καταστήματα . Φυσικά . η λίμνη του Μόρνου δεν υπήρχε τότε . Στη θέση της θυμάμαι να απλώνεται ένας όμορφος και μεγάλης έκτασης κάμπος . Μόνιμοι φρουροί του Λιδωρικίου , τα βουνά μας , η Γκιώνα και τα Βαρδούσια .
Η Λιδωρικιώτικη φύση
Θυμάμαι τα ποτάμια και τα ρέματα , που στόλιζαν τη φύση με τα κρυστάλλινα καθαρά νερά τους . Οι όχθες τους , ήταν γεμάτες πλατάνια και άλλα δέντρα . Από τη μια άκρη στην άλλη , υπήρχε κάμπος καταπράσινος , από τα τριφύλλια και τα καλαμπόκια . Τα νερά της “ Μπελεσίτσας “ , του “ Βελουχιού “ και του Μόρνου , κυλούσαν ανάμεσά του , δίνοντας στο τοπίο μια άλλη όψη , τελείως διαφορετική απ’ τη σημερινή . ‘Εμοιαζε τότε ο τόπος με ζωγραφιά !
Οι βρύσες του χωριού
Όσον αφορά την ύδρευση του χωριού , δεν υπήρχαν τότε τα υδραγωγεία και οι δεξαμενές , που παρέχουν σήμερα το νερό σε όλα τα σπίτια . Έτσι ο κόσμος κουβαλούσε το νερό απ’ τις βρύσες , με τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια του , μέσα σε ξύλινα δοχεία που τα λέγανε “ βαρέλες “ και “ μπαρδάκες “. Η βρύση του Αντώνη , είχε και τη μεγαύτερη κίνηση , γιατί έβγαζε πιο πολύ νερό απ’ όλες τις άλλες . Μερικοί συγκέντρωναν το νερό που περίσσευε σε κάτι δεξαμενούλες και πότιζαν κανένα περιβολάκι με λαχανικά .
Οι βρύσες της εποχής ήταν :
Αντώνης
Βαθειά
Βουνό ( Ψαλάς )
Κατρέλης ( Βαρούσι )
Κάτω βρύση ( Βαρούσι )
Σερεντέλης ( Γυφτομαχαλάς ) .
Τα πηγάδια
Επειδή το νερό από τις βρύσες δεν αρκούσε για όλους , πολλοί άνοιγαν πηγάδια στην αυλή τους . Στο Λιδωρίκι , απ’ ό,τι θυμάμαι υπήρχαν γύρω στα 35 πηγάδια , εκ των οποίων τα περισσότερα στα σπίτια και τα μαγαζιά της αγοράς . Είχαμε και τρία μη ιδιωτικά .
Βαθειά
Βαρούσι
Γεφυράκι ( Γυφτομαχαλάς ) .
Οι ιδιοκτήτες πηγαδιών
1. Ευσταθίου , 2. Ζώης , 3. Καντζιός , 4. Καραμήτσος , 5. Καράντζαλος , 6. Καραχάλιος , 7. Καψάλης , 8. Κλωσσας , 9. Κρυστάλλω , 10. Γκομόζιας Ανδρέας , 11. Γκομόζιας Αναστάσιος , 12. Λατσούδης , 13. Μαργέλλος Χρήστος , 14. Μαστρογιάννης , 15. Μπήλιος Αθανάσιος , 16. Μποβιάτσης , 17. Ντούμας , 18. Παπαδόπουλος , 19. Πετρόπουλος , 20. Πέτρου , 21. Πίτσιος , 22. Ποντίκης , 23. Τσίγκας , 24. Φαλίδας .
Οι νερόμυλοι
Οι νερόμυλοι ήταν από τα πιο γραφικά κτίσματα της εποχής , λόγω του ότι βρίσκονταν κοντά στα τρεχούμενα νερά των ποταμιών , όπου η φύση ήταν ανθισμένη , χαιρόσουν να τους βλέπεις να γυρίζουν . Σ’ αυτούς γινόταν το άλεσμα του καλαμποκιού και του σιταριού . Αν θυμάμαι καλά υπήρχαν τέσσερις σ’ όλη την περιφέρεια του Λιδωρικίου .
Οι νεροτριβές ( ντρεστίλες )
Κοντά στους νερόμυλους , υπήρχαν και οι νεροτριβές ή “ ντρεστίλες “, όπου οι γυναίκες του χωριού έπλεναν τις “ φλοκάτες “ τις “ βελέντζες “ και όλα τα μάλλινα ρούχα . Αυτά ασπρίζανε , φουσκώνανε και γίνονταν αφράτα και ωραία λόγω της τριβής με το άφθονο τρεχούμενο νερό .
Τα άλώνια
Τα αλώνια , ήταν ειδικά διαμορφωμένοι χώροι , κυκλικού σχήματος , στις αυλές των σπιτιών ή στις άπλες κάθε γειτονιάς . Στο κέντρο τους υπήρχε ένα ξύλινο κοντάρι , ο “ στρίαλος “, με μια σιδερένια θηλιά απ’όπου έδεναν τα άλογα , ώστε όταν αυτά έρχονταν γύρω – γύρω , να λιώνουν τα άχυρα και να βγαίενι το σιτάρι .
Στο Λιδωρίκι , υπήρχαν περίπου 45 – 50 αλώνια , άλλα πλακόστρωτα και άλλα χωριάτικα , τα οποία οι ιδιοκτήτες τους άλειφαν με μουσκεμένα κόπρανα βοδιών “ σβουνιές “ , κάποιες μέρες πριν το αλώνισμα . Έτσι όταν αυτές στέγνωναν , δεν επέτρεπαν στο χώμα να ανακατευτεί με το σιτάρι τη διάρκεια του αλωνίσματος .
Οι ιδιοκτήτες των αλωνιών
1 . Δεδούσης , 2 . Δούκας , 3 . Δρόσος Χαράλαμπος , 4 .Ζόγκζας Κωνσταντίνος , 5 . Ζόγκζα Σοφία , 6 . Ζώης , 7 . Κάγκαλος Αθανάσιος , 8 . Κάγκαλος Ανδρέας , 9 . Κάγκαλος Γεώργιος , 10 .Κάγκαλος Ηλίας ή “ Κουφολιάς “, 11 . Κανδρής , 12 . Κάππος , 13 . Κιντώνης , 14 . Κλώσσας , 15 . Κόκκινος ή “ Κορδοπλής “ , 16 .Κολοκύθας , 17 . Κρυστάλλω , 18 . Κωστοπαναγιώτου , 19 . Λακαφώσης , 20 . Λιάγγουρας , 21 . Μαλάμος , 22 . Μαργέλλος ή “ Αρπάλης “, 23 . Μαργέλλος ή “ Σαψαρής “ , 24 . Μάρκος Αλέξανδρος , 25 .Μίχος . 26 . Ντζιούρας , 27 . Πανάγος , 28.Παπαϊωάννου , 29 . Πέτρου Χράλαμπος , 30 . Πλιάνος Κωνσταντίνος , 31. Πουρνιάς Αλέξανδρος , 32 . Πουρνιάς Γεώργιος , 33 . Σκούτας , 34 . Σούλιος , 35 . Σφέτσος , 36 . Σακαρέλλος , 37 . Φωτόπουλος .
Οι Δημόσιες Υπηρεσίες
Είχαμε τα χρόνια εκείνα στο Λιδωρίκι :
Δασρχείο
Ειρηνοδικείο
Ταμείο
Αστυνομία
Οι εκκλησίες
Άγιος Αθανάσιος ( Λάκκες )
Άγιοι Ανάργυροι ( Βαρούσι )
Άγιος Γεώργιος ( Βαρούσι )
Άγιος Ευθύμιος ( Παλιόραγκος )
Ζωοδοχος Πηγή
Άγιος Νικόλαος ( Καλτεζιά )
Τα ξωκλήσια
Άγιος Νικόλαος ( Καλτεζιά )
Άγιος Νικόλαος ( Καλός ) Ξωκλήσι που έχει θέα τη λίμνη .
Τα νεκροταφεία
Νεκροταφεία προπολεμικά ήταν στον Άγιο Γεώργιο ( Βαρούσι ) και στον άγιο Αθανάσιο στις Λάκκες . Το νεκροταφείο που έχουμε σήμερα το θυμάμαι απ’ το 1940 , και τώρα λόγω έλλειψης χώρου , φτιάχνουν κι άλλο δίπλα .
Οι δρόμοι και οι συγκοινωνίες
Οι δρόμοι τα χρόνια εκείνα , δεν ήταν με άσφαλτο αλλά χωματόδρομοι και στενοί . Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν παρά μόνο εκείνα ΄, ενός Μποβιάτση ή “ Μπόμης “ και του Χριστόπουλου ή “ Καλομοίρης “, μια σακαράκα που κουβαλούσε κανένα πράγμα . Έτσι οι τοπικές μετακινήσεις γλινονταν με τα ζώα και για να πας στην Αθήνα , έπρεπε να κατέβεις στην Ερατεινή , να πάρεις το βαπόρι και να βγεις στον Πειραιά το βράδυ της επόμενης μέρας . Τους δρόμους τότε τους άνοιγαν με τα χέρια , με “ κασμάδες “ και φουρνέλα για να σπάνε τους βράχους . Όπου υπήρχαν ποτάμια , δεν υπήρχαν γέφυρες , παρά μόνο πετρόχτιστα παραδοσιακά γεφύρια , απ’ όπου πέρναγαν μόνο ζώα και άνθρωποι .
Ο φωτισμός
Η ηλεκτρική ενέργεια δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή της στα χωριά . Έτσι ο φωτισμός τις νύχτες γινόταν με κάτι λάμπες φωτιστικού πετρελαίου ή “ λουξ “. Στο Λιδωρίκι όμως , αν θυμάμαι καλά , λίγο πριν τον πόλεμο , κάποιος Σταράκης από τον Πειραιά , είχε φέρει κάτι μηχανές “ γεννήτριες “. Μ’ αυτές τροφοδοτούσε με ρεύμα κάτι λίγα σπίτια και δυο – τρία φανάρια του χωριού . Ένα στο “ γεφυράκι “ , ένα στη “ Βαθειά “ και ένα στο “ Αλωνάκι “ . Το ρεύμα ήρθε στο Λιδωρίκι και τα άλλα χωριά αργότερα , μετά το 1950 .
Η ξυλεία
Μια απ’ τις κύριες ασχολίες αμέσως μετά τα αλωνίσματα των σιταριών , ήταν η εύρεση ξυλείας , ώστε να έχει ο κόσμος ξύλα να κάψει το χειμώνα , για να μαγειρέψουν και να ζεσταθούν . Ξεκινούσαν λοιπόν , όλοι μαζί γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα και το πρωί ήταν ήδη στα βουνά , όπου έκοβαν ξύλα από τα έλατα και γύριζαν πίσω το σούρουπο καραβάνια ολόκληρα , φορτωμένα ξύλα , τα οποία έκαναν σωρούς για το χειμώνα .
Τα οικοδομικά υλικά
Τα κεραμίδια για τις σκεπές των σπιτιών , τα προμηθευόταν τότε ο κόσμος από κάποιον που τα έφτιαχνε στην “ Πλέσσα “ ή Αμυγδαλιά . Όταν σε κάποιο σπίτι έφτιαχναν τη σκεπή , έπρεπε να πάνε οι νοικοκύρηδες και οι συγγενείς κάποιο δώρο στους μαστόρους .
Αυτοί το κρεμούσαν στη σκεπή και ένας από αυτούς άρχιζε να φωνάζει δυνατά ώστε να ακούσει όλο το χωριό , λέγοντας π.χ. “ Καλώς μας ήρθε το δώροοοοοοοαπό τον κ. Δημήτρη , ή τη..Μαρία , να χαίρεται τον άντρα της και τα παιδιά τηηηης ….“ .
Τον ασβέστη τον έφτιαχναν σε καμίνια , όπου έκαιγαν κλαδιά από πουρνάρια . Τοποθετούσαν μέσα στα καμίνια κάτι λευκές , μικρές στρογγυλές πέτρες και τις έκαιγαν για οχτώ μέρες , έως ότου βγει ο ασβέστης , με τον οποίο άσπριζαν τις αυλές και τα σπίτια , ιδίως στις γιορτές όπως το Πάσχα .
Ξενοδοχεία ύπνου
Στο χωριό μας υπήρχαν τρία ξενοδοχεία ύπνου . Αυτά ήταν : Καρανδρέα Διαμαντή , Ανδρίτσου Γεώργιου , ο οποίος είχε και καφενείο και οι Παπαδοπουλαίοι Αθανάσιος και Γεώργιος ( αδέλφια ) στο Αλωνάκι .
Τα καφενεία
10 – 4 – 1934 , το Παπαδοπουλαίϊκο καφενείο στο Αλωνάκι .
Καραχάλιος Ιωάννης , ή Μπολοτόγιαννος και Καραχάλιος Κωνσταντίνος , που προπολεμικά είχαν το μαγαζί που είναι σήμερα του Κλώσσα . Εγώ ήμουνα μικρή και δεν το θυμάμαι καθόλου , παρά μόνο απ’ ό,τι μου είχε πει η μητέρα μου .
Οι ταβέρνες
Δεκαετία του 1930 , η ταβέρνα του Ν. Πανάγου , στο Καρλονακαίϊκο στο Αλωνάκι .
Γιαλακίδης , Γκομόζιας , Κάππος , Κόκκινος , Κούστας , Κρικέλας , Μαστρογιάννης , Μπέης , Πανάγος , Σερεντέλος , Σφέτσος , Χαραλαμπόπουλος ή Μαγγίπας .
Τα εξοχικά καφενεία
8 – 8 – 1931 , προπολεμικό Λιδορίκι , μια νεανική Λιδορικιωτοπαρέα , απολαμβάνει τον καφέ ή το ουζάκι της στο εξοχικό του Αντώνη , μπορείτε δε να δείτε το πατάρι και τα..σκαλάκια του “ σεπαρέ “ που είχε φτιαγμένο ο Φάσας .
Έτσι ονομάζονταν τα σημερινά μπαράκια ή καφετέριες της εποχής εκείνης .Στο Λιδωρίκι είχαμε δύο απ’ αυτά . Βέβαια δεν υπήρχαν όλα αυτά τα είδη του καφέ ή ποτών και αναψυκτικών που διαθέτουν τα σημερινά , αλλά η ατμόσφαιρα ήταν το ίδιο όμορφη .
Κοράκης Αριστείδης ή “ Φάσας “: Ο συγκεκριμένος γνώριζε καλά τη δουλειά του . Είχε μέχρι και χοροδιδασκαλείο για το ταγκό και τους άλλους χορούς της εποχής . Έφερνε και γυναίκες σερβιτόρες από την Αθήνα και γινόταν της ..” τρελής “ . Ο ίδιος είχε φτιάξει και πατάρι στον πλάτανο του Αντώνη , όπου ανέβαινες με σκαλάκια και μπορούσες να καθίσεις να πιείς τον καφέ σου .
Ζουμάς Κωνσταντίνος : Μου φαίνεται ότι είχε κάτι στις Λάκκες που ήταν το σπίτι του .
Τα εμπορικά
Προπολεμικό Λιδορίκι , δεκαετία του ‘30 , ο Θανάσης Μπήλιος με ένα πελάτη του , που φορτώνει τις προμήθειές του , έξω απ’ το μαγαζί του , στις Λάκκες .
1 . Ασημακόπουλος ,2 . Γκομόζιας , 3. Ευσταθίου , 4. Καντζιός , 5. Κωστάκης ( Καφτάνιας ) , 6. Κάππος , 7. Λατσούδης , 8.Μαργέλλος ή Σαψαρής , 9. Μπήλιος Αθανάσιος , 10. Μποβιάτσης , 11.Ντζούρας Δημήτριος , 12 . Παπαναγιώτου Δημήτριος , 13. Πέτρου Κωνμσταντίνος , 14.Πίτσιος , 15 . Ποντίκης , 16 , Σκούτας , 17 . Τημπέλης Ανδρέας .
Τα ραφεία ( ραφτάδικα )
Το ραφτάδικο του Γιώργου Κόκκινου ή Ντάη , ο ίδιος σιδερώνει ανάμεσα στους δυο Γιάννηδες , Πέτρου ή Τάλτα , δεξιά του , και Κάππο αριστερά του .
Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν έτοιμα ενδύματα . Έπρεπε λοιπόν , να αγοράσεις το ύφασμα της αρεσκείας σου και να το δώσεις στο ράφτη ή τη μοδίστρα του χωριού , αν ήσουν άνδρας ή γυναίκα αντίστοιχα . Αυτοί σου έπαιρναν τα σχετικά μέτρα και έπειτα από μερικές πρόβες τα ρούχα ήταν έτοιμα .
Ραφέια : 1. Δρόσος Αθανάσιος , 2. Κάππος Δημήτριος , 3. Κασίδης Βασίλειος , 4. Κόκκινος Γεώργιος ή Ντάης , 5. Κολοκύθας Χαράλαμπος ή Καπνοκότσιαλος , 6. Μαργέλλος Γεώργιος ή Μπέσσας , 7. Πλιάνος Αθανάσιος , 8. Πολύζος Κωνσταντίνος , 9. Σεπεντζής Αθανάσιος .
Τα τσαγκάρικα
Όπως και με τα ενδύματα , έτσι και με τα παπούτσια , έπρεπε να παραγγείλεις στον τσαγκάρη , διότι έτοιμα παπούτσια δεν υπήρχαν . Πήγαινες λοιπόν στον τσαγκάρη και σου έπαιρνε τα μέτρα , ώστε να τα ετοιμάσει. Συνήθως έπρεπε να περιμένεις μια ολόκληρη εβδομάδα . Μόλις έλιωναν οι σόλες ή χαλούσαν , πήγαινες να τα ξανα.. σολιάσεις ή να τα μπαλώσεις . Φτωχά πράγματα τότε…
Αθαν. Πίτσιος ή Φαλιαμπάρας , Στάθης Ζόγκζας και Θυμιος Μανέτας , σε προπολεμική φωτογραφία τους .
Ο Γεωργ. Αποστολόπουλος ή Μαρδώνης
1. Αθανασιάδης , 2 . Αποστολόπουλος Γεώργιος ή “ Μαρδώνης “ , 3. Γεροδήμος , 4. Αφοί Γεωργίου , 5. Ζόγκζας Ευστάθιος , 6. Καραγκούνης Παναγιώτης , 7. Κατσουρίδας ή “ Μουγγός “ , 8. Αφοί Κολοβού , 9. Κόκκινος Παναγιώτης , 10. Λατσούδης Αθανάσιος . 11. Μανέτας Ευθύμιος , 12. Νικήτας , 13. Παπαδόπουλος Γεώργιος ή “ Κουτσός “ , 14. Πίτσιος Αθανάσιος ή “ Φαλιαμπάρας “ .
Παναγιώτης Κόκκινος .
Χαρ. Κλώσσας , ο τελευταίος των Λιδορικιωτών τσαγκάρηδων , που υπηρέτησε τη,,τσαγκαρική τέχνη 75 ολόκληρα χρόνια .
Τα νυφικά παπούτσια της Γεωργίτσας Νικ. Παπαδόπουλου , κατασκευάστηκαν το 1937 , απ’ τους Γ, Αποστολόπουλο και Χαρ. Κλώσσα , για το γάμο που έγινε τον ίδιο χρόνο και όπως βλέπετε είναι ακόμα..κατακαίνουργα !!!
Το επικρατέστερο προπολεμικό ..μοντελάκι παπουτσιών , που συνέχισε να είναι στη..μόδα και μεταπολεμικά . Είναι..απροσδιορίστου τύπου , θα τα λεγες…” πεδιλο..σκαρπίνια “ , φτιαγμένα απ’ τα πιο φτηνά αλλά και γερά υλικά . Το δέρμα είναι..γνήσια “ βακέτα “ και η σόλα από παλιό λάστιχο ρόδας αυτοκινήτου . Ήταν το επικρατέστερο μοντέλο και στα [ρώτα μεταπολεμικά χρόνια .
Τα κουρεία
1. Βαλαώρας , 2. Δρόσος Χαράλαμπος ή “ Χαραλαμπάκης “ , 3. Καλαπτσής Χρήστος , 4. Πλατανιάς Κωνσταντίνος .
Ο αείμνηστος Κώστας Πλατανιάς , στο κουρείο του , που ήταν στη γωνία του καφενείου Κλώσσα , στη Βαθειά . Στη φωτογραφία ενώ ..ετοιμάζει το Βασίλη Κασίδη και ο Γιώργος Ζέκιος περιμένει τη σειρά του …
Τα βιβλιοπωλεία
Όλα τα σχολικά βιβλία αγοράζονταν τότε , απ’ τα βιβλιοπωλεία , γιατί την εποχή εκείνη , η Παιδεία δεν ήταν δωρεάν όπως σήμερα . Τα ίδια μαγαζιά λειτουργούσαν και σαν ψιλικατζίδικα .
1 . Μπήλιος Παναγιώτης
2. Καραμήτσος Βασίλειος
Οι αγρότες
Εκτός από τους δημοσίους υπαλλήλους , οι οποίοι και αποτελούσαν και τη μειονότητα των κατοίκων ( συνήθως ήταν ξένοι , από άλλες πόλεις ) , όλο οι άλλοι , οι ντόπιοι , είχαν στην κατοχή τους κτήματα . Υπήρχαν πολλοί ντόπιοι που είχαν χωράφια , αλλά λόγω του ότι η κύρια ασχολία τους ήταν άλλη , ή γιατί δεν γνώριζαν να τα καλλιεργήσουν , τα έδιναν σε άλλους πιο ικανούς σ’ αυτό .Οι τελευταίοι δεν έπρεπε να τα αγοράσουν ή να τα ενοικιάσουν , αλλά στο τέλος μοιράζονταν την παραγωγή με τους πρώτους . Αν και το έδαφος ήταν φτωχό , δεν θυμάμαι να υπήρχε γωνιά ακαλλιέργητη .
Πρέπει να υπήρχαν 75 – 100 οικογένειες που καλλιεργούσαν χωράφια , όλοι τους είχαν βόδια , τα οποία ζεύανε δυο – δυο στο αλέτρι και όργωναν τη γη . Συνήθως έσπερνα καλαμπόκι και σιτάρι , λιπάσματα φυσικά δεν υπήρχαν , παρά μόνο οι κοπριές των ζώων . Όσοι είχαν πολλά χωράφια είχαν μια καλή σοδειά γύρω στις 2.55 – 3.000 οκάδες σιτάρι , που τους επέτρεπε να αγοράσουν τα τρόφιμα , τα ενδύματα της χρονιάς ή ό,τι άλλο είχαν ανάγκη .
Ο γέρο Παπαδάκης ή Μπαζές , με τη γυναίκα του οργώνουν με το βοϊδοζεύγαρο , προπολεμικά .
Οι βοϊδοφυλάχτες ( βροκόλοι )
Πολλοί ήταν αυτοί που είχαν σπίτι τους και βόδια , τα οποία χρησιμοποιούσαν για το όργωμα των χωραφιών . Όταν όμως τα άφηναν ελεύθερα να βοσκήσουν , αυτά ήταν επικίνδυνα για τα ήδη σπαρμένα χωράφια . Υπήρχαν λοιπόν , οι λεγόμενοι “ βροκόλοι “ , βοϊδοφυλάχτες που τα επιτηρούσαν . Η αμοιβή τους ήταν χρηματική ή μέρος της σοδειάς των χωραφιών .
Ένας που θυμάμαι ήταν ο Γεωργουσόπουλος Αθανάσιος ή “ Ταρανάς “ .
Τα σιδηρουργεία ( γυφτάδικα )
Ο Ι.Κατσώνης ή Μαστρογιάννης με τον Ανδρέα Δελενίκα , στο “ γύφτικο “που είχαν στη Βαθειά , ΄πάνω στην πλατεία , όπου σήμερα το σπίτι του Τάκη Ανδρίτσου .
Στο Λιδωρίκι είχαμε και σιδηρουργεία “ γυφτάδικα “ όπως τα έλεγαν. Δουλειά των γύφτων ήταν να επισκευάζουν τα μεταλλικά εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο κόσμος στις αγροτικές εργασίες ( σκαλιστήρια – τσαπιά – αλέτρια κ.α ) .
1 . Δελενίκας Ανδρέας και Υφαντής Ανδρέας .
2 . Κατσώνης Ιωάννης ή “ Μαστρογιάννης “.
3 . Γκομόζιας Αναστάσιος
Ο Αναστάσιος Γκομόζιας ή Γυφτοτάσιος , που είχε το “ γύφτικο “ στις Λάκκες .
Οι αλωνιστάδες ( βαλμάδες )
Ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει πια , λόγω του ότι έχει αντικατασταθεί από τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές , ήταν οι αλωνιστάδες ή “ βαλμάδες “. Αυτοί είχαν πάνω από δέκα άλογα ο καθένας και την εποχή του αλωνίσματος τα έβαζαν στα αλώνια και αλώνιζαν το σιτάρι .
1 . Ασημακόπουλος Νίκος ή “ Καπακάς “
2 . Γεροδήμος Αλκιβιάδης
3 . Δρόσος Χαράλαμπος ή “ Χαραλαμπάκης “
4 . Μαργέλλος Κωνσταντίνος ή “ Καραγιαννάκης “
5 . Πανάγος Σπυρίδων
6 . Πανάγος Νικόλαος
7 . Παπαδάκης Κωνσταντίνος ή “ Μπαζές “
Οι έμποροι δερμάτων
Ένα απ’ τα τότε επαγγέλματα ήταν και οι έμποροι δερμάτων ζώων , οι οποίοι μάζευαν τα δέρματα και τα πουλούσαν στα διάφορα βυρσοδεψεία της Άμφισσας ( Χάρμαινα = τοποθεσία της Άμφισσας με βυρσοδεψεία ) και άλλων πόλεων .
1 . Κατσούρης
2 . Κολοκύθας Ανδρέας
3 . Σκούτας
Οι σαμαροποιοί ( σαμαράδες )
Ο αξέχαστος μπάρμπα Γιάννης Μποβιάτσης , σε κλασσική σαμαράδικη πόζα .
Μια τέχνη που σιγά ..σιγά χάνεται , ήταν αυτή των σαμαροποιών ή “ σαμαράδων “ , οι οποίοι έφτιαχναν τα σαμάρια και τα σιδερένια πέταλα για τα άλογα και τα μουλάρια .
1 . Αφοί Παλούκη ( Αθανάσιος και Χρήστος
2 . Χορταριάς ή “ Φαρμακαντέρης “ μαζί με τον
γαμπρό του Γιάννη Μποβιάτση ή “ Σαμαρόϊαννο “ .
Ο μπάρμπα Γιάννης στην άλλη …ιδιότητά του , του “ πεταλωτή “ , επί το έργον . Για την ιστορία και φυσικά για τους..γνωρίζοντες πρόσωπα και πράγματα , αναφέρουμε πως η κυρία της φωτογραφίας είναι η Τριάδα , απ’ το Λούτσοβο η δε φωτογραφία είναι βγαλμένη την 1-5 – 1950 , τότε ακόμα η..” αργατιά “ δεν απεργούσε την πρωτομαγιά…
Οι γανωτζήδες
Ένα απ’ τα επαγγέλματα του καιρού εκείνου , που σχεδόν έχει εξαφανιστεί σήμερα , ήταν κι’ αυτό του “ γανωτζή “ . Όλα τα σκεύη της εποχής , καζάνια , κατσαρόλες , μαχαίρια , κουτάλια , πιρούνια , ήταν χάλκινα ή σιδερένια και σκούριαζαν με τον καιρό . ‘Επρεπε λοιπόν , να γανωθούν για να μη πάθει ο κόσμος καμιά δηλητηρίαση ή μόλυνση . Αυτό ήταν δουλειά των “ γανωτζήδων “, οι οποίοι τα περνούσαν με ένα μέταλλο , το καλάι . Οι γανωτζήδες έρχονταν συνήθως απ’ τα Ιωάννινα ή άλλες πόλεις . Η δουλειά τους ονομαζόταν “ γάνωμα “ . Στο Λιδωρίκι υπήρχε μόνο κάποιος Ξυλάγγουρας Γιώργος , που γνώριζε την τέχνη του “ γανώματος “.
Οι ντελάληδες
Οι “ ντελάληδες “ ήταν αυτοί που αναλάμβαναν να διαδώσουν στο χωριό μια είδηση ή ένα γεγονός . Δεν υπήρχε τότε ο Τύπος , το ραδιόφωνο , η τηλεόραση ή το τηλέφωνο . Αν π.χ ερχόταν στο χωριό μας κάποιος θίασος με “ Καραγκιόζη “ ή κάποιος “ παλαιστής “, έπρεπε κάποιος να το διαλαλήσει , απ’ τη μια ‘άκρη του χωριού στην άλλη . Αυτόν τον έλεγαν “ ντελάλη “ .
Έβγαινε λοιπόν ο “ ντελάλης “ στο δρόμο και φώναζε δυνατά , ώστε να ακούσουν όλοι και να πληροφορηθούν σχετικώς : “ Κυρίες και κύριοι , σήμερα στο χωριό μας ήρθε θίασος “ Καραγκιόζη “ και θα δώσει παράσταση στο τάδε καφενείο ή στην πλατεία την τάδε ώρα “.
Στο Λιδωρίκι υπήρχε ένας Καραγιώργος Ζήσιμος , που έκανε αυτή τη δουλειά με ένα “ τάληρο “ αμοιβή .
Το φαρμακείο
Τα φάρμακα και οι ενέσεις , κόστιζαν αρκετά τα χρόνια εκείνα και αναγκαζόταν ο κόσμος να τα ανταλλάσσει με άλλα αγαθά . Μέχρι και ξυλεία , “ πουρνάρια “ πήγαιναν στο φαρμακοποιό για να εξοφλήσουν την αγορά τους . Πολλές βλέπεις , οι αρρώστιες την εποχή εκείνη ..
Στο Λιδωρίκι , είχαμε ένα φαρμακείο τότε . Το είχε ο Παπανικολάου Ηλίας . Αυτός ήταν παχύς και όταν ανέπνεε , τάραζε τον τόπο απ’ το θόρυβο , πράγμα που έκανε εμάς τα παιδιά να “ σπάμε πλάκα “ μαζί του .
Οι γιατροί
Την εποχή εκείνη , δεν υπήρχαν τα σημερινά ασφαλιστικά ταμεία , όσον αφορά την υγεία . Αλίμονο λοιπόν , σ’ όποιον αρρώσταινε και καλούσε γιατρό να τον επισκευτεί , ιδίως αν ήταν φτωχός ή έπρεπε ο γιατρός να τον επισκεφτεί σε κάποιο άλλο χωριό , τέσσερις ή πέντε φορές . Αν δεν είχες να πληρώσεις το γιατρό , του έδινες σε αντάλλαγμα το αμπέλι , το χωράφι σου ή ό,τι άλλο πολύτιμο είχες .
Στο χωριό μας είχαμε 8 γιατρούς . Ήταν αρκετά ευκατάστατοι οικονομικά , εφόσον διέθεταν και από μία ..δύο υπηρέτριες και ένα άλογο ο καθένας τους , για τις εκτός έδρας μετακινήσεις και επισκέψεις τους .
1 . Κάππος Δημήτριος
2 . Κυριαζής Δημήτριος
3 . Λαλαγιάννης Αθανάσιος
4 . Παπαβασιλείου Βασίλειος
5 . Παπαδόπουλος Ιωάννης
6 . Παπαϊωάννου Βασίλειος
7 . Σφέτσος Κωνσταντίνος
8 . Ψιμάρας Αθανάσιος
Ο Λαλαγιάννης , είχε δύο υπηρέτριες και ένα άλογο που το φώναζε “ Μάρω “. Όταν έβρεχε φορούσε ένα αδιάβροχο και σε συνδυασμό με τα σπιρούνια στις μπότες του , ήταν να τον ..φοβάσαι . Ήταν δε πολύ απότομος και αυστηρός . Κάποτε σε μια νυχτερινή επίσκεψή του , έβαλε το θερμόμετρο στον ασθενή πριν φύγει, ελπίζοντας πως κάποιος θα μετρήσει τη θερμοκρασία . Όταν της επομένη μέρα , κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του , ο ασθενής του λέει : “ Σιγά γιατρέ , γιατί έχω εκείνο το..καλαμάκι κάτω απ’ τη μασχάλη “ , άρχισε να φωνάζει στις γυναίκες του σπιτιού λέγιντας : “ Γαϊδάρες , δεν ξέρατε να βγάλετε το θερμόμετρο απ’ τον άνθρωπο ; “
Ο Δημήτριος Κυριαζής ή Κυργιαζοδημ’τράκης
Ο Αθανάσιος Λαλαγιάννης με τη..” Μάρω “ του .
Ο Κώστας Σφέτσος με το άλογό του .
Ο Ιωάννης Παπαδόπουλος .
Οι δάσκαλοι και το σχολείο
Στο Λιδωρίκι υπήρχε τότε Δημοτικό Σχολείο και Γυμνάσιο , στο οποίο φοιτούσαν γύρω στα 300 παιδιά , και τα πιο πολλά ήταν από άλλα χωριά , κυρίως ορεινά . Η παιδεία δεν ήταν δωρεάν όπως σήμερα .
Στο σχολείο πηγαίναμε και το πρωί και το απόγευμα . Θυμάμαι που έστελναν οι δάσκαλο κάποιο παιδί να χτυπάει την καμπάνα της εκκλησίας , για να καταλαβαίνουν τα παιδιά πότε έπρεπε να πάνε στο σχολείο .
Οι δάσκαλοι :
1 . Κοντολάτου Μαρία από Ερατεινή
2 . Μίχος από Κονιάκο
3 . Σφετσος Ιωάννης από Λιδωρίκι
4 . Φακίτσα από Λαμία
5 . Ζωητού Αντιγόνη από Ερατεινή
6 . Δραγώτης από Βιτρινίτσα .
Όταν έκανε μάθημα ο Ι. Σφέτσος , ευχόσουν να μη τελειώσει ποτέ . Τόσο ωραία και κατανοητά δίδασκε .
Στις διάφορες σχολικές γιορτές , όπως την 25η Μαρτίου ( εθνική εορτή ) μας έβαζαν οι δάσκαλοι να στολίζουμε το σχολείο με λευκές και μπλε κορδέλες , μας μάθαιναν ποιήματα και πατριωτικά τραγούδια . Τα μεγαλύτερα παιδιά έπαιζαν θέατρο , με σχετικά θέματα .
Οι ίδιοι οι δάσκαλοι , δίδασκαν και γυμναστική . Στο τέλος της χρονιάς γίνονταν οι γυμναστικές επιδείξεις και αγωνίσματα . Έδιναν και βραβεία ! Μαζευόταν κόσμος πολύς κι’ εμείς τα παιδιά το περιμέναμε “ πως και….πως “ !
Κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους κάναμε και εκδρομές , όχι όπως σήμερα , εκτός του χωριού , αλλά σε όμορφες τοποθεσίες γύρω απ’ αυτό , όπως στις Λάκκες , στο Παραδείσι στιν Αη Νικόλα . Ξεκινούσαμε λοιπόν , όλα τα παιδιά στη σειρά , με τους δασκάλους μας να μας καθοδηγούν και γυρίζαμε πίσω το σούρουπο , κουρασμένα από τα παιχνίδια και το περπάτημα , αλλά γεμάτα χαρά .
Εκτός απ’ τις γυμναστικές επιδείξεις , στο τέλος της χρονιάς γίνονταν και θεατρικές παραστάσεις , με θέματα κωνικά αλλά και κλασσικά . Στο τέλος της περιόδου δίναμε και τις σχολικές εξετάσεις για την προαγωγή μας στην επόμενη τάξη . ‘Όταν έβγαιναν τα αποτελέσματα και τα ενδεικτικά , αλίμονο σ’ αυτόν που δεν είχε προαχθεί και το μάθαιναν τα άλλα παιδιά , τον κυνηγούσαν μέχρι το σπίτι του με κάτι μεγάλες κουδούνες , τις οποίες χτυπούσαν δυνατά φωνάζοντάς του : “ φόλα , φόλα , φόλααααα”…
Δημοτικό Σχολείο την σχολική Χρονιά 1934 – 35 . Δάσκαλοι από αριστερά , Γιαν. Σφέτσος , Αντιγ. Ζωητού και δεξιά Μ. Κοντολάτου και Κ. Μίχος .
Σχολική χρονιά 1928 – 29 , πρώτη χρονιά που τα Δημοτικά έγινα πλέον “ μεικτά “ , σε αναμνηστική φωτογραφία με τους δασκάλους τους : αριστερά Γιαν. Σφέτσος και δεξιά Μαρία Κοντολάτου , απ’ τη Βιτρινίτσα και Γ. Κάγκαλος ή Κάρας .
Με άψογο τρόπο τα παιδιά εκτελούν ασκήσεις γυμναστικής στο προαύλιο του Δημοτικού σχολείου , όπου σήμαρα η Αρχαιολογική συλλογή , κάτω απ’ το..άγρυπνο βλέμμα του δασκάλους τους Γιαν. Σφέτσου , εν έτει..1930..
Μαθητές και μαθήτριες του Δημοτικού σχολείου , “ καλλιεργώντας “ το σχολικό ..κήπο , κάτω απ’ την επίβλεψη και την καθοδήγηση των δασκάλων τους , Σφέτσου και Κοντολάτου , σωτήριο..έτος 1930 !
Οι ιερείς ( παπάδες )
Οι ιερείς της εποχής δεν ήταν μισθωτοί όπως σήμερα . Η αμοιβή τους ήταν κάτι από το εισόδημα των χωραφιών . Είχαν κανονίσει μια αναλογία κατ’ άτομο , τα χρόνια εκείνα , και πήγαινε ο παπάς από σπίτι σε σπίτι με το μουλάρι και κάτι “ σακιά “ , τσουβάλια , για να το φορτώσει . Αυτή ήταν όλη κι’ όλη η αμοιβή του για ενα ολόκληρο χρόνο και την ονόμαζαν “ παπαδικό “ .
Οι φωτογράφοι της εποχής
Φωτογράφος στο Λιδωρίκι δεν υπήρχε , παρά μόνο περιστασιακά περνούσαν κάποιοι απ’ αυτούς . Έπαιρναν τότε οι άντρες τις γυναίκες και τα παιδιά τους και πήγαιναν να φωτογραφηθούν όλοι μαζί . Ήταν οι λεγόμενες “ οικογενειακές φωτογραφίες “ που κοσμούσαν έπειτα το σπίτι τους . Το θέμα σχεδόν πάντα το ίδιο , εφόσον οι φωτογραφίες κόστιζαν και η φωτογραφική τέχνη δεν ήταν και τόσο γνωστή .
Οι φωτογράφοι της εποχής κουβαλούσαν στον ώμο τη φωτογραφική μηχανή και τη στιγμή της φωτογράφισης την έστηνε σε έναν τρίποδα . Οι φωτογραφίες φυσικά ήταν ασπρόμαυρες .
Οι τύποι της αγοράς
Ο πλουσιότερος της εποχής ήταν κάποιος Κολοκύθας Ανδρέας . Αυτός ήταν παχύς και κοντός , είχε 4-5 σπίτια , νια υπηρέτρια και έναν παπαγάλο , ο οποίος φώναζε το όνομα της υπηρέτριας και του αφεντικού του , καθώς και τη φράση : “ Ανδρέα θες καφέ ; Άντε αγόρασε και πιες “ !
Όταν έβγαινε βόλτα στην πλατεία , καθόταν κάτω απ’ τον πλάτανο της Βαθειάς και έπινε τον καφέ του . Ήθελε όμως , τρεις καρέκλες στη διάθεσή του ! Μία για να καθίσει , μία για να βάλει το ραβδί του και μία για το καπέλο του , ένα κλακ ρεπούμπλικα !
Ένα άλλος τύπος ‘ήταν ο Μαργέλλος ή Σαψαρής . Αυτός έκανε αστεια πολλά και σκάρωνε γκάφες σε όλους “ αλησμόνητες “ για να γελάνε και να περνάει η ώρα στην αγορά με “ καλαμπούρι “ .
Πριν απ’ τον πόλεμο , είχε εμφανιστεί στο Λιδωρίκι και ένας πλανόδιος ιχθυοπώλης . Ήταν ψηλός , χοντροκομμένος και είχε ένα πρόσωπο γεμάτο φακίδες με μια μεγάλη μύτη . Γύριζε με ένα πανέρι γεμάτο ψάρια στο κεφάλι και ήταν μόνιμα ξυπόλυτος “ χειμώνα – καλοκαίρι “ . Μετά τον πόλεμο χάθηκε !
Ο Σαψαρής με τη μάνα του , τη γυναίκα του και την κόρη του Ευθυμία , μπροστά στην πόρτα του σπιτιού τους .
Τα παιχνίδια της εποχής
Που να βρούμε παιχνίδια εκείνη την εποχή , αλλά και να υπήρχαν , δεν είχαμε τα χρήματα να τα αγοράσουμε . Δούλευε όμως η φαντασία των παιδιών και φτιάχναμε κούκλες από πανιά και παίζαμε . Άλλος έφτιαχνε ένα μικρό φούρνο και έκανε το φούρναρη , άλλος έκανε το μανάβη και πηγαίναμε εμείς να ψωνίσουμε .
Παίζαμε κρυφτό και κυνηγητό , πολλές φορές τοποθετούσαμε ένα λευκό σεντόνι και παίζαμε “ Καραγκιόζη “ , συνήθως τα απογεύματα . Έρχονταν τότε οι μητέρες με τα παιδιά τους και “ κονομάγαμε “ κανένα πενηνταράκι . Φτωχά πράγματα , αλλά ωραία …
Ο θέρος και το αλώνισμα
Όταν ερχόταν η εποχή του “ θέρου “ , θερισμού , όλα έπρεπε να γίνουν με τα χέρια , γιατί δεν υπήρχαν τότε μηχανές . Σκορπούσαν , λοιπόν ο κόσμος απ’ το πρωί ως το βράδυ στα χωράφια και θέριζαν τα στάχυα με τα “ δρεπάνια “ τους . Μ’ αυτά έφτιαχναν μικρά δέματα που συγκρατούσαν δεμένα με το ίδιο χόρτο . Στη συνέχεια , με τα δέματα αυτά έφτιαχναν ένα δέμα μεγαλύτερο , που ονομαζόταν “ δεμάτι “ .
Αυτό το έδεναν με ένα άλλο χόρτο , τη σίκαλη , έπειτα φόρτωναν τα “ δεμάτια “ στα μουλάρια και τα γαϊδουράκια και τα κουβαλούσαν στα αλώνια . Εκεί τα ξεφόρτωναν και τα τοποθετούσαν όλα μαζί σε στοίβες που ονόμαζαν “ θημωνιές “ . Στη συνέχεια έρχονταν οι αλωνάρηδες , “ βαλμάδες “ , οι οποίοι σκορπούσαν τα δεμάτια στο αλώνι και καθοδηγούσαν τα άλογα , ώστε όταν αυτά γυρίζουν γύρω – γύρω , να λιώνουν τα άχυρα με τα πέταλά τους και να βγαίνει το σιτάρι .
Η διαδικασία αυτή κρατούσε απ’ το πρωί μέχρι το μεσημέρι . Ύστερα όλοι μαζί , αγρότες και “ βαλμάδες “ , σήκωναν τα ‘άχυρα στον αέρα πολλές φορές , ώστε να ξεχωρίσουν το σιτάρι απ’ τα στάχυα . Γι’ αυτή τη δουλειά , που τη λέγαν “ λίχνισμα “ , χρησιμοποιούσαν κάτι ξύλινες πιρούνες , τις οποίες ονόμαζαν “ δικούλια “ .
Στο τέλος , μάζευαν το σχεδόν καθαρό σιτάρι στο κέντρο του αλωνιού κοντά στο “ στρίαλο “ και περίμεναν να φυσήξει αέρας , για να καθαρίσει καλύτερα το σιτάρι . Τη σοδειά την μετρούσαν με κάτι τενεκέδες . Μια “ οκά “ ( μονάδα μέτρησης της εποχής ) ισοδυναμούσε με 400 δράμια και ένα κιλό με 1.000 γραμμάρια ή 312,5 δράμια .
( Στο σημείο αυτό η αείμνηστη Σοφία προφανώς από λαθεμένο υπολογισμό γράφει ακριβώς : “ Μία οκά ισοδυναμούσε με 1.000 δράμια . 1 κιλό = 1.000 γραμμάρια = 900 δράμια , εμείς για σωστή ενημέρωση του αναγνώστη , αναφέρουμε πιο πάνω , τα σωστά νούμερα ) .
Οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές και οι αλευρόμυλοι , ήρθαν στο Λιδωρίκι μετά τον πόλεμο . Πρώτος απ’ όλους έφερε ο Τημπέλης Νικόλαος .
Αλώνισμα στις Λάκκες το 1945 , διακρίνονται από αριστερά : Βιολ. Κοκκαλιά , Σοφία Παλούκη , Γ. Γεροδήμου με το γιο της Πάνο , μωρό τότε στα χέρια , Θεοχ.Λ]Καραχάλιος και Χαρ. Γεροδήμος . Παρατηρήστε το “ στρίαλο “ στη μέση και τις θηλιές στους λαιμούς των αλόγων .
Αλώνισμα στις “ Λάκκες “ , στο αλώνι που ήταν εκεί που είναι σήμερα το Δασαρχείο , το 1948 ή 49 , κι’ αυτή η φωτογραφία είναι…ακτινογραφία του αλωνίσματος , τα άλογα , οι βαλμάδες , τα παιδιά που κάνουν..χάζι , και οι γυναίκες με τα “ δικούλια “ στα χέρια , νε τα οποία ανακατώνουν το “ λιώμα “ .Τέταρτος , μετά τον ένστολο , ο Τάσος Ασημακόπουλος , ο Τάσος Γκομόζιας και οι μικροί Γ. Ασημακόπουλος και Γ. Δημητρακόπουλος .
Το “ λίχνισμα “ με τα “ δικούλια “.
Η πρώτη αλωνιστική μηχανή που ήρθε στο χωριό μας , ήταν κάποιου Δρόλαπα , μάλλον απ’ την Αγία Ευθυμία , και απ’ τις πρώτες δε και η εικονιζόμενη , ιδιοκτησίας Στάθη Δρομάζου , απ’ την Ερατεινή . Μπροστά στο τρακτέρ , που μόλις και διακρίνεται , εικονίζονται από αριστερά : Ζωή Δούκα , Μαρ. Κατσώνη , Γιαν. Κανδρής , άγνωστος , Στ. Δρομάζος , με τα λευκά , και Διον. ΄Κούστας .
Αρκετά χρόνια μετά , ο Νίκος Τημπέλης με κάποιο Κατσούλη , απ’ τη Λεύκα , έφεραν την πρώτη Λιδορικιώτικη αλωνιστική μηχανή . Στις δυο φωτογραφίες εικονίζεται ο Ν.Τημπέλης με το τρακτέρ που έσερνε , αλλά έδινε και κίνηση στη μηχανή .
Το μάζεμα του καλαμποκιού
Όταν το καλαμπόκι ήταν έτοιμο για συγκομιδή , πάλι με τα χέρια έπρεπε να γίνει η δουλειά , εφόσον μηχανές , όπως είπα , δεν υπήρχαν . Πήγαιναν λοιπόν στα χωράφια και αφού μάζευαν τα καλαμπόκια σε τσουβάλια , τα κουβαλούσαν στις αυλές των σπιτιών ή στα αλώνια όπου τα άπλωναν σωρό .
Τα βράδια μαζεύονταν όλοι , συγγενείς και φίλοι και ξεφλούδιζαν τις φλούδες των καλαμποκιών . Τη νύχτα που καθάριζαν το καλαμπόκι την ονόμαζαν
παρασπόρι “. Στη συνέχεια το άπλωναν πάλι στις αυλές ή στα αλώνια να ξεραθεί στον ήλιο , ώστε να βγαίνει πιο εύκολα ο καρπός του καλαμποκιού απ’ το “ κότσαλο “.
‘Οταν αυτό γινόταν , τότε μρ τη βοήθεια κάτι χοντρών ραβδιών που τα έλεγαν “ ρόπαλα “ , χτυπούσαν τα κότσαλα και έβγαινε το καλαμπόκι , που στη συνέχεια μάζευαν μέσα σε κάτι ξύλινα μπαούλα ( αμπάρια ) .
Τα αμπέλια και ο τρύγος
Η καλλιέργεια των αμπελιών ήταν κι’ αυτή μία απ’ τις κύριες ασχολίες του καιρού εκείνου . Υπήρχαν στον κάμπο εκτός απ’ τα χωράφια τα σπαρμένα με καλαμπόκι , σιτάρι , και τριφύλλι και πολλά στρέμματα αμπέλια . Γύρω απ’ αυτά ήταν φυτεμένα άλλα δέντρα , όπως αμυγδαλιές , συκιές , αχλαδιές , κυδωνιές , ροδιές και ελιές . Το μήνα Φεβρουάριο άρχιζε το κλάδεμα των αμπελιών , ενώ το μήνα Μάρτιο γινόταν το σκάψιμό τους , με τα “ τσαπιά “. Όπως και όλες οι δουλειές έτσι κι’ αυτή με τα χέρια φυσικά .
Όσοι είχαν πολλά στρέμματα αμπελιών στη διάθεσή τους , έβαζαν εργάτες , κυρίως γυναίκες , οι οποίες δούλευαν απ’ το πρωί έως το βράδυ . Η αμοιβή τους ήταν ίση με δυο οκάδες αλεύρι την ημέρα , αλλά έτρωγαν και έπιναν στο αφεντικό . Οι τελευταίοι διόριζαν κάποιον άντρα , που ονόμαζαν “ πρωτεργάτη “ , ο οποίος ξεκινούσε το σκάψιμο και στη συνέχεια επιτηρούσε το έργο των γυναικών “ βγάζοντας “ πολλές φορές την ψυχή τους , αφού τις ανάγκαζε να δουλεύουν πολύ , για λογαριασμό του αφεντικού . Αυτός συνήθως είχε το δικαίωμα να πιεί ένα ποτηράκι κρασί παραπάνω , την ώρα του φαγητού .
Το μήνα Απρίλιο . τα αμπέλια πέταγαν φυλλαράκια και βλαστούς . ‘Επρεπε τότε να τα ραντίσουν με θειάφι και να τα “ κοτσοκορφίσουνε “, έτσι έλεγαν το κλάδεμα στις άκρες των κλαδιών , ώστε να δυναμώσουν και να θρέψουν τα σταφύλια .
Όταν τα σταφύλια κόντευαν πλέον να ωριμάσουν , όριζαν τα αφεντικά κάποιους άντρες να τα φυλάνε ώστε να μη τα κλέβει ο κόσμος ή πάθουνε καμιά ζημιά από τα ζώα που γυρνούσαν ελεύθερα . Τους φύλακες αυτούς τους έλεγαν “ δραγάτες “ και απ’ ό,τι θυμάμαι υπήρχαν στο Λιδωρίκι τρεις και ο καθένας είχε την επίβλεψη μιας συγκεκριμένης περιοχής .
Οι “ δραγάτες “έβρισκαν ένα ύψωμα , ώστε να παρατηρούν συνεχώς τα αμπέλια , όπου έφτιαχναν κάτι “ τσαντήρια “ με κλαδιά από πλατάνια , για να έχουν ίσκιο και κάθονταν εκεί μέρα νύχτα , έως ότου έρθει η ώρα του τρύγου . Η αμοιβή ήταν χρηματική . Αυτοί είχαν μία σφυρίχτρα και σε περίπτωση που σε εντόπιζαν να κόβεις σταφύλια , σφύριζαν τόσο δυνατά που σου “ έκοβαν το αίμα “ .
Ένα από τα έθιμα της εποχής , ήταν πως δεν μπορούσες να τρυγήσεις μόνος σου , όποτε ήθελες εσύ , αλλά έπρεπε να τρυγάνε όλοι μαζί . “ Τρύγο “ ονόμαζαν τη συγκομιδή των σταφυλιών , όταν λοιπόν ερχόταν η ώρα του τρύγου ξεκινούσαν όλο μαζί για τα αμπέλια . Έμοιαζε τότε σαν γιορτή , σαν πανηγύρι , αφού γέμιζαν τα αμπέλια από παιδιά και μεγάλους που τραγουδούσαν , έλεγαν αστεία και τρυγούσαν . Όσοι δεν είχαν δικά τους αμπέλια , βοηθούσαν τους άλλους και γι ‘ αντάλλαγμα έπαιρναν στο σπίτι τους καλάθια γεμάτα με σταφύλια .
Οι ιδιοκτήτες πολλών στρεμμάτων , είχαν στην άκρη των αμπελιών μια μικρή δεξαμενούλα ή στέρνα , η οποία στο μπροστινό μέρος είχε μία μικρή σωλήνα για να βγαίνει ο μούστος . Τη δεξαμενή αυτή την έλεγαν “ πατητήρι “ , γιατί εκεί πατούσαν τα σταφύλια με τα πόδια τους , αφού από την προηγούμενη ημέρα είχαν φροντίσει να στρώσουν το εσωτερικό της κλαδιά από “ σπάρτα “ώστε να είναι καθαρός ο μούστος και για να βγαίνει πιο εύκολα . Μερικοί είχαν τα “ πατητήρια “ στα σπίτια τους , οπότε κουβαλούσαν εκεί τα σταφύλια τους με τα ζώα .
Απ’ ό,τι θυμάμαι , είχαν για τη μεταφορά του μούστου κάτι δερμάτινα δοχεία “ασκούς “ , από γίδινο δέρμα , τα οποία πριν γεμίσουν με μούστο , τα μούσκευαν για να μαλακώσουν . ‘Έτσι μετέφεραν με τα ζώα το μούστο στα σπίτια , όπου τον έριχναν μέσα στα ξύλινα βαρέλια , που είχαν φροντίσει να καθαρίσουν και να πλύνουν . Μαζί με το μούστο έριχναν στα βαρέλια και “ ρετσίνι “ , ώστε να πάρει γεύση και άρωμα το κρασί .
Με το μούστο που περίσσευε , έφτιαχναν το “ πετιμέζι “ και μ’ αυτό την “ μουσταλευριά “ μ ωραίο και νόστιμο γλύκισμα , στο οποίο έριχναν από πάνω και τριμμένα καρύδια . Έφτιαχναν γύρω στις 2.000 – 3.000 οκάδες κρασί ο καθένας με βαθμούς 12 – 13 , ίσως και παραπάνω .
Τρύγος στο μεταπολεμικό Λιδορίκι στα “ Κ’μούλια “ , δεκαετία του ‘60 , εικονίζονται οι οικογένειες Γ.Μ.Πανάγου , Ιωαν. Ζόγκζα και Δημ . Βούλγαρη .
Τρύγος στα παλιάμπελα το 1958 , οι οικογένειες Κοκκαλιά και Γεροδήμου , και σε πρώτο πλάν οι “ γαλίκες “ με τα ολόφρεσκα και λαχταριστά αμπελοστάφυλα .
Δύο χαρακτηριστικές φωτογραφίες απ’ το πάτημα των σταφυλιών στο παλιό Λιδορίκι . Και οι δύο είναι βγαλμένες στην αυλή του Γιάννη Ζόγκζα , στο Γυφτομαχαλά , όπου ο αξέχαστος Γιάννης είχε το πατητήρι του. Στην πρώτη ο ίδιος πατώντας τα σταφύλια του και στη δεύτερη ο Γιάννης πατάει , έχοντας δίπλα τη γυναίκα του Σταθούλα , και γείτονες και γειτόνισσες .
Ο αρραβώνας της εποχής
Τα “ αρραβωνιάσματα “ χαρακτηριστικός πίνακας του Ν. Γύζη , του 19ου αιώνα .
Τα χρόνια εκείνα , ο αρραβώνας έμοιαζε πιο πολύ με συνοικέσιο , παρά με την εξέλιξη της γνωριμίας δύο νέων . Τα αγόρια της εποχής , όχι μόνον δεν μπορούσαν να βγουν ραντεβού με την κοπέλα που τους άρεσε , αλλά ούτε καν να την φιλήσουν είχαν δικαίωμα . Αν κάτι τέτοιο γινόταν γνωστό , σήμαινε άσχημες συνέπειες για την κοπέλα . Οι γονείς το θεωρούσαν προσβλητικό για την τιμή της οικογένειας .
Έτσι λοιπόν , ο ενδιαφερόμενος “ υποψήφιος γαμπρός “ αποφάσιζε να στείλει κάποιο δικό του άτομο στο σπίτι της κοπέλας και να τη ζητήσει από τον πατέρα της . Αυτό ήταν το λεγόμενο “ προξενιό “. Εάν ο πατέρας συμφωνούσε , κανόνιζαν μια νέα συνάντηση , συνήθως βράδυ , παρουσία και του νέου για να το ξανασυζητήσουν .
Σπάνια ρωτούσαν τη γνώμη της κοπέλας και για την τύχη της , αποφάσιζε σχεδόν πάντα ο πατέρας της . Κατά τη διάρκεια της συζήτησης συμφωνούσαν και το θέμα της προίκας ( σπίτια , χωράφια , αμπέλια ή και μετρητά αν υπήρχαν ) .
Στο τέλος έδιναν “ λόγο “ , ένα είδος προφορικής επικύρωσης της συμφωνίας του γάμου , αυτό το έλεγαν “ ισιάσματα “.
Σε περίπτωση που αποφάσιζαν να γίνει “ ανοιχτός “ ο αρραβώνας , έπρεπε να καλέσουν το σόι του γαμπρού , τους φίλους του και τους κουμπάρους στο σπίτι της νύφης , όπου και θα γλεντούσαν όλοι μαζί μέχρι πρωίας με παραδοσιακά όργανα και δημοτική μουσική . Το τραπέζι του αρραβώνα περιλάμβανε , μακαρονάδα , , που ετοίμαζαν σε μεγάλα καζάνια , στιφάδο και κρέας βραστό ή ψητό και άφθονο κρασί .
το επόμενο πρωί , μετά τον αρραβώνα και το γλέντι , έπρεπε όλοι οι καλεσμένοι μαζί με τη νύφη , να πάνε σε μια βρύση και αυτή με μια κανάτα τους έριχνε νερό να πλυθούν . Έπειτα τους έδινε και μια πετσέτα για να σκουπιστούν .
Όσο καιρό ήταν αρραβωνιασμένοι , ο γαμπρός μπορούσε να πάει στο σπίτι της νύφης και να κοιμηθεί μαζί της ! Ήταν ένα ακόμη έθιμο …
Αφού οριζόταν η ημερομηνία του γάμου , έπρεπε η νύφη να ετοιμάσει την προίκα της , συνήθως ρούχα μάλλινα , φτιαγμένα από τη μητέρα της ή από την ίδια στον παραδοσιακό “ αργαλειό “ . Ύφαιναν επίσης στον “ αργαλειό “ , χαλιά και κουβέρτες , “ βελέντζες “ . Τις πετσέτες , τα σεντόνια και τα εσώρουχα τα έραβαν με νήμα αγοραστό , αφού έτοιμα δεν υπήρχαν .
Τη Δευτέρα πριν το γάμο , έπρεπε να πλύνουν τα ρούχα , τα εσώρουχα , τις πετσέτες και τα σεντόνια της νύφης . Ο γαμπρός έπρεπε να φέρει μια δυο οκάδες σαπούνι , στο σπίτι της νύφης , όπου μαζεύονταν οι συγγενείς να βοηθήσουν στο πλύσιμο . Έβραζαν λοιπόν νερό , σε ένα μεγάλο καζάνι και στήνανε πέντε – έξι σκάφες στη σειρά και τραγουδώντας έπλεναν τα ρούχα . Στη συνέχεια τα άπλωναν και όταν στέγνωναν τα σιδέρωναν και τα έβαζαν σε ένα μπαούλο , διότι οπωσδήποτε έπρεπε η νύφη να έχει ένα μπαούλο , να βάλει τα ρούχα της και κανένα ποτήρι ή φλιτζάνι και καμιά κατσαρόλα . Αυτά ήταν τα υπάρχοντα της εποχής .
Όμορφες εικόνες απ’ τις..προδικασίες του παραδοσιακού παλιού Λιδορικιώτικου γάμου . Ημέρα δευτέρα , το πλύσιμο των “ προικιών “ , η νύφη με τις φιλενάδες της και τις συγγένισσές της , επί το..έργον . Αναγνωρίστηκαν , τέταρτη από αριστερά η αξέχαστη Χρυσούλα Σφέτσου– Γκομόζια , πέμπτη η Ασημούλα Κάπου – Μοίρα , και η Ελένη Γ. Μαργέλλου με την αδελφή της . Το όλο..σκηνικό , θα πρέπει να είναι κάπου στο Γυφτομαχαλά .
Το ίδιο σκηνικό και στην άλλη άκρη του χωριού , στις Λάκκες , νυφη μια Τριωτοπούλα , και μαζί με τις φιλενάδες και τις συγγένισσές της , μπουγαδιάζουν τα προικιά ΄, στο επί τούτου διαμορφωμένο “ πλυσταριό “ , έξω απ’ το Τριωταίϊκο σπίτι . Από αριστερά : Γεωργία Παπαδοπούλου – Κουλοπούλου , η Τριωτοπούλα , τέταρτη η Μαρία Μποβιάτση , έβδομη , Ευθυμία Μποβιάτση , προτελευταία η Κατίνα Ρέλλου και τελευταία η Κούλα Μποβιάτση .
* *
Την Τετάρτη , ετοίμαζαν το “ προζύμι “ για τα ψωμιά του γάμου , αυτό το έλεγαν “ να αναπιάσουμε τα προζύμια “ . Το βράδυ της ίδιας μέρας , μαζεύονταν οι συγγενείς και οι φίλοι και “ ξαρίζανε “ ( κοσκινάγανε ) το αλεύρι που αντιστοιχούσε στο προζύμι , μέσα σε μια ξύλινη σκάφη . Όταν τελείωναν , πέταγαν μέσα στο αλεύρι κέρματα και η “ μαρίδα “ , νεολαία του χωριού , βούταγε με το στόμα μέσα στη σκάφη για να πάρει τα λεφτά . Αυτό έκανε τους μεγάλους να ξεκαρδίζονται στα γέλια .
Την Πέμπτη , ζύμωναν τα ψωμιά και τα έβαζαν στα ταψιά για να ψηθούν . Τα ψωμιά τα “ κεντάγανε “ από πάνω , έκαναν δηλαδή διάφορα σχέδια . Όταν έβγαιναν τα ψωμιά από το φούρνο , τους έριχναν από πάνω ζάχαρη και τα ονόμαζαν “ πρεβέντες “.
Την Παρασκευή, έπρεπε να καλέσουν στο γάμο τους συγγενείς και φίλους . Ξεκινούσαν τότε , ένας άντρας και μια γυναίκα με τα “ καλέσματα “ κάτι κόκκινα χαρτάκια μέσα στα οποία ήταν τυλιγμένα : δύο γαρυφαλλάκια , ένα κομμάτι κανέλλας και δύο κουφέτα . Τα “ καλέσματα “ τα είχε η γυναίκα μέσα σε μια τσάντα κεντημένη στον αργαλειό , που την έλεγαν “ μαρούδα “ και πήγαιναν έτσι από σπίτι σε σπίτι και καλούσαν τον κόσμο . Ο δε άντρας είχε ένα μικρό ξύλινο βαρελάκι με κρασί που το έλεγαν “ τσίτσα “και κερνούσε τους καλεσμένους με ένα μικρό ποτηράκι , δίνοντάς τους και το “ κάλεσμα “ .
Λιδορικιώτικος Γάμος ( συνέχεια )
Την ίδια μέρα , ( Παρασκευή ) έπρεπε να πάρουν τα προικιά της νύφης και να τα πάνε στο σπίτι του γαμπρού . Αν ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό , τα κουβαλούσανε με μουλάρια και όταν έφταναν εκεί τα τοποθετούσαν όλα μαζί φτιάχνοντας ένα σωρό , “ γοίκο “ , που τον στόλιζαν με δαντέλλες λευκές , σκορπώντας πάνω τους ρύζι . Αν ο γαμπρός ήταν απ’ το χωριό , τότε τα προικιά τα κουβαλούσαν τα παιδιά , τα οποία κουβαλούσαν τα μαξιλάρια της νύφης στο κεφάλι τους .
Το Σάββατο ήταν υποχρεωμένοι οι καλεσμένοι να ετοιμάσουν το δώρο τους , που δεν ήταν τίποτα άλλο , παρά μια “ πρεβέντα “, ένα κομμάτι κρέας και μια νταμιτζάνα κρασί για το γλέντι του γάμου !
Την Κυριακή γινόταν ο γάμος . Σε περίπτωση που η νύφη ήταν από άλλο χωριό , έπρεπε να πάνε με τα μουλάρια να την φέρουνε . Τα μουλάρια τα στόλιζαν με λευκά σεντόνια κεντητά . Αυτόν που έφτανε πρώτος στο σπίτι της νύφης με το μουλάρι του , τον έλεγαν “ στγχαρηκιάρη “ , γιατί πήγαινες τα “ συγχαρήκια “, την είδηση δηλαδή πως έρχονται οι άλλοι για να πάρουν τη νύφη για την εκκλησία . Στο μουλάρι του “συγχαρηκιάρη “ , έβαζαν ένα μαντήλι λευκό στην “ , καπιστράνα “ , ώστε να φαίνεται πως αυτό έφτασε πρώτο . Μετά το γάμο γύριζαν για το γλέντι στο σπίτι του γαμπρού .
Όταν έφταναν στο σπίτι , η νύφη πέταγε μήλα στον αέρα και όποιος κατόρθωνε να πιάσει ένα από αυτά , το είχανε για γούρι , σήμαινε πως θα παντρευτεί σύντομα . Τα χρόνια εκείνα είχανε έθιμο να στεφανώνονται νωρίς , πριν πέσει ο ήλιος , για να προκόψει το νιόπαντρο ζευγάρι .
Εάν τώρα η νύφη ήταν απ’ το χωριό μας , ο κουμπάρος έπρεπε ήδη να έχει στείλει τα στέφανα και ένα κομμάτι λευκό ύφασμα για να ράψει απ’ αυτό το νυφικό της πριν το γάμο . Τα στέφανα και ένα κομμάτι που περίσσευε από το ύφασμα του νυφικού , τα έβαζαν σε χάλκινο δίσκο με χερούλια και όταν ξεκινούσαν για την εκκλησία το κουβαλούσε ένα αγόρι στο κεφάλι του , ώστε να τα φορέσει ο κουμπάρος στο κεφάλι του γαμπρού και της νύφης την ώρα του στεφανώματος .
Όταν ερχόταν η ώρα του γάμου , ξεκινούσε ο γαμπρός για το σπίτι του κουμπάρου , απ’ όπου μαζί και οι δυο , με τη συνοδεία μουσικών οργάνων πήγαιναν στην εκκλησία . Στη συνέχεια τα όργανα πήγαιναν να φέρουν τη νύφη και τους δικούς της στην εκκλησία , όπου γινόταν το μυστήριο του γάμου . Τα χρόνια εκείνα έριχναν και λεφτά στο ευαγγέλιο , ως αμοιβή του ιερέα .
Αφού τελείωνε ο γάμος , γύριζαν όλοι μαζί , με τη συνοδεία των οργάνων , στο σπίτι του γαμπρού , όπου άρχιζε το γλέντι κι’ ο χορός . Συνήθως χόρευαν σε κάποιο αλώνι , όπου ο χώρος ήταν αρκετός και άνοιγαν κάτι ξύλινε κάσες με λουκούμια και κερνούσαν τους καλεσμένους .
Το γλέντι κρατούσε ως το πρωί , αλλά τη νύχτα είχαν φροντίσει να έχουν έτοιμες τις κρεμαστές λάμπες πετρελαίου για να μπορούν να διασκεδάζουν με φως . Οι καρέκλες και τα τραπέζια ήταν δανεικά απ’ τα καφενεία και τις ταβέρνες , ενώ τα ποτήρια απ’ τα εμπορικά καταστήματα στα οποία τα επέστρεφαν τις επόμενες μέρες . Μεγάλη φτώχεια τότε .. Το τραπέζι του γάμου είχε πάνω άφθονο κρέας , βραστό ή ψητό , και κρασί που έστελναν οι καλεσμένοι .
Την επόμενη μέρα του γάμου , έπρεπε η νύφη να αποδείξει ην “ παρθενιά “ της στην πεθερά . Αλίμονο αν η νύφη δεν ήταν παρθένα πριν την πρώτη νύχτα του γάμου. ‘Επρεπε τότε ο γαμπρός να τη στείλει πίσω στον πατέρα της ή να ζητήσει περισσότερη προίκα , ώστε να μη γίνει γνωστό στο χωριό και προσβληθεί η τιμή της οικογένειάς της . Αυτό το ονόμαζαν “ πανωπροίκι “ , και ο πεθερός αναγκαζόταν να δώσει ό,τι του ζητούσε ο γαμπρός ώστε να μην επεκταθεί το σκάνδαλο .
Στις 15 μέρες από το γάμο , έπρεπε οι νεόνυμφοι να πάνε στην εκκλησία να τους ευλογήσει και πάλι ο παπάς . Μετά την εκκλησία , πήγαιναν στα σπίτια των συγγενών και του κουμπάρου και τους κερνούσαν χαλβά και τηγανίτες , τα οποία κουβαλούσε ένα παιδί που είχαν μαζί τους .
Ο κουμπάρος Χρήστος Γατάκης με τα παιδιά του μεταφέρουν στέφανα και λαμπάδες , στο κέντρο της φωτογραφίας ακριβώς πίσω , ο Θανάσης Αποστολόπουλος – Βάγιας και ο μπάρμπα Μαλάμος , ενώ μπροστά τους είναι ο Γ. Πανάγος .
Γαμπρός και νύφη , με τις ..” λιμουζίνες “ και με τη συνοδεία μουσικής πάνε για την εκκλησία .
Η νύφη έφτασε στο σπίτι και πετάει μήλα στους παρευρισκόμενους , για γούρι .
Προπολεμικός γάμος των αειμνήστων Γιώργου Πέτρου και Αργυρής Παπαϊωάννου , το μυστήριο τελείωσε και μπροστά στο σπίτι το Πετραίϊκο, στο δρόμο , αρχίζει το γλέντι .
Ο γάμος τελείωσε , κι’ όλοι μαζεμένοι στο πλησιέστερο αλώνι , αρχίζουν το ολονύχτιο γλέντι .
Λιδωρικιώτες “ συχαρικιάρηδες “ , κατά κανόνα φίλοι του γαμπρού , με τα άλογά τους “ αρματωμένα “ . Από αριστερά Γιώργος Πανάγος , Τάκης Ταμβάκης και Γιώργος Κόκκινος . Αριστερά ο Γιώργος Κλώσσας .
Oι κηδείες της εποχής
Δεν γνωρίζουμε αν η σειρά των θεμάτων στην αφήγηση της αείμνηστης Σοφίας , έχει κάποιο λόγο , πάντως εμείς την τηρούμε ευλαβικά , αλλά αναρωτιόμαστε , γιατί αμέσως μετά το γάμο οι..” κηδείες “ ; Μήπως υπονοείται πως με το γάμο..τελειώνει η ζωή μας ; Δεν το πιστεύω….
Τώρα θα μου πείτε τι θέλει ο θάνατος μέσα στη Λιδορικιώτικη ζωή ; Μα ο θάνατος δεν είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μας ;…..
* *
Όταν ο ” χάρος “ σημάδευε το χωριό μας , χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα της εκκλησίας και το κακό μαντάτο γύριζε από στόμα σε στόμα , ώστε να γίνει γνωστό σε όλους . Τα φέρετρα των νεκρών , τα ονόμαζαν “ κάσες “ και η κατασκευή τους ήταν δουλειά των μαραγκών .
Την “ κάσα “ την επένδυαν με ένα μωβ πανί και στο σκέπασμα έγραφαν με μια λευκή κορδέλα , τα αρχικά του ονόματος του νεκρού και την ηλικία του . Το βράδυ , έπρεπε οι συγγενείς και οι φίλοι να “ κλάψουν “ ή να “ ξενυχτήσουν “ το νεκρό . Δεν έπρεπε να τον αφήσουν μόνο του .
Την επόμενη μέρα , έπρεπε να γίνει η ταφή , μετά την οποία γύριζαν όλοι στο σπίτι του “ εκλιπόντος “ , όπου έτρωγαν φαγητά που είχαν ετοιμάσει οι συγγενείς και οι φίλοι . Τα φαγητά ήταν όλα νηστίσιμα ( ψάρια , μακαρονάδες , φασόλια , πίτες κλπ ) .
Στη συνέχεια κρεμούσαν στην πόρτα του σπιτιού ένα λευκό πανί με μια μαύρη κορδέλα , που σχημάτιζε τα αρχικά του ονόματος του νεκρού . Οι γυναίκες φόραγαν τότε μαύρα ρούχα κι’ αν ήταν χήρες , θα έπρεπε να τα φοράνε όλη τους τη ζωή . Έβαφαν επίσης , όλα τα ρούχα του σπιτιού : κουρτίνες , σεντόνια , και τραπεζομάντηλα σε μαύρο χρώμα , σημάδια όλα αυτά του “ πένθους “ .
Από Λιδορικιώτικη κηδεία αγνώστων λοιπών στοιχείων .
Απ’ την κηδεία της αείμνηστης Τασούλας Πλατανιά , το 1934 .
Απ’ την κηδεία της Παρασκευής Παπαδάκη , γυναίκας του Κ. Παπαδάκη – Μπαζέ , στον Άι Γιώργη το 1930 .
Το μνημόσυνο ( “ σαράντα “ )
Η πρώτη επιμνημόσυνη δέηση για τον νεκρό , γίνονταν στις 40 μέρες μετά το θάνατο και το ονόμαζαν “ σαράντα “ . ‘Επρεπε τότε να σηκωθούν πρωί – πρωί οι νοικοκύρηδες και να βράσουν ένα μεγάλο καζάνι σιτάρι , για να δώσουν στον κόσμο αι να συγχωρεθεί η ψυχή του . Όταν αυτό ήταν έτοιμο , το έριχναν σε ένα καλάθι , μαζί με σταφίδες , ρόδια , κανέλλα και ζάχαρη και τα ανακάτευαν όλα μαζί .
Στη συνέχεια έδιναν το καλάθι σε δυο κορίτσια και αυτά περνούσαν απ’ όλα τα σπίτια , μοιράζοντας το σιτάρι με ένα πιατελάκι που είχαν στο καλάθι , λέγοντας ποιανού είναι το μνημόσυνο .
Αυτό γινόταν συνήθως ημέρα Σάββατο . Οι δε νοικοκύρηδες έπρεπε να κάνουν τραπέζι στο σπίτι τους , στη μνήμη του νεκρού μ στο οποίο πήγαιναν οι συγγενείς και οι φίλοι .
ΟΙ ΓΙΟΡΤΑΔΕΣ
Τα Χριστούγεννα
Τα χρόνια εκείνα , είχανε σε κάθε σπίτι “ μανάρια “ , αρνιά και γουρούνια , χοιρίδια και σαν έφταναν τα Χριστούγεννα , τα έσφαζαν για να έχουν κρέας για τις γιορτές . Οι νοικοκυρές , άρχιζαν τις προετοιμασίες , πολύ καιρό πριν και για την παραμονή των Χριστουγέννων , ζύμωναν ψωμιά και τα έψηναν στους φούρνους , καίγοντας ξύλα . Τα ψωμιά αυτά , τα στόλιζαν με ένα σταυρό από ζυμάρι και με τα χείλη ενός μικρού ποτηριού , έφτιαχναν κύκλους , που συμβόλιζαν μικρά αρνάκια . Έβαζαν επάνω τους και αμύγδαλα και στο εσωτερικό τους ένα νόμισμα .
Όποιος έβρισκε το νόμισμα , ήταν ο τυχερός της χρονιάς . Τα ψωμιά τα έλεγαν “ Χριστόψωμα “ . ΄’Εφτιαχναν και κάτι κουλούρες , για τα μικρά παιδιά και τα βαφτιστήρια , τις στόλιζαν κι’ αυτές με διάφορα σχέδια , “ κεντήματα “ , βάζοντας στη μέση ένα αυγό και ρίχνοντας επάνω ζάχαρη . Θυμάμαι πως τα παιδιά έκαναν σαν τρελά για τις κουλούρες .
Την παραμονή των Χριστουγέννων , πήγαιναν τα παιδιά να πούνε τα κάλαντα στις διάφορες γειτονιές , ώστε με τα λίγα χρήματα που κέρδιζαν να αγοράσουν κανένα παιχνιδάκι της εποχής . Την ημέρα των Χριστουγέννων , μαζεύονταν όλοι μαζί , συγγενείς και φίλοι , έτρωγαν και γλεντούσαν , τραγουδώντας δημοτικά τραγούδια .
Η πρωτοχρονιά
Όλες οι νοικοκυρές , ετοίμαζαν για την Πρωτοχρονιά παραδοσιακά γλυκά όπως : το “ μπακλαβά “ με αμύγδαλα ή καρύδια , και τη “ ρυζοριβανή “ κι’ απ’ ό,τι θυμάμαι , μοσχοβολούσε ο τόπος απ’ τη μυρωδιά . Το πρωί της Πρωτοχρονιάς , έστελναν τα μικρά παιδιά , με ένα κανάτι στη βρύση μ για να πάρουν νερό , το οποίο έπρεπε να πάνε “ αμίλητο “ στο σπίτι , δίχως δηλαδή να μιλήσουν με κανένα στο δρόμο . Όταν τα παιδιά έφερναν το νερό , τότε έλεγαν οι νοικοκύρηδες τη φράση : “ Όπως τρέχει το νερό στη βρύση , έτσι να τρέχει και το “ βιο “ , ζωή στο σπίτι “.
Στέλναν και γλυκά , σκεπασμένα σ’ ένα πιάτο με μια πετσέτα , στους συγγενείς , οι οποίοι με τη σειρά τους έστελναν κι’ αυτοί .
ΟΙ ΓΙΟΡΤΑΔΕΣ
Του σταυρού
Όταν ερχόταν στις 5 του Γενάρη η γιορτή του Σταυρού , όλο το χωριό περίμενε τον παπά να περάσει απ’ τα σπίτια των χωρικών και να τα ευλογήσει , με ένα κλαδί βασιλικού με το οποίο ράντιζε τον αγιασμό . Έβαζε και σε ένα ποτηράκι , ο παπάς , λίγο αγιασμό , ώστε να πιεί η οικογένεια , νηστική , το επόμενο πρωί .
Τα Θεοφάνεια ( των Φώτων )
Στις 6 του Γενάρη , ήταν η γιορτή των Θεοφανείων ή Φώτων . Εκείνη την ημέρα γινόταν ο μεγάλος αγιασμός των υδάτων , ώστε όλα τα νερά να είναι αγιασμένα . Πήγαιναν τότε και ράντιζαν με αγιασμό τα σπίτια , τα χωράφια και τ’ αμπέλια τους , για να είναι ευλογημένα και να έχουν καλή σοδειά . Όσοι είχαν φτιάξει κρασί , την ημέρα αυτή το δοκίμαζαν να δουν ποιό είναι το καλύτερο !
Της Απόκρεω ( Απόκριες )
Οι Απόκριες κρατούσαν τέσσερις βδομάδες . Η πρώτη Δευτέρα που ακολουθούσε ήταν η “ Καθαρά Δευτέρα “ , την οποία άρχιζε η νηστεία για το Πάσχα .
Την Κυριακή αυτών των εβδομάδων τα παιδιά του Λιδωρικίου μαζεύονταν στο αλσύλλιο του “ Γυφτομαχαλά “και μεταμφιέζονταν , ντυνόντουσαν μασκαράδες . Τα ρούχα της μεταμφίεσης , ήταν κάτι λευκές φουστανέλες με γκρι ή μαύρες πουκαμίσες , που δανείζονταν απ’ τους μεγαλύτερους , τους “ γερόντους “ του χωριού . Αφού ντύνονταν , κατέβαιναν όλα μαζί στα σπίτια και τα μαγαζιά της αγοράς , όπου έκαναν αστεία και πείραζαν τον κόσμο , απλώνοντας τα χέρια και ζητώντας του λεφτά , λέγοντας “ ψιλικά …ψιλικά “ ..
Τις μέρες εκείνες οι γυναίκες του χωριού έφτιαχναν τυρόπιτες και μοσχοβολούσαν όλα τα σπίτια . Τα βράδια μαζεύονταν όλοι μαζί και γλεντούσαν .
Προπολεμικές Απόκριες στο Λιδορίκι . Η πομπή , με τον καρνάβαλο και τους μασκαράδες κάνει την καθιερωμένη στάση , στο Αλωνάκι , κι’ αρχίζει το..γλέντι…
Το Πάσχα
Το Πάσχα ήταν μεγάλη γιορτή για το χωριό . Όλοι το περίμεναν “ πως και..πως “. Έτσι άρχιζαν τις προετοιμασίες για το -Πάσχα από νωρίς . Οι νοικοκυρές έπλεναν τα χαλιά “ στρωσίδια “ και τις “ κουρελούδες “ , που έφτιαχναν στους αργαλειούς , για να είναι καθαρά . Άσπριζαν επίσης τις αυλές των σπιτιών με ασβέστη ώστε να είναι όμορφα .
Οι άντρες έπρεπε να προμηθευτούν παραδοσιακό “ οβελία “ , αρνί που θα σούβλιζαν την Κυριακή μετά την Ανάσταση . Όσοι δεν είχαν δικά τους αρνιά , αγόραζαν από κάτι χωρικούς , οι οποίοι τα έφερναν πάνω σε μουλάρια και γαϊδούρια , μέσα σε κάτι σακούλια μάλλινα . Μόνο το κεφάλι τους ήταν απ’ έξω απ’ το σακούλι και “χάλαγε ο κόσμος “ απ’ τι βέλασμά τους .
Αυτό γινόταν συνήθως τη Μεγάλη Παρασκευή .
Κάθε βράδυ , πήγαινε ο κόσμος στην εκκλησία για να παρακολουθήσει “ τα πάθη του Χριστού “.
Πριν αρχίσει η Μεγάλη Εβδομάδα , ήταν το Σάββατο του Λαζάρου . Την παραμονή πήγαιναν οι κοπέλες του χωριού και έλεγαν τα κάλαντα που ονόμαζαν “ Λάζαρα “. Τα “ Λάζαρα “¨άλλαζαν από σπίτι σε σπίτι , ανάλογα με το επάγγελμα του νοικοκύρη . Είχαν μαζί τους και ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια της εποχής , μέσα στο οποίο έβαζαν τα αυγά , που τους έδινε όποιος δεν είχε χρήματα .
Θυμάμαι μια χρονιά που μας έμαθαν οι δάσκαλοι στο σχολείο κάτι “ Λάζαρα “ πιο..ποιοτικά . Μαζεύτηκε τότε μια επιτροπή από γιατρούς , δασκάλους και μαθητές και πήγαμε να τα πούμε . Είχαμε συγκεντρώσει γύρω στις 3.000 δραχμές , πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη .
Τα “ Λάζαρα “ που μας έμαθαν στο σχολείο τότε ήταν τα εξής :
“ Για να μάθετε τι εγίνει , σήμερα στην Παλαιστίνη
εις την πόλη Βυθανεία Μάρθα κλαίει και Μαρία .
Λάζαρο τον αδελφό τους , τον γλυκό και καρδιακόν .
Τον μοιρολογούν και κλαίνε , τον μοιρολογούν και λένε .
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον εμοιρολογούσαν .
Την ημέρα την Τετάρτη , κίνησ’ Ο Χριστός για να ‘ρθει .
Τότε η Μάρθα και η Μαρία , τότε ευρεθήκαν όλοι .
Ας ερχόσουνα Χριστέ μου , δεν θα ‘πέθνησκε ο αδερφός μου .
Τότε ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει .
Δεύρω έξω Λάζαρέ μου , φίλε και αγαπητέ μου '
και παρέλθεις απ’ τον Άδη , ως εξαίσιο σημάδι “.
Την επόμενη μέρα ήταν η Κυριακή των Βαίων.Πήγαινε ο κόσμος στην εκκλησία να πάρει “ βάγιες “ δάφνες . Στο Λιδωρίκι τότε υπήρχαν μόνο δύο δέντρα δάφνης . Ένα είχε ο Σακαρέλλος και ένα ο Τσίγκας .
Τη μεγάλη Πέμπτη , έβαφαν τα κόκκινα αυγά , όπως απαιτούσε το έθιμο. Την Ανάσταση δεν την έκαναν τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου , αλλά γύρω στις τέσσερις έως πέντε η ώρα τα χαράματα της Κυριακής . Μετά την Ανάσταση , γύριζαν όλοι στα σπίτια τους και έτρωγαν παραδοσιακούς μεζέδες , όπως τις “ γαρδούμπες “ και το ψητό αρνί . Έσπαζαν τότε και τα κόκκινα αυγά . Την Κυριακή το απόγευμα χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας και πήγαιναν όλοι , με κάτι λευκά κεράκια “ λαμπαδίτσες “. Πήγαιναν στην “ Αγάπη “ , όπως έλεγαν κι’ αν κάποιος είχε μαλώσει με κάποιον άλλον , έπρεπε να συμφιλιωθούν και πάλι , έπρεπε να αγαπηθούν .
Η πρώτη Παρασκευή μετά το Πάσχα , είναι της Ζωοδόχου Πηγής , και τύχαινε να γιορτάζει η εκκλησία μας , καθώς έχει ακόμα και σήμερα αυτό το όνομα . Γινόταν και πανηγύρι ωραίο στο χωριό , με παραδοσιακή μουσική και γλένταγε ο κόσμος . Στη συνέχεια , ακολουθούσε η Κυριακή του Θωμά και εκείνη την ημέρα γίνονταν συνήθως γάμοι . ‘
΄Πάσχα 1934 , στην Καλαπτσαίϊκη αυλή , όπου Καλαπτσαίοι και γείτονες ψήνουν τα αρνιά τους .
Την ίδια χρονιά , 1934 , η Λιδορικιώτικη λαμπρά ..νεολαία της εποχής , ξεκινάει το Πασχαλιάτικο γλέντι , στη αυλή του Σαψαρόϊαννου , στον Ψαλά .
Πάσχα 1934 ,απόγευμα στην “ Αγάπη “ στο Αλωνάκι , οι Λιδορικιώτες συν..γυναιξί και τέκνοις , τηρώντας τα ..πατροπαράδοτα ..
Λαμπρή 1934 , Λιδορικιώτικη παρέα , απολαμβάνει στο Μαστρογιανναίϊκο .
Της Αναλήψεως
Στις σαράντα μέρες μετά το Πάσχα , έρχεται η γιορτή της Αναλήψεως . Οι τσοπάνηδες είχαν ήδη ανεβάσει τα πρόβατα και τα γίδια στα βουνά , στις εκεί στρούγκες . Έφτιαχναν τότε τυριά , μυζήθρες και γιαούρτια . Την ημέρα εκείνη , λοιπόν , πήγαινε ο παπάς να ευλογήσει τα πρόβατα και τα γίδια , στις στρούγκες . Οι τσοπάνηδες είχαν ζυμώσει και ψήσει ψωμί και με τον ευλόγυρο , είχαν φτιάξει τα γράμματα του Χριστού . Ο παπάς , έπαιρνε το ψωμί , έκοβε το σημείο που υπήρχαν τα γράμματα του Χριστού και το ευλογούσε . Στη συνέχεια . έδινε από μια μπουκιά σε όλους . Οι τσοπάνηδες , φίλευαν τον κόσμο κομματάκια απ’ το ψωμί . που τα έλεγαν “ υψώματα “. ‘Ετσι έμεινε η φράση : “ Σήκωσε ύψωμα “ , όταν κάποιος κάνει επισκέψεις σε πολλά σπίτια .
Οι τσοπάνηδες , έδιναν τυριά και γιαούρτια , “ γιαούρτες “ , στον παπά για να τον ευχαριστήσουν καθώς και σε όλους τους καλεσμένους . Τις “ γιαούρτες “ , τις έφτιαχναν μέσα σε κάτι ξύλινα δοχεία που ονόμαζαν “ βεδούρες “.
Λιδορικιώτικη ανάληψη το 1938 στον Αρδίνη .
Προπολεμική Λιδορικιώτικη ανάληψη κάπου στην Μπελεσίτσα .
Λιδορικιώτικη Ανάληψη της παλιάς καλής εποχής .
Ο πόλεμος
Με τον πόλεμο , έφτασαν στο Λιδωρίκι οι Ιταλοί και οι Γερμανοί στρατιώτες . Ο κόσμος τράπηκε σε φυγή και έχασε τα υπάρχοντά του . Οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό , τον Αύγουστο του 1944 . Όταν έφυγαν και οι τελευταίοι στρατιώτες , το Νοέμβριο του 1944 , οι Λιδωρικιώτες γύρισαν και άρχισαν να χτίζουν στα ερείπια του χωριού . Νια εποχή έχει ήδη φύγει και μια άλλη αρχίζει ..
Το..” φάντασμα “ του χωριού μας μετά το κάψιμο απ’ τους Γερμανούς στις 29 – 8 – 1944 ..
Ό,τι απόμεινε απ’ το πανέμορφο χωριό μας μετά την..καταστροφή …
Επίλογος
Σίγουρα υπάρχουν πολλά ακόμα που θα έπρεπε να αναφέρω , δυστυχώς η μνήμη έχει αρχίσει να με εγκαταλείπει , λόγω ηλικίας . Δεν είμαι συγγραφέας ! Έκανα μόνο μια προσπάθεια να καλύψω ένα μικρό κομμάτι της μακροχρόνιας ιστορίας του Λιδωρικίου και θέλω να πιστεύω πως τα κατάφερα !
Η κρίση δική σας …
Αθήνα 1 – 1 – 2000
* *
Αυτές είναι αγαπημένοι μου φίλοι οι “ Αναμνήσεις “ της αξέχαστης χωριανής μας Σοφίας Παλαιολόγου – Καραχάλιου , μια αφήγηση αφτιασίδωτη..με απόλυτα αυθεντικό ύφος και ίσως και κάποιες αδυναμίες .
Τίποτα όμως δεν μπορεί να αφαιρέσει κάτι απ’ την αξία τους , γιατί είναι για τους νεότερους , που θα ‘θελαν να ασχοληθούν με το παρελθόν του χωριού μας ένα σημαντικό βοήθημα , αφού αν εξαιρέσουμε τις δημοσιευμένες , σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά , αναμνήσεις του Αλέκου Κωστάκη , του Καφτανιαλέκου όπως τον λέγαμε , δεν υπάρχει κάποια εργασία , κάποιο κείμενο , που να περιγράφει την προπολεμική Λιδορικιώτικη ζωή , ας είναι αναπαυμένη η αξέχαστη Σοφία , με το βιβλίο της έβαλε κι’ αυτή ένα λιθαράκι στην ενημέρωση των χωριανών μας για το παρελθόν .
ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Επειδή πολλοί φίλοι μας , μας ζήτησαν τις “ Αναμνήσεις “ της αξέχαστης Σοφίας Παλαιολόγου , μετά την ολοκλήρωσή τους , να τις δημοσιεύσουμε και ενοποιημένες , για καλύτερη πρόσβαση στην ανάγνωσή τους , και θέλοντας πάντα να ικανοποιούμε τις επιθυμίες σας , όταν δεν είναι φυσικά..παράλογες , μετά τη σημερινή τελευταία συνέχεια , θα δημοσιεύσουμε το κείμενο , ολοκληρωμένο και ενοποιημένο , κάτι που εξυπηρετεί πολύ όσους απ’ τους φίλους μας , κρατάνε αρχείο …Όσο για τις φωτογραφίες που συνοδεύουν τα κείμενα , όπως έχουμε ξαναπεί , είναι προσθήκη δική μας και φυσικά δεν υπάρχουν στο βιβλίο .
Καλό σας Σαββατόβραδο , να είστε καλά
Απ’ το “ Λιδωρίκι “ με αγάπη ….Κ.Κ.-
No comments:
Post a Comment