6.10.12

ΟΙ “ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ “ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ–ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ


    OΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ - ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟ
IMG
   Πολλές  φορές  , παλιότερα , είχαμε  αναφερθεί , αποσπασματικά  όμως , στο  βιβλίο  της  αείμνηστης  Σοφίας  Παλαιολόγου , ένα  βιβλίο  που  διαβάζοντάς  το ανασαίνεις , κυριολεκτικά , τον  καθάριο  αέρα  του  προπολεμικού  Λιδορικιού .
   Βιβλίο..” έκπληξη “ ήταν για  μας , και  φαντάζομαι  και  σε  όλους  όσους  το  διάβασαν , απλά  και  μόνο  για  το ..τόλμημα , γιατί  κακά  τα  ψέματα , στον  τομέα  αυτό  δεν  είμαστε  δα  και  πολύ…προχωρημένοι ..
   Οι προσωπικές  εκτιμήσεις και  ..αναμνήσεις , της  Σοφίας , μαζί  με  όποιες  εικόνες υπήρχαν  καταγραμμένες  στο παιδικό  μυαλό  της αλλά  και  εικόνες  της  καθημερινότητας , που  έζησε  στην  παιδική της  ηλικία και  βέβαια  και  οι  αφηγήσεις  συγγενικών της  προσώπων , έδεσαν  κι  έτσι  δημιουργήθηκε  αυτό  το  βιβλίο , που  προσωπικά  το  θεωρούμε  πολύ  χρήσιμο , με όποιες αδυναμίες  κι’ αν  έχει .
  Η δομή  του  βιβλίου , δεν  είναι..” επαγγελματική ” , αλλά αυθόρμητη  και  ..ερασιτεχνική , όπως  και  το  ύφος  και  η  γλώσσα , χωρίς  βέβαια  να  υστερεί  σε  τίποτα  από  άλλα σχετικά  βιβλία .
  Θα  πρέπει  να  αναφέρουμε εδώ , πως  για  το  χωριό  μας , το Λιδορίκι , δεν  υπάρχουν  καταγραμμένες , σχετικές  πληροφορίες , για  μαγαζιά , επαγγέλματα , συνήθειες των  χωριανών , έθιμα  και ήθη , οικογενειακή και  κοινωνική  ζωή , γάμο , βαφτίσια , θάνατο , αρρεβώνες ( ισιάσματα ) και  γι’ αυτό η  συμβολή  των  “ Αναμνήσεων “ της  αείμνηστης  Σοφίας , είναι  σημαντική .
   Αφιερώστε  κάποιο  χρόνο και  διαβάστε  το , αξίζει  τον  κόπο , γιατί  θα  πάρετε  μια  εικόνα , ίσως  με  κάποιες  ατέλειες ή  υπερβολές , που  είναι  όμως  απολύτως ..αυθεντική …
IMG_0001

Περιγραφή   του  Λιδωρικίου

   Ονομάζομαι Σοφία  Καραχάλιου – Παλαιολόγου , και  θα  προσπαθήσω  να περιγράψω  το Λιδωρίκι κατά τα  χρόνια 1934 – 1940 .
   Βρισκόμαστε  λοιπόν , λίγο  πριν  τον  πόλεμο ( Β’ παγκόσμιος ) . Είναι τα  χρόνια  της  παιδικής  μου  ηλικίας και  απ’ ό,τι  θυμάμαι , το  Λιδωρίκι είναι  μια  ζωντανή , δημιουργική και  όμορφη  κωμόπολη 3.000 – 3.500 κατοίκων , που  τροφοδοτεί όλη  σχεδόν  την επαρχία  Δωρίδας , περίπου  40 γειτονικά  χωριά .
   Διαθέτει δημόσιες  υπηρεσίες , σχολεία , εμπορικά και  διάφορα  άλλα  καταστήματα . Φυσικά . η  λίμνη του  Μόρνου δεν  υπήρχε  τότε . Στη  θέση  της θυμάμαι  να  απλώνεται ένας  όμορφος  και μεγάλης  έκτασης  κάμπος . Μόνιμοι φρουροί του Λιδωρικίου , τα  βουνά  μας , η Γκιώνα και τα  Βαρδούσια .
  Η Λιδωρικιώτικη   φύση
Θυμάμαι  τα  ποτάμια  και  τα  ρέματα , που  στόλιζαν τη  φύση με  τα  κρυστάλλινα  καθαρά νερά  τους . Οι  όχθες τους , ήταν  γεμάτες πλατάνια και  άλλα δέντρα . Από τη  μια  άκρη στην  άλλη , υπήρχε  κάμπος  καταπράσινος , από  τα  τριφύλλια και  τα  καλαμπόκια . Τα νερά  της “ Μπελεσίτσας “ , του  “ Βελουχιού “ και  του Μόρνου , κυλούσαν ανάμεσά  του , δίνοντας  στο  τοπίο μια  άλλη  όψη , τελείως  διαφορετική απ’ τη  σημερινή . ‘Εμοιαζε τότε  ο  τόπος  με ζωγραφιά !

           Οι  βρύσες  του  χωριού
Όσον  αφορά την  ύδρευση του  χωριού , δεν υπήρχαν τότε  τα  υδραγωγεία και  οι  δεξαμενές , που παρέχουν  σήμερα το  νερό σε  όλα  τα  σπίτια . Έτσι ο  κόσμος κουβαλούσε το νερό  απ’ τις  βρύσες , με τα  μουλάρια και  τα  γαϊδουράκια  του , μέσα  σε  ξύλινα δοχεία που  τα  λέγανε “ βαρέλες “ και “ μπαρδάκες “. Η  βρύση του  Αντώνη , είχε  και τη  μεγαύτερη  κίνηση , γιατί  έβγαζε  πιο  πολύ  νερό απ’ όλες  τις  άλλες . Μερικοί  συγκέντρωναν το  νερό που  περίσσευε  σε  κάτι  δεξαμενούλες και  πότιζαν κανένα  περιβολάκι με  λαχανικά .
   Οι  βρύσες  της  εποχής ήταν :
Αντώνης
Βαθειά
Βουνό ( Ψαλάς )
Κατρέλης ( Βαρούσι )
Κάτω  βρύση ( Βαρούσι )
Σερεντέλης ( Γυφτομαχαλάς ) .

      Τα   πηγάδια

   Επειδή το  νερό από  τις  βρύσες δεν  αρκούσε για  όλους , πολλοί  άνοιγαν  πηγάδια στην  αυλή  τους . Στο Λιδωρίκι , απ’ ό,τι  θυμάμαι υπήρχαν  γύρω στα  35  πηγάδια , εκ  των  οποίων  τα  περισσότερα στα  σπίτια και  τα  μαγαζιά της  αγοράς . Είχαμε  και  τρία μη  ιδιωτικά .
Βαθειά
Βαρούσι
Γεφυράκι ( Γυφτομαχαλάς ) .
        Οι  ιδιοκτήτες  πηγαδιών
1. Ευσταθίου , 2. Ζώης , 3. Καντζιός , 4. Καραμήτσος , 5. Καράντζαλος , 6. Καραχάλιος , 7. Καψάλης , 8. Κλωσσας , 9. Κρυστάλλω , 10. Γκομόζιας Ανδρέας , 11. Γκομόζιας Αναστάσιος , 12. Λατσούδης , 13. Μαργέλλος Χρήστος , 14. Μαστρογιάννης , 15. Μπήλιος Αθανάσιος , 16. Μποβιάτσης , 17. Ντούμας , 18. Παπαδόπουλος , 19. Πετρόπουλος , 20. Πέτρου , 21. Πίτσιος , 22. Ποντίκης , 23. Τσίγκας , 24. Φαλίδας .
                   
         Οι   νερόμυλοι


   Οι νερόμυλοι ήταν από  τα  πιο  γραφικά κτίσματα της  εποχής , λόγω  του  ότι  βρίσκονταν κοντά  στα  τρεχούμενα  νερά των ποταμιών , όπου η  φύση  ήταν ανθισμένη , χαιρόσουν να  τους  βλέπεις  να γυρίζουν . Σ’ αυτούς γινόταν  το  άλεσμα του  καλαμποκιού και  του  σιταριού . Αν θυμάμαι  καλά υπήρχαν  τέσσερις σ’ όλη  την  περιφέρεια του Λιδωρικίου .
Οι νεροτριβές ( ντρεστίλες )

Κοντά  στους  νερόμυλους , υπήρχαν και  οι  νεροτριβές ή  “ ντρεστίλες “, όπου  οι  γυναίκες του  χωριού  έπλεναν τις  “ φλοκάτες “  τις  “ βελέντζες “ και  όλα  τα μάλλινα  ρούχα . Αυτά ασπρίζανε , φουσκώνανε και  γίνονταν  αφράτα  και  ωραία λόγω  της  τριβής με  το  άφθονο τρεχούμενο  νερό .
Τα   άλώνια
Τα αλώνια , ήταν  ειδικά διαμορφωμένοι  χώροι , κυκλικού  σχήματος , στις  αυλές  των σπιτιών ή στις  άπλες  κάθε  γειτονιάς . Στο  κέντρο τους  υπήρχε ένα ξύλινο  κοντάρι ,  ο “ στρίαλος “, με  μια  σιδερένια  θηλιά απ’όπου  έδεναν  τα  άλογα , ώστε όταν  αυτά  έρχονταν  γύρω – γύρω , να  λιώνουν τα  άχυρα  και  να  βγαίενι το  σιτάρι .
   Στο  Λιδωρίκι , υπήρχαν περίπου  45 – 50  αλώνια , άλλα πλακόστρωτα και  άλλα  χωριάτικα , τα  οποία  οι  ιδιοκτήτες τους  άλειφαν με μουσκεμένα  κόπρανα βοδιών “ σβουνιές “ , κάποιες  μέρες  πριν  το  αλώνισμα . Έτσι όταν αυτές  στέγνωναν , δεν  επέτρεπαν στο  χώμα να  ανακατευτεί με  το  σιτάρι τη  διάρκεια  του  αλωνίσματος .
Οι  ιδιοκτήτες  των  αλωνιών
1 . Δεδούσης , 2 . Δούκας , 3 . Δρόσος Χαράλαμπος , 4 .Ζόγκζας  Κωνσταντίνος , 5 . Ζόγκζα  Σοφία , 6 . Ζώης , 7 . Κάγκαλος  Αθανάσιος , 8 . Κάγκαλος  Ανδρέας , 9 . Κάγκαλος  Γεώργιος , 10 .Κάγκαλος  Ηλίας ή “ Κουφολιάς “,  11 . Κανδρής , 12 . Κάππος , 13 . Κιντώνης , 14 . Κλώσσας , 15 . Κόκκινος ή  “ Κορδοπλής “ , 16 .Κολοκύθας , 17 . Κρυστάλλω , 18 . Κωστοπαναγιώτου , 19 . Λακαφώσης , 20 . Λιάγγουρας , 21 . Μαλάμος , 22 . Μαργέλλος ή  “ Αρπάλης “, 23 . Μαργέλλος ή “ Σαψαρής “ , 24 . Μάρκος Αλέξανδρος , 25 .Μίχος . 26 . Ντζιούρας , 27 . Πανάγος , 28.Παπαϊωάννου , 29 . Πέτρου  Χράλαμπος , 30 . Πλιάνος  Κωνσταντίνος , 31. Πουρνιάς Αλέξανδρος , 32 . Πουρνιάς  Γεώργιος , 33 . Σκούτας , 34 . Σούλιος , 35 . Σφέτσος , 36 . Σακαρέλλος , 37 . Φωτόπουλος .


  Οι  Δημόσιες  Υπηρεσίες

Είχαμε τα  χρόνια  εκείνα στο  Λιδωρίκι :
     Δασρχείο
     Ειρηνοδικείο
     Ταμείο
     Αστυνομία

       Οι  εκκλησίες


     Άγιος  Αθανάσιος         ( Λάκκες )
     Άγιοι  Ανάργυροι          ( Βαρούσι )
     Άγιος  Γεώργιος            ( Βαρούσι )
     Άγιος Ευθύμιος              ( Παλιόραγκος )
     Ζωοδοχος  Πηγή
     Άγιος Νικόλαος               ( Καλτεζιά )

    Τα  ξωκλήσια

     Άγιος  Νικόλαος  ( Καλτεζιά )
     Άγιος  Νικόλαος  ( Καλός )   Ξωκλήσι που  έχει  θέα  τη  λίμνη .


             Τα   νεκροταφεία 

Νεκροταφεία προπολεμικά  ήταν στον  Άγιο Γεώργιο ( Βαρούσι ) και  στον  άγιο  Αθανάσιο στις Λάκκες . Το  νεκροταφείο  που  έχουμε σήμερα το  θυμάμαι απ’ το  1940 , και  τώρα λόγω  έλλειψης  χώρου , φτιάχνουν κι άλλο  δίπλα .
  Οι  δρόμοι  και  οι  συγκοινωνίες
Οι  δρόμοι τα  χρόνια  εκείνα , δεν ήταν  με  άσφαλτο αλλά  χωματόδρομοι και  στενοί . Αυτοκίνητα  δεν  υπήρχαν παρά  μόνο  εκείνα ΄, ενός  Μποβιάτση ή  “ Μπόμης “ και  του  Χριστόπουλου ή “ Καλομοίρης “, μια  σακαράκα που  κουβαλούσε  κανένα  πράγμα . Έτσι οι  τοπικές  μετακινήσεις γλινονταν με  τα  ζώα και για  να  πας στην  Αθήνα , έπρεπε να κατέβεις στην Ερατεινή , να πάρεις  το  βαπόρι και  να βγεις  στον  Πειραιά  το βράδυ της  επόμενης  μέρας . Τους  δρόμους τότε  τους  άνοιγαν με  τα  χέρια , με “ κασμάδες “ και  φουρνέλα για  να  σπάνε  τους  βράχους . Όπου  υπήρχαν ποτάμια , δεν  υπήρχαν  γέφυρες , παρά μόνο  πετρόχτιστα παραδοσιακά  γεφύρια , απ’ όπου πέρναγαν  μόνο  ζώα και άνθρωποι .

                           Ο   φωτισμός

Η ηλεκτρική  ενέργεια δεν  είχε  κάνει ακόμα  την  εμφάνισή  της στα  χωριά . Έτσι ο  φωτισμός τις  νύχτες γινόταν  με  κάτι λάμπες φωτιστικού  πετρελαίου ή “ λουξ “. Στο Λιδωρίκι όμως , αν  θυμάμαι  καλά , λίγο  πριν  τον  πόλεμο , κάποιος Σταράκης από  τον Πειραιά , είχε  φέρει κάτι  μηχανές “ γεννήτριες “. Μ’ αυτές τροφοδοτούσε με  ρεύμα κάτι λίγα  σπίτια και  δυο – τρία φανάρια  του χωριού . Ένα στο  “ γεφυράκι “ , ένα  στη “ Βαθειά “ και  ένα  στο  “ Αλωνάκι “ . Το  ρεύμα ήρθε  στο  Λιδωρίκι και  τα  άλλα  χωριά αργότερα , μετά  το  1950 .

                          Η   ξυλεία
Μια  απ’ τις κύριες ασχολίες αμέσως  μετά  τα  αλωνίσματα των  σιταριών , ήταν  η  εύρεση ξυλείας , ώστε να  έχει ο κόσμος ξύλα να  κάψει  το  χειμώνα , για  να  μαγειρέψουν  και  να  ζεσταθούν . Ξεκινούσαν λοιπόν , όλοι  μαζί γύρω  στις τέσσερις τα  ξημερώματα και  το  πρωί ήταν ήδη  στα  βουνά , όπου  έκοβαν ξύλα από τα  έλατα και  γύριζαν πίσω  το  σούρουπο καραβάνια  ολόκληρα , φορτωμένα ξύλα , τα  οποία έκαναν  σωρούς για  το  χειμώνα .
Τα  οικοδομικά  υλικά
Τα  κεραμίδια για  τις  σκεπές  των  σπιτιών , τα  προμηθευόταν  τότε  ο κόσμος από κάποιον που  τα  έφτιαχνε στην “ Πλέσσα “ ή  Αμυγδαλιά . Όταν  σε  κάποιο  σπίτι έφτιαχναν τη  σκεπή , έπρεπε να  πάνε  οι  νοικοκύρηδες και  οι  συγγενείς κάποιο  δώρο  στους  μαστόρους .
   Αυτοί  το  κρεμούσαν στη  σκεπή  και  ένας  από  αυτούς άρχιζε να  φωνάζει δυνατά ώστε να  ακούσει όλο  το  χωριό , λέγοντας  π.χ. “ Καλώς μας  ήρθε  το  δώροοοοοοοαπό τον κ. Δημήτρη , ή τη..Μαρία , να  χαίρεται τον  άντρα της  και  τα  παιδιά  τηηηης ….“ .
   Τον  ασβέστη  τον  έφτιαχναν σε  καμίνια , όπου έκαιγαν κλαδιά από  πουρνάρια . Τοποθετούσαν  μέσα  στα  καμίνια κάτι  λευκές , μικρές  στρογγυλές  πέτρες και τις  έκαιγαν για  οχτώ  μέρες , έως  ότου βγει ο  ασβέστης , με τον  οποίο άσπριζαν τις  αυλές και  τα  σπίτια , ιδίως  στις  γιορτές όπως  το Πάσχα .
Ξενοδοχεία  ύπνου

Στο χωριό  μας υπήρχαν  τρία ξενοδοχεία  ύπνου . Αυτά  ήταν : Καρανδρέα  Διαμαντή , Ανδρίτσου Γεώργιου , ο οποίος  είχε και  καφενείο και οι  Παπαδοπουλαίοι  Αθανάσιος  και  Γεώργιος ( αδέλφια ) στο  Αλωνάκι .

Τα   καφενεία

10-4-34 Παπαδοπουλέικο .
10 – 4 – 1934 , το  Παπαδοπουλαίϊκο  καφενείο στο  Αλωνάκι .

   Καραχάλιος Ιωάννης , ή Μπολοτόγιαννος και Καραχάλιος Κωνσταντίνος , που προπολεμικά είχαν το μαγαζί που είναι σήμερα του Κλώσσα . Εγώ ήμουνα μικρή και δεν το θυμάμαι καθόλου , παρά μόνο απ’ ό,τι μου είχε πει η μητέρα μου .
Οι    ταβέρνες

δε.30 - Καρλονακέικο.
Δεκαετία του  1930 , η ταβέρνα  του Ν. Πανάγου , στο  Καρλονακαίϊκο στο  Αλωνάκι .

Γιαλακίδης , Γκομόζιας , Κάππος , Κόκκινος , Κούστας , Κρικέλας , Μαστρογιάννης , Μπέης , Πανάγος , Σερεντέλος , Σφέτσος , Χαραλαμπόπουλος ή  Μαγγίπας .
Τα  εξοχικά  καφενεία
aγορά Αντώνης 8-81931
8 – 8 – 1931 , προπολεμικό  Λιδορίκι , μια  νεανική  Λιδορικιωτοπαρέα , απολαμβάνει τον  καφέ ή το  ουζάκι  της στο  εξοχικό του  Αντώνη , μπορείτε  δε να  δείτε το  πατάρι και  τα..σκαλάκια  του “ σεπαρέ “ που  είχε φτιαγμένο  ο  Φάσας .

Έτσι  ονομάζονταν τα σημερινά μπαράκια ή  καφετέριες της  εποχής εκείνης .Στο  Λιδωρίκι είχαμε  δύο απ’ αυτά . Βέβαια δεν  υπήρχαν όλα  αυτά  τα  είδη  του  καφέ ή ποτών και αναψυκτικών που  διαθέτουν  τα  σημερινά , αλλά η  ατμόσφαιρα ήταν  το  ίδιο  όμορφη .
   Κοράκης  Αριστείδης ή “ Φάσας “: Ο συγκεκριμένος γνώριζε  καλά  τη  δουλειά  του . Είχε μέχρι  και  χοροδιδασκαλείο για  το  ταγκό και  τους  άλλους  χορούς της  εποχής . Έφερνε  και  γυναίκες σερβιτόρες από  την  Αθήνα και  γινόταν  της ..” τρελής “ . Ο ίδιος  είχε  φτιάξει και  πατάρι στον  πλάτανο του  Αντώνη , όπου  ανέβαινες με  σκαλάκια και  μπορούσες  να  καθίσεις να  πιείς  τον  καφέ  σου .
   Ζουμάς  Κωνσταντίνος : Μου  φαίνεται ότι  είχε κάτι  στις  Λάκκες  που  ήταν  το  σπίτι του .

Τα   εμπορικά


Επαγγέλματα
Προπολεμικό  Λιδορίκι , δεκαετία του ‘30 , ο  Θανάσης Μπήλιος με  ένα  πελάτη  του , που  φορτώνει  τις  προμήθειές  του , έξω  απ’ το  μαγαζί του , στις  Λάκκες .

1 . Ασημακόπουλος ,2 . Γκομόζιας , 3. Ευσταθίου , 4. Καντζιός , 5. Κωστάκης ( Καφτάνιας ) ,  6. Κάππος , 7. Λατσούδης , 8.Μαργέλλος ή  Σαψαρής , 9. Μπήλιος Αθανάσιος , 10. Μποβιάτσης , 11.Ντζούρας Δημήτριος , 12 . Παπαναγιώτου Δημήτριος , 13. Πέτρου  Κωνμσταντίνος , 14.Πίτσιος , 15 . Ποντίκης , 16 , Σκούτας , 17 . Τημπέλης  Ανδρέας .

Τα  ραφεία  ( ραφτάδικα )

IMG_0003
Το  ραφτάδικο  του  Γιώργου  Κόκκινου ή  Ντάη , ο  ίδιος  σιδερώνει ανάμεσα  στους  δυο  Γιάννηδες , Πέτρου ή  Τάλτα , δεξιά  του , και  Κάππο αριστερά του .

Εκείνα  τα  χρόνια δεν  υπήρχαν  έτοιμα  ενδύματα . Έπρεπε λοιπόν , να  αγοράσεις το  ύφασμα  της  αρεσκείας  σου και  να  το  δώσεις στο  ράφτη ή  τη  μοδίστρα του  χωριού , αν ήσουν  άνδρας ή  γυναίκα  αντίστοιχα . Αυτοί σου  έπαιρναν τα σχετικά  μέτρα και  έπειτα από  μερικές  πρόβες τα  ρούχα  ήταν  έτοιμα .
   Ραφέια : 1. Δρόσος Αθανάσιος , 2. Κάππος Δημήτριος , 3. Κασίδης Βασίλειος , 4. Κόκκινος  Γεώργιος ή  Ντάης , 5. Κολοκύθας  Χαράλαμπος ή  Καπνοκότσιαλος , 6. Μαργέλλος Γεώργιος  ή Μπέσσας , 7. Πλιάνος Αθανάσιος , 8. Πολύζος  Κωνσταντίνος , 9. Σεπεντζής Αθανάσιος .



  Τα  τσαγκάρικα

Όπως και  με  τα  ενδύματα , έτσι  και  με  τα  παπούτσια , έπρεπε  να  παραγγείλεις στον  τσαγκάρη , διότι  έτοιμα  παπούτσια δεν  υπήρχαν . Πήγαινες  λοιπόν  στον τσαγκάρη και  σου  έπαιρνε  τα  μέτρα , ώστε  να  τα  ετοιμάσει. Συνήθως  έπρεπε να  περιμένεις  μια  ολόκληρη εβδομάδα . Μόλις  έλιωναν οι  σόλες ή χαλούσαν , πήγαινες να  τα  ξανα..  σολιάσεις ή  να  τα  μπαλώσεις . Φτωχά  πράγματα  τότε…

oo
Αθαν. Πίτσιος ή  Φαλιαμπάρας , Στάθης  Ζόγκζας  και  Θυμιος  Μανέτας , σε  προπολεμική φωτογραφία  τους .
Γ.Αποστολόπουλος - Μαρδώνης , τσαγκάρης , για  πολλά χρόνια  στο  Αλωνάκι  με  τον  Χαρ. Κλώσσα
Ο Γεωργ. Αποστολόπουλος ή  Μαρδώνης
1. Αθανασιάδης , 2 . Αποστολόπουλος Γεώργιος ή “ Μαρδώνης “ , 3. Γεροδήμος , 4. Αφοί Γεωργίου , 5. Ζόγκζας  Ευστάθιος , 6. Καραγκούνης  Παναγιώτης , 7. Κατσουρίδας ή “ Μουγγός “ , 8. Αφοί  Κολοβού , 9. Κόκκινος  Παναγιώτης , 10. Λατσούδης  Αθανάσιος . 11. Μανέτας  Ευθύμιος , 12. Νικήτας , 13. Παπαδόπουλος  Γεώργιος ή “ Κουτσός “ , 14. Πίτσιος Αθανάσιος ή “ Φαλιαμπάρας “ .
Παναγιώτης  Κόκκινος - τσαγκάρης
Παναγιώτης  Κόκκινος .
Χαρ. Κλώσσας,  στο  τσαγκάρικό  του  στο  Αλωνάκι
Χαρ. Κλώσσας , ο  τελευταίος  των  Λιδορικιωτών  τσαγκάρηδων , που υπηρέτησε τη,,τσαγκαρική  τέχνη  75 ολόκληρα  χρόνια .
Νυφικα  παπούτσια της Γεωρίας Παπαδοπούλου , κατασξευασμένα  απ' τους Γ.Αποστολόπουλο -Μαρδώνη  και  Μπάμπη  Κλώσσα , προς  το  τέλος  της  δεκαετίας  του  30'
Τα  νυφικά παπούτσια  της  Γεωργίτσας Νικ. Παπαδόπουλου , κατασκευάστηκαν το  1937 , απ’ τους Γ, Αποστολόπουλο και  Χαρ. Κλώσσα , για το  γάμο  που  έγινε  τον ίδιο  χρόνο και  όπως  βλέπετε  είναι  ακόμα..κατακαίνουργα !!!
DSCN4318
Το  επικρατέστερο προπολεμικό ..μοντελάκι  παπουτσιών , που  συνέχισε να  είναι  στη..μόδα και  μεταπολεμικά . Είναι..απροσδιορίστου  τύπου , θα  τα λεγες…” πεδιλο..σκαρπίνια “ , φτιαγμένα  απ’ τα  πιο  φτηνά  αλλά  και  γερά  υλικά . Το  δέρμα είναι..γνήσια  “ βακέτα “ και  η σόλα από παλιό λάστιχο  ρόδας  αυτοκινήτου . Ήταν  το  επικρατέστερο  μοντέλο  και  στα  [ρώτα  μεταπολεμικά  χρόνια .

Τα κουρεία
1. Βαλαώρας , 2. Δρόσος Χαράλαμπος ή  “ Χαραλαμπάκης “ , 3. Καλαπτσής  Χρήστος , 4. Πλατανιάς Κωνσταντίνος .
IMG_0002
Ο αείμνηστος Κώστας Πλατανιάς , στο κουρείο του , που ήταν στη γωνία του καφενείου Κλώσσα , στη Βαθειά . Στη φωτογραφία ενώ ..ετοιμάζει το Βασίλη Κασίδη και ο Γιώργος Ζέκιος περιμένει τη σειρά  του …

Τα   βιβλιοπωλεία
   Όλα τα σχολικά βιβλία αγοράζονταν τότε  , απ’ τα  βιβλιοπωλεία , γιατί  την  εποχή  εκείνη , η Παιδεία  δεν  ήταν  δωρεάν όπως σήμερα . Τα  ίδια  μαγαζιά  λειτουργούσαν  και  σαν ψιλικατζίδικα .
1 . Μπήλιος  Παναγιώτης
2.  Καραμήτσος Βασίλειος


Οι   αγρότες
    Εκτός από  τους  δημοσίους  υπαλλήλους , οι  οποίοι και  αποτελούσαν  και  τη  μειονότητα των κατοίκων ( συνήθως  ήταν ξένοι , από άλλες  πόλεις ) , όλο  οι  άλλοι , οι  ντόπιοι , είχαν  στην  κατοχή  τους  κτήματα . Υπήρχαν πολλοί  ντόπιοι που  είχαν  χωράφια , αλλά λόγω  του ότι  η  κύρια ασχολία  τους ήταν  άλλη , ή  γιατί δεν  γνώριζαν  να  τα καλλιεργήσουν , τα  έδιναν  σε  άλλους πιο  ικανούς σ’ αυτό .Οι  τελευταίοι δεν  έπρεπε  να τα  αγοράσουν ή να τα  ενοικιάσουν , αλλά  στο  τέλος μοιράζονταν την  παραγωγή με  τους  πρώτους . Αν  και το  έδαφος  ήταν  φτωχό , δεν θυμάμαι να  υπήρχε  γωνιά  ακαλλιέργητη .
   Πρέπει  να  υπήρχαν 75 – 100 οικογένειες που  καλλιεργούσαν  χωράφια , όλοι  τους  είχαν  βόδια , τα οποία  ζεύανε δυο – δυο  στο  αλέτρι και  όργωναν  τη  γη . Συνήθως έσπερνα καλαμπόκι  και  σιτάρι , λιπάσματα φυσικά  δεν  υπήρχαν , παρά  μόνο  οι  κοπριές των  ζώων . Όσοι  είχαν πολλά  χωράφια είχαν  μια  καλή  σοδειά γύρω στις  2.55 – 3.000 οκάδες σιτάρι , που  τους  επέτρεπε  να  αγοράσουν τα  τρόφιμα , τα  ενδύματα της  χρονιάς ή  ό,τι άλλο είχαν  ανάγκη .
IMG
Ο γέρο  Παπαδάκης ή  Μπαζές , με  τη  γυναίκα  του οργώνουν  με  το  βοϊδοζεύγαρο , προπολεμικά .

       Οι  βοϊδοφυλάχτες   ( βροκόλοι )

   Πολλοί ήταν  αυτοί που  είχαν  σπίτι τους  και βόδια , τα  οποία χρησιμοποιούσαν για  το  όργωμα των  χωραφιών . Όταν  όμως τα  άφηναν  ελεύθερα να  βοσκήσουν , αυτά ήταν  επικίνδυνα για  τα  ήδη  σπαρμένα χωράφια . Υπήρχαν λοιπόν , οι  λεγόμενοι “ βροκόλοι “ , βοϊδοφυλάχτες που  τα  επιτηρούσαν . Η αμοιβή  τους ήταν  χρηματική ή  μέρος της  σοδειάς των  χωραφιών .
   Ένας  που  θυμάμαι ήταν  ο Γεωργουσόπουλος Αθανάσιος ή  “ Ταρανάς “ .

Τα  σιδηρουργεία ( γυφτάδικα )
IMG_0007
Ο Ι.Κατσώνης ή Μαστρογιάννης με  τον  Ανδρέα  Δελενίκα , στο “ γύφτικο “που  είχαν  στη  Βαθειά , ΄πάνω  στην  πλατεία , όπου  σήμερα  το  σπίτι  του  Τάκη  Ανδρίτσου .


Στο Λιδωρίκι είχαμε και  σιδηρουργεία “ γυφτάδικα “ όπως τα  έλεγαν. Δουλειά  των  γύφτων ήταν να  επισκευάζουν τα  μεταλλικά  εργαλεία που  χρησιμοποιούσε ο  κόσμος στις  αγροτικές  εργασίες ( σκαλιστήρια – τσαπιά – αλέτρια κ.α ) .
   1 . Δελενίκας  Ανδρέας και  Υφαντής  Ανδρέας .
   2 . Κατσώνης Ιωάννης ή “ Μαστρογιάννης “.
   3 . Γκομόζιας  Αναστάσιος

IMG_0008
Ο  Αναστάσιος Γκομόζιας ή  Γυφτοτάσιος , που  είχε  το  “ γύφτικο “ στις  Λάκκες .


Οι  αλωνιστάδες    ( βαλμάδες )


Αλώνισμα
Ένα επάγγελμα που  δεν  υπάρχει  πια , λόγω του  ότι έχει  αντικατασταθεί  από  τις  θεριζοαλωνιστικές  μηχανές , ήταν οι  αλωνιστάδες  ή “ βαλμάδες “. Αυτοί είχαν πάνω  από  δέκα  άλογα ο  καθένας και  την  εποχή του αλωνίσματος τα  έβαζαν στα  αλώνια και  αλώνιζαν  το  σιτάρι .
     1 . Ασημακόπουλος Νίκος ή “ Καπακάς “
     2 . Γεροδήμος  Αλκιβιάδης
     3 . Δρόσος  Χαράλαμπος ή “ Χαραλαμπάκης “
     4 . Μαργέλλος Κωνσταντίνος ή “ Καραγιαννάκης “
     5 . Πανάγος  Σπυρίδων
     6 . Πανάγος  Νικόλαος
     7 . Παπαδάκης Κωνσταντίνος  ή “ Μπαζές “


         Οι  έμποροι  δερμάτων
   Ένα  απ’ τα τότε επαγγέλματα  ήταν  και  οι  έμποροι  δερμάτων ζώων , οι  οποίοι  μάζευαν τα  δέρματα και  τα  πουλούσαν στα  διάφορα  βυρσοδεψεία  της  Άμφισσας ( Χάρμαινα = τοποθεσία της  Άμφισσας με  βυρσοδεψεία ) και  άλλων  πόλεων .
     1 . Κατσούρης
     2 . Κολοκύθας Ανδρέας
     3 . Σκούτας


Οι  σαμαροποιοί     ( σαμαράδες )


IMG_0008
Ο αξέχαστος μπάρμπα  Γιάννης  Μποβιάτσης , σε κλασσική σαμαράδικη  πόζα .

   Μια τέχνη που  σιγά ..σιγά χάνεται , ήταν  αυτή  των σαμαροποιών ή  “ σαμαράδων “ , οι  οποίοι  έφτιαχναν τα  σαμάρια και  τα  σιδερένια  πέταλα για  τα άλογα και τα  μουλάρια .
     1 . Αφοί Παλούκη ( Αθανάσιος και  Χρήστος
     2 . Χορταριάς ή “ Φαρμακαντέρης “ μαζί  με  τον             
          γαμπρό του  Γιάννη Μποβιάτση  ή  “ Σαμαρόϊαννο “ .

IMG
Ο μπάρμπα  Γιάννης στην  άλλη …ιδιότητά  του , του  “ πεταλωτή “ , επί  το  έργον . Για  την  ιστορία και  φυσικά  για τους..γνωρίζοντες πρόσωπα  και  πράγματα , αναφέρουμε πως  η  κυρία της  φωτογραφίας  είναι  η  Τριάδα , απ’ το Λούτσοβο η δε  φωτογραφία  είναι  βγαλμένη  την  1-5 – 1950 , τότε  ακόμα η..” αργατιά “ δεν  απεργούσε  την  πρωτομαγιά…




Οι  γανωτζήδες
   Ένα απ’ τα  επαγγέλματα του  καιρού  εκείνου , που σχεδόν έχει  εξαφανιστεί σήμερα , ήταν κι’ αυτό  του  “ γανωτζή “ . Όλα τα  σκεύη της  εποχής , καζάνια , κατσαρόλες , μαχαίρια , κουτάλια , πιρούνια , ήταν  χάλκινα ή  σιδερένια  και  σκούριαζαν  με  τον  καιρό . ‘Επρεπε  λοιπόν , να  γανωθούν για να  μη  πάθει  ο  κόσμος καμιά  δηλητηρίαση ή  μόλυνση . Αυτό  ήταν   δουλειά των “ γανωτζήδων “, οι οποίοι τα  περνούσαν  με  ένα μέταλλο , το  καλάι . Οι  γανωτζήδες έρχονταν  συνήθως απ’ τα Ιωάννινα ή  άλλες  πόλεις . Η δουλειά  τους  ονομαζόταν      “ γάνωμα “ . Στο  Λιδωρίκι υπήρχε  μόνο κάποιος  Ξυλάγγουρας  Γιώργος , που  γνώριζε  την  τέχνη  του  “ γανώματος “.

Οι  ντελάληδες
   Οι “ ντελάληδες “ ήταν  αυτοί που  αναλάμβαναν να  διαδώσουν στο  χωριό  μια  είδηση ή  ένα  γεγονός . Δεν  υπήρχε  τότε ο Τύπος , το  ραδιόφωνο , η τηλεόραση ή το  τηλέφωνο . Αν π.χ ερχόταν στο  χωριό  μας κάποιος  θίασος με “ Καραγκιόζη “ ή  κάποιος “ παλαιστής “, έπρεπε κάποιος  να  το  διαλαλήσει , απ’ τη  μια  ‘άκρη του  χωριού  στην  άλλη . Αυτόν  τον  έλεγαν “ ντελάλη “ .
   Έβγαινε  λοιπόν ο  “ ντελάλης “ στο δρόμο και  φώναζε  δυνατά , ώστε  να  ακούσουν όλοι και να  πληροφορηθούν  σχετικώς : “ Κυρίες  και  κύριοι , σήμερα  στο  χωριό  μας ήρθε  θίασος “ Καραγκιόζη “ και  θα  δώσει  παράσταση στο  τάδε  καφενείο ή  στην  πλατεία την  τάδε  ώρα “.
   Στο  Λιδωρίκι υπήρχε  ένας Καραγιώργος  Ζήσιμος , που  έκανε αυτή  τη  δουλειά με  ένα “ τάληρο “ αμοιβή .

Το  φαρμακείο
Τα  φάρμακα και  οι  ενέσεις , κόστιζαν αρκετά  τα  χρόνια  εκείνα και  αναγκαζόταν  ο  κόσμος να  τα  ανταλλάσσει με  άλλα  αγαθά . Μέχρι  και ξυλεία , “ πουρνάρια “ πήγαιναν  στο  φαρμακοποιό για  να εξοφλήσουν την  αγορά  τους . Πολλές  βλέπεις , οι  αρρώστιες την  εποχή  εκείνη ..
   Στο  Λιδωρίκι , είχαμε ένα  φαρμακείο τότε . Το  είχε ο Παπανικολάου  Ηλίας . Αυτός  ήταν παχύς και  όταν  ανέπνεε , τάραζε τον  τόπο απ’ το  θόρυβο , πράγμα που  έκανε  εμάς  τα  παιδιά να  “ σπάμε  πλάκα “ μαζί  του .

Οι   γιατροί
Την  εποχή εκείνη , δεν  υπήρχαν τα σημερινά ασφαλιστικά  ταμεία , όσον  αφορά την  υγεία . Αλίμονο  λοιπόν , σ’ όποιον  αρρώσταινε και  καλούσε  γιατρό  να  τον  επισκευτεί , ιδίως  αν  ήταν  φτωχός ή  έπρεπε ο  γιατρός να  τον  επισκεφτεί σε  κάποιο  άλλο  χωριό , τέσσερις ή  πέντε  φορές . Αν  δεν  είχες  να  πληρώσεις το  γιατρό , του  έδινες σε  αντάλλαγμα το  αμπέλι , το  χωράφι  σου ή  ό,τι  άλλο  πολύτιμο  είχες .
   Στο  χωριό μας  είχαμε  8  γιατρούς . Ήταν  αρκετά ευκατάστατοι οικονομικά , εφόσον διέθεταν  και  από  μία ..δύο υπηρέτριες και  ένα  άλογο ο καθένας τους , για τις  εκτός  έδρας μετακινήσεις και  επισκέψεις  τους .
     1 . Κάππος Δημήτριος
     2 . Κυριαζής Δημήτριος
     3 . Λαλαγιάννης Αθανάσιος
     4 . Παπαβασιλείου  Βασίλειος
     5 . Παπαδόπουλος Ιωάννης
     6 . Παπαϊωάννου Βασίλειος
     7 . Σφέτσος Κωνσταντίνος
     8 . Ψιμάρας  Αθανάσιος
   Ο Λαλαγιάννης , είχε  δύο  υπηρέτριες και  ένα  άλογο που το  φώναζε “ Μάρω “. Όταν  έβρεχε φορούσε ένα  αδιάβροχο και  σε  συνδυασμό με  τα  σπιρούνια στις  μπότες  του , ήταν  να  τον  ..φοβάσαι . Ήταν  δε  πολύ απότομος  και  αυστηρός . Κάποτε  σε μια  νυχτερινή επίσκεψή  του , έβαλε το  θερμόμετρο στον  ασθενή πριν φύγει, ελπίζοντας πως  κάποιος θα  μετρήσει τη  θερμοκρασία . Όταν  της  επομένη  μέρα , κατά  τη  διάρκεια της  επίσκεψής  του , ο  ασθενής  του  λέει : “ Σιγά  γιατρέ , γιατί  έχω  εκείνο το..καλαμάκι κάτω  απ’ τη μασχάλη “ , άρχισε  να  φωνάζει στις  γυναίκες του  σπιτιού  λέγιντας : “ Γαϊδάρες , δεν ξέρατε  να  βγάλετε το  θερμόμετρο  απ’ τον  άνθρωπο ; “
img_0003
Ο Δημήτριος Κυριαζής ή  Κυργιαζοδημ’τράκης

ΓΙΑΤΡΟΙ_0001
Ο Αθανάσιος Λαλαγιάννης με  τη..” Μάρω  “ του .
ΓΙΑΤΡΟΙ_0002
Ο Κώστας  Σφέτσος με  το  άλογό  του .
IMG_0005
Ο Ιωάννης Παπαδόπουλος .


Οι  δάσκαλοι  και  το  σχολείο
   Στο  Λιδωρίκι υπήρχε  τότε Δημοτικό  Σχολείο και  Γυμνάσιο , στο  οποίο φοιτούσαν γύρω στα 300 παιδιά , και  τα  πιο  πολλά ήταν  από  άλλα  χωριά , κυρίως  ορεινά . Η παιδεία  δεν ήταν  δωρεάν  όπως  σήμερα .
   Στο σχολείο  πηγαίναμε και  το πρωί και  το  απόγευμα . Θυμάμαι που  έστελναν  οι  δάσκαλο κάποιο  παιδί να  χτυπάει  την  καμπάνα της  εκκλησίας , για  να  καταλαβαίνουν  τα  παιδιά πότε  έπρεπε να  πάνε στο  σχολείο .
             Οι  δάσκαλοι :
     1 . Κοντολάτου  Μαρία από  Ερατεινή

     2 . Μίχος από  Κονιάκο
     3 . Σφετσος  Ιωάννης από Λιδωρίκι
     4 . Φακίτσα από  Λαμία
     5 . Ζωητού Αντιγόνη από  Ερατεινή
     6 . Δραγώτης από Βιτρινίτσα .
   Όταν έκανε  μάθημα ο Ι. Σφέτσος , ευχόσουν να  μη  τελειώσει  ποτέ . Τόσο ωραία και  κατανοητά δίδασκε .
   Στις  διάφορες σχολικές  γιορτές , όπως την  25η Μαρτίου ( εθνική  εορτή ) μας  έβαζαν  οι  δάσκαλοι να  στολίζουμε το  σχολείο με  λευκές και μπλε κορδέλες , μας  μάθαιναν ποιήματα και  πατριωτικά  τραγούδια . Τα μεγαλύτερα παιδιά έπαιζαν  θέατρο , με  σχετικά  θέματα .
   Οι  ίδιοι  οι  δάσκαλοι , δίδασκαν  και  γυμναστική . Στο  τέλος της  χρονιάς γίνονταν οι  γυμναστικές  επιδείξεις και  αγωνίσματα . Έδιναν  και  βραβεία  ! Μαζευόταν κόσμος πολύς κι’ εμείς  τα  παιδιά το  περιμέναμε “ πως  και….πως “ !
   Κατά  τη  διάρκεια  του σχολικού  έτους κάναμε  και  εκδρομές , όχι όπως  σήμερα , εκτός  του  χωριού , αλλά σε  όμορφες  τοποθεσίες γύρω  απ’ αυτό , όπως  στις  Λάκκες , στο  Παραδείσι στιν  Αη  Νικόλα . Ξεκινούσαμε λοιπόν , όλα  τα  παιδιά στη  σειρά , με τους  δασκάλους μας  να  μας  καθοδηγούν και  γυρίζαμε πίσω  το  σούρουπο , κουρασμένα από  τα  παιχνίδια και  το  περπάτημα , αλλά  γεμάτα  χαρά .
   Εκτός απ’ τις  γυμναστικές  επιδείξεις , στο  τέλος  της  χρονιάς γίνονταν και  θεατρικές  παραστάσεις , με  θέματα κωνικά  αλλά και κλασσικά . Στο  τέλος  της  περιόδου δίναμε  και τις  σχολικές  εξετάσεις για  την  προαγωγή  μας στην  επόμενη  τάξη . ‘Όταν έβγαιναν  τα  αποτελέσματα και  τα  ενδεικτικά , αλίμονο  σ’ αυτόν που  δεν  είχε  προαχθεί και  το  μάθαιναν τα  άλλα παιδιά , τον  κυνηγούσαν μέχρι  το  σπίτι  του με  κάτι  μεγάλες κουδούνες , τις οποίες χτυπούσαν δυνατά φωνάζοντάς  του : “ φόλα , φόλα , φόλααααα”…
1934-35
Δημοτικό  Σχολείο την  σχολική  Χρονιά 1934 – 35 . Δάσκαλοι  από  αριστερά , Γιαν. Σφέτσος , Αντιγ. Ζωητού και  δεξιά Μ. Κοντολάτου και Κ. Μίχος .
1928-29
Σχολική  χρονιά  1928 – 29 , πρώτη  χρονιά  που  τα  Δημοτικά  έγινα  πλέον “ μεικτά “ , σε  αναμνηστική  φωτογραφία με  τους  δασκάλους  τους : αριστερά Γιαν. Σφέτσος και  δεξιά Μαρία Κοντολάτου , απ’ τη  Βιτρινίτσα και Γ. Κάγκαλος ή Κάρας .
Δημοτικό 1930
Με  άψογο  τρόπο  τα  παιδιά  εκτελούν  ασκήσεις  γυμναστικής στο  προαύλιο του  Δημοτικού  σχολείου , όπου  σήμαρα η  Αρχαιολογική  συλλογή , κάτω απ’ το..άγρυπνο  βλέμμα του  δασκάλους  τους Γιαν. Σφέτσου , εν  έτει..1930..

Δημοτικό 1930_0002
Μαθητές και  μαθήτριες  του  Δημοτικού  σχολείου , “ καλλιεργώντας “ το  σχολικό  ..κήπο , κάτω απ’ την  επίβλεψη  και την  καθοδήγηση των  δασκάλων  τους , Σφέτσου και Κοντολάτου , σωτήριο..έτος 1930 !


Οι   ιερείς  ( παπάδες )
   Οι  ιερείς  της  εποχής δεν  ήταν  μισθωτοί όπως  σήμερα . Η  αμοιβή  τους ήταν  κάτι από  το  εισόδημα των  χωραφιών . Είχαν  κανονίσει μια  αναλογία  κατ’ άτομο , τα  χρόνια  εκείνα , και πήγαινε ο  παπάς από σπίτι  σε  σπίτι με  το μουλάρι και  κάτι “ σακιά “ , τσουβάλια , για  να  το  φορτώσει . Αυτή  ήταν όλη  κι’ όλη  η  αμοιβή του για  ενα  ολόκληρο  χρόνο και  την  ονόμαζαν “ παπαδικό “ .

Οι φωτογράφοι  της  εποχής
   Φωτογράφος στο  Λιδωρίκι δεν  υπήρχε , παρά  μόνο περιστασιακά περνούσαν κάποιοι  απ’ αυτούς . Έπαιρναν τότε οι  άντρες τις  γυναίκες  και τα  παιδιά  τους και  πήγαιναν να  φωτογραφηθούν όλοι  μαζί . Ήταν  οι  λεγόμενες  “ οικογενειακές  φωτογραφίες “ που  κοσμούσαν έπειτα  το  σπίτι  τους . Το  θέμα σχεδόν πάντα  το  ίδιο , εφόσον οι  φωτογραφίες  κόστιζαν και  η  φωτογραφική  τέχνη δεν ήταν  και  τόσο  γνωστή .
   Οι φωτογράφοι της  εποχής κουβαλούσαν στον  ώμο τη  φωτογραφική  μηχανή και  τη  στιγμή  της  φωτογράφισης την  έστηνε  σε  έναν  τρίποδα . Οι φωτογραφίες  φυσικά ήταν  ασπρόμαυρες .
Οι  τύποι  της  αγοράς
Ο πλουσιότερος της  εποχής ήταν  κάποιος  Κολοκύθας Ανδρέας . Αυτός ήταν  παχύς  και  κοντός , είχε  4-5 σπίτια , νια  υπηρέτρια και  έναν παπαγάλο , ο οποίος  φώναζε το όνομα  της  υπηρέτριας και  του  αφεντικού  του , καθώς και  τη  φράση : “ Ανδρέα θες  καφέ ; Άντε  αγόρασε  και  πιες “ !
   Όταν  έβγαινε  βόλτα  στην  πλατεία , καθόταν κάτω απ’ τον  πλάτανο της  Βαθειάς   και  έπινε  τον  καφέ  του . Ήθελε όμως , τρεις  καρέκλες στη  διάθεσή  του ! Μία  για  να  καθίσει , μία  για  να βάλει  το ραβδί  του και  μία για  το  καπέλο  του , ένα κλακ ρεπούμπλικα !
    Ένα  άλλος τύπος  ‘ήταν ο  Μαργέλλος ή  Σαψαρής . Αυτός έκανε αστεια  πολλά και  σκάρωνε  γκάφες σε  όλους “ αλησμόνητες “ για  να  γελάνε και  να  περνάει  η  ώρα στην  αγορά με  “ καλαμπούρι “ .
   Πριν  απ’ τον  πόλεμο , είχε  εμφανιστεί στο Λιδωρίκι και  ένας  πλανόδιος ιχθυοπώλης . Ήταν  ψηλός , χοντροκομμένος και είχε  ένα  πρόσωπο  γεμάτο  φακίδες  με  μια  μεγάλη  μύτη . Γύριζε  με  ένα  πανέρι γεμάτο ψάρια στο  κεφάλι και  ήταν  μόνιμα  ξυπόλυτος “ χειμώνα – καλοκαίρι “ . Μετά  τον  πόλεμο  χάθηκε   !
IMG_0014
Ο Σαψαρής με  τη  μάνα  του , τη  γυναίκα  του και  την  κόρη  του  Ευθυμία , μπροστά  στην  πόρτα  του  σπιτιού  τους .

Τα  παιχνίδια  της  εποχής
Που  να βρούμε  παιχνίδια εκείνη  την  εποχή , αλλά και  να  υπήρχαν , δεν  είχαμε τα  χρήματα να  τα  αγοράσουμε . Δούλευε όμως  η  φαντασία  των παιδιών και  φτιάχναμε  κούκλες από  πανιά  και  παίζαμε . Άλλος  έφτιαχνε ένα μικρό φούρνο και  έκανε  το  φούρναρη , άλλος  έκανε το  μανάβη και  πηγαίναμε εμείς να  ψωνίσουμε .
   Παίζαμε κρυφτό και  κυνηγητό , πολλές  φορές  τοποθετούσαμε ένα  λευκό  σεντόνι και  παίζαμε  “ Καραγκιόζη “ , συνήθως  τα  απογεύματα . Έρχονταν τότε οι  μητέρες με  τα  παιδιά  τους και “ κονομάγαμε “ κανένα  πενηνταράκι . Φτωχά  πράγματα , αλλά  ωραία …


      Ο θέρος  και  το  αλώνισμα



8
   Όταν ερχόταν η  εποχή του  “ θέρου “ , θερισμού , όλα  έπρεπε να  γίνουν με  τα  χέρια , γιατί  δεν  υπήρχαν  τότε  μηχανές . Σκορπούσαν , λοιπόν ο  κόσμος απ’ το  πρωί ως  το  βράδυ στα  χωράφια και  θέριζαν τα  στάχυα με  τα  “ δρεπάνια “ τους . Μ’ αυτά  έφτιαχναν μικρά  δέματα που  συγκρατούσαν δεμένα με  το  ίδιο  χόρτο . Στη  συνέχεια , με τα  δέματα αυτά  έφτιαχναν ένα  δέμα  μεγαλύτερο , που  ονομαζόταν “ δεμάτι “ .
   Αυτό το  έδεναν με  ένα  άλλο  χόρτο , τη  σίκαλη , έπειτα φόρτωναν  τα  “ δεμάτια “ στα  μουλάρια και  τα  γαϊδουράκια και  τα  κουβαλούσαν στα  αλώνια . Εκεί τα  ξεφόρτωναν και  τα  τοποθετούσαν όλα  μαζί σε στοίβες που  ονόμαζαν “  θημωνιές “ . Στη συνέχεια έρχονταν οι  αλωνάρηδες , “ βαλμάδες “ , οι  οποίοι σκορπούσαν τα  δεμάτια στο  αλώνι και  καθοδηγούσαν τα άλογα , ώστε  όταν αυτά  γυρίζουν γύρω – γύρω , να  λιώνουν τα  άχυρα με  τα  πέταλά  τους και  να  βγαίνει  το  σιτάρι .
   Η  διαδικασία  αυτή  κρατούσε απ’ το  πρωί  μέχρι  το  μεσημέρι . Ύστερα όλοι  μαζί , αγρότες και “ βαλμάδες “ , σήκωναν τα  ‘άχυρα  στον  αέρα πολλές  φορές , ώστε να  ξεχωρίσουν το  σιτάρι απ’ τα  στάχυα . Γι’ αυτή  τη  δουλειά , που  τη  λέγαν “ λίχνισμα “ , χρησιμοποιούσαν κάτι  ξύλινες πιρούνες , τις  οποίες ονόμαζαν “ δικούλια “ .
   Στο  τέλος , μάζευαν το  σχεδόν  καθαρό  σιτάρι στο  κέντρο του  αλωνιού κοντά στο  “ στρίαλο “ και  περίμεναν να  φυσήξει αέρας , για  να  καθαρίσει καλύτερα  το  σιτάρι . Τη  σοδειά  την μετρούσαν με  κάτι  τενεκέδες . Μια “ οκά “ ( μονάδα  μέτρησης της  εποχής ) ισοδυναμούσε με 400 δράμια και  ένα  κιλό με 1.000 γραμμάρια ή 312,5  δράμια .
( Στο  σημείο  αυτό η  αείμνηστη  Σοφία προφανώς  από  λαθεμένο  υπολογισμό γράφει  ακριβώς : “ Μία  οκά ισοδυναμούσε με 1.000 δράμια . 1 κιλό = 1.000 γραμμάρια = 900 δράμια , εμείς  για σωστή  ενημέρωση  του  αναγνώστη , αναφέρουμε  πιο  πάνω , τα  σωστά  νούμερα ) .
   Οι  θεριζοαλωνιστικές μηχανές και  οι  αλευρόμυλοι , ήρθαν στο  Λιδωρίκι μετά  τον  πόλεμο . Πρώτος απ’ όλους  έφερε ο Τημπέλης  Νικόλαος .
7
230px-Sichel
14
IMG_0009Σ Στο  θημωνοστάσι στο  “ Κοτρώνι “, στη  δεκαετία  του ‘60 , μια  εικόνα  που  έχει  όλο  το  παραδοσιακό ..” στήσιμο “ των θημωνιών , και  μάλλον είναι  και  απ’ τις  τελευταίες  τέτοιες εικόνες , γιατί  μετά  ήρθαν  οι..” αλωνιστικές “ ή “ πατόζες “ όπως  τις  έλεγαν . Σε  πρώτο  πλάνο , από  αριστερά : Λαγιογιώργαινα , Σκραποφροσύνη και Παπαρούκαινα .
αλώνι
IMG
Αλώνισμα  στις  Λάκκες  το  1945 , διακρίνονται  από  αριστερά : Βιολ. Κοκκαλιά , Σοφία  Παλούκη , Γ. Γεροδήμου με  το  γιο  της  Πάνο , μωρό  τότε  στα  χέρια , Θεοχ.Λ]Καραχάλιος και  Χαρ. Γεροδήμος . Παρατηρήστε  το “ στρίαλο “ στη  μέση και  τις  θηλιές στους  λαιμούς   των  αλόγων .
IMG_0007
Αλώνισμα  στις  “ Λάκκες “ , στο αλώνι που  ήταν  εκεί  που  είναι  σήμερα  το Δασαρχείο , το  1948 ή  49 , κι’ αυτή  η  φωτογραφία είναι…ακτινογραφία  του  αλωνίσματος , τα  άλογα , οι  βαλμάδες , τα  παιδιά  που  κάνουν..χάζι , και  οι  γυναίκες  με τα “ δικούλια “ στα  χέρια , νε  τα  οποία  ανακατώνουν το  “ λιώμα “ .Τέταρτος , μετά  τον ένστολο , ο Τάσος  Ασημακόπουλος , ο  Τάσος Γκομόζιας  και  οι  μικροί Γ. Ασημακόπουλος  και  Γ. Δημητρακόπουλος .
1b_lixnisma
DIAF 12072011 018
Το  “ λίχνισμα “ με  τα  “ δικούλια “.IMG_0005
Η πρώτη  αλωνιστική  μηχανή  που  ήρθε  στο  χωριό  μας , ήταν κάποιου  Δρόλαπα , μάλλον  απ’ την  Αγία Ευθυμία , και  απ’ τις  πρώτες δε  και  η  εικονιζόμενη , ιδιοκτησίας Στάθη  Δρομάζου , απ’ την  Ερατεινή . Μπροστά  στο  τρακτέρ , που  μόλις  και διακρίνεται , εικονίζονται από  αριστερά : Ζωή  Δούκα , Μαρ. Κατσώνη , Γιαν. Κανδρής , άγνωστος , Στ. Δρομάζος , με  τα  λευκά , και  Διον. ΄Κούστας .
IMG_0032
Τεμπέλης
Αρκετά  χρόνια  μετά , ο Νίκος  Τημπέλης με κάποιο Κατσούλη , απ’ τη  Λεύκα , έφεραν  την  πρώτη  Λιδορικιώτικη  αλωνιστική  μηχανή . Στις  δυο  φωτογραφίες  εικονίζεται  ο Ν.Τημπέλης  με  το  τρακτέρ που  έσερνε , αλλά  έδινε  και  κίνηση  στη  μηχανή .
Το  μάζεμα  του  καλαμποκιού

   Όταν το  καλαμπόκι  ήταν  έτοιμο για  συγκομιδή , πάλι με  τα  χέρια έπρεπε να  γίνει  η  δουλειά , εφόσον  μηχανές , όπως  είπα , δεν υπήρχαν . Πήγαιναν  λοιπόν  στα  χωράφια και  αφού  μάζευαν τα  καλαμπόκια σε  τσουβάλια , τα  κουβαλούσαν στις  αυλές των  σπιτιών ή  στα  αλώνια όπου  τα  άπλωναν σωρό .
   Τα  βράδια  μαζεύονταν όλοι , συγγενείς και  φίλοι και  ξεφλούδιζαν τις  φλούδες των  καλαμποκιών . Τη  νύχτα που  καθάριζαν το  καλαμπόκι την  ονόμαζαν 
παρασπόρι “. Στη  συνέχεια το  άπλωναν πάλι  στις  αυλές ή  στα  αλώνια να  ξεραθεί  στον  ήλιο , ώστε να  βγαίνει πιο  εύκολα ο καρπός του  καλαμποκιού απ’ το “ κότσαλο “.

   ‘Οταν αυτό  γινόταν , τότε μρ  τη  βοήθεια κάτι  χοντρών  ραβδιών που  τα  έλεγαν “ ρόπαλα “ , χτυπούσαν τα  κότσαλα και  έβγαινε το  καλαμπόκι , που  στη  συνέχεια μάζευαν μέσα  σε κάτι ξύλινα μπαούλα ( αμπάρια ) .

           Τα  αμπέλια  και  ο  τρύγος
   Η καλλιέργεια  των  αμπελιών ήταν  κι’ αυτή μία απ’ τις  κύριες ασχολίες του  καιρού εκείνου . Υπήρχαν  στον  κάμπο εκτός  απ’ τα  χωράφια  τα  σπαρμένα με  καλαμπόκι , σιτάρι , και  τριφύλλι και  πολλά στρέμματα αμπέλια . Γύρω  απ’ αυτά ήταν  φυτεμένα άλλα  δέντρα , όπως  αμυγδαλιές , συκιές , αχλαδιές , κυδωνιές , ροδιές  και  ελιές . Το  μήνα Φεβρουάριο άρχιζε  το  κλάδεμα των  αμπελιών , ενώ  το  μήνα  Μάρτιο γινόταν το  σκάψιμό  τους , με τα  “ τσαπιά “. Όπως και  όλες  οι  δουλειές έτσι  κι’ αυτή με  τα  χέρια φυσικά .
   Όσοι  είχαν πολλά  στρέμματα αμπελιών στη  διάθεσή  τους , έβαζαν εργάτες , κυρίως γυναίκες , οι  οποίες δούλευαν απ’ το πρωί έως  το  βράδυ . Η αμοιβή  τους ήταν  ίση  με  δυο  οκάδες αλεύρι την  ημέρα , αλλά  έτρωγαν και  έπιναν  στο  αφεντικό . Οι  τελευταίοι διόριζαν κάποιον  άντρα , που ονόμαζαν “ πρωτεργάτη “ , ο  οποίος ξεκινούσε το  σκάψιμο και  στη  συνέχεια επιτηρούσε το  έργο των  γυναικών “ βγάζοντας “ πολλές  φορές την  ψυχή  τους , αφού  τις  ανάγκαζε να  δουλεύουν  πολύ , για  λογαριασμό  του  αφεντικού . Αυτός συνήθως είχε το  δικαίωμα να  πιεί ένα  ποτηράκι  κρασί  παραπάνω , την  ώρα  του  φαγητού .
   Το  μήνα  Απρίλιο . τα  αμπέλια πέταγαν φυλλαράκια και  βλαστούς . ‘Επρεπε τότε  να  τα  ραντίσουν με  θειάφι και να  τα “ κοτσοκορφίσουνε “, έτσι  έλεγαν το  κλάδεμα στις  άκρες των  κλαδιών , ώστε  να  δυναμώσουν και  να  θρέψουν τα  σταφύλια .
   Όταν  τα  σταφύλια κόντευαν πλέον  να  ωριμάσουν , όριζαν τα αφεντικά κάποιους  άντρες να  τα  φυλάνε ώστε  να μη  τα  κλέβει  ο  κόσμος ή  πάθουνε  καμιά ζημιά από  τα ζώα που  γυρνούσαν  ελεύθερα . Τους φύλακες αυτούς τους  έλεγαν “ δραγάτες “ και  απ’ ό,τι θυμάμαι υπήρχαν  στο  Λιδωρίκι  τρεις και  ο  καθένας  είχε  την  επίβλεψη μιας  συγκεκριμένης  περιοχής .
   Οι  “ δραγάτες “έβρισκαν ένα ύψωμα , ώστε να  παρατηρούν συνεχώς  τα  αμπέλια , όπου έφτιαχναν κάτι “ τσαντήρια “ με  κλαδιά  από  πλατάνια , για  να  έχουν  ίσκιο και  κάθονταν εκεί  μέρα  νύχτα , έως  ότου έρθει η  ώρα  του  τρύγου . Η αμοιβή ήταν  χρηματική . Αυτοί  είχαν  μία  σφυρίχτρα και σε  περίπτωση  που  σε  εντόπιζαν να  κόβεις  σταφύλια , σφύριζαν τόσο  δυνατά που  σου “ έκοβαν το  αίμα “ .
   Ένα από  τα  έθιμα  της εποχής , ήταν πως  δεν  μπορούσες να  τρυγήσεις  μόνος  σου , όποτε  ήθελες  εσύ , αλλά έπρεπε να  τρυγάνε όλοι  μαζί .  “ Τρύγο “ ονόμαζαν  τη  συγκομιδή των  σταφυλιών , όταν  λοιπόν ερχόταν  η  ώρα του  τρύγου  ξεκινούσαν όλο  μαζί  για  τα  αμπέλια . Έμοιαζε τότε  σαν  γιορτή , σαν  πανηγύρι , αφού  γέμιζαν τα  αμπέλια από παιδιά  και  μεγάλους που  τραγουδούσαν , έλεγαν  αστεία και  τρυγούσαν . Όσοι δεν  είχαν  δικά τους  αμπέλια , βοηθούσαν τους  άλλους και  γι ‘ αντάλλαγμα έπαιρναν στο  σπίτι  τους  καλάθια γεμάτα με  σταφύλια .
   Οι  ιδιοκτήτες πολλών  στρεμμάτων , είχαν  στην  άκρη των αμπελιών μια  μικρή  δεξαμενούλα ή  στέρνα , η  οποία  στο  μπροστινό μέρος είχε  μία μικρή  σωλήνα για  να  βγαίνει  ο μούστος . Τη  δεξαμενή  αυτή την  έλεγαν “ πατητήρι “ , γιατί  εκεί  πατούσαν  τα  σταφύλια με  τα  πόδια  τους , αφού από  την  προηγούμενη  ημέρα είχαν  φροντίσει να  στρώσουν το  εσωτερικό της κλαδιά από “ σπάρτα “ώστε  να  είναι  καθαρός ο  μούστος και  για  να  βγαίνει  πιο  εύκολα .  Μερικοί  είχαν  τα  “ πατητήρια “ στα  σπίτια  τους , οπότε  κουβαλούσαν εκεί  τα  σταφύλια  τους με  τα  ζώα .
   Απ’ ό,τι  θυμάμαι , είχαν  για  τη  μεταφορά του μούστου κάτι δερμάτινα  δοχεία “ασκούς “ , από  γίδινο  δέρμα , τα  οποία πριν γεμίσουν με  μούστο , τα  μούσκευαν  για  να  μαλακώσουν . ‘Έτσι μετέφεραν με  τα  ζώα το  μούστο στα  σπίτια , όπου τον  έριχναν μέσα στα  ξύλινα  βαρέλια , που  είχαν  φροντίσει να  καθαρίσουν και να  πλύνουν . Μαζί  με το  μούστο έριχναν στα  βαρέλια και “ ρετσίνι “ , ώστε  να  πάρει  γεύση και άρωμα  το  κρασί .
   Με το  μούστο που περίσσευε , έφτιαχναν το  “ πετιμέζι “ και  μ’ αυτό  την  “ μουσταλευριά “ μ ωραίο και νόστιμο  γλύκισμα , στο  οποίο έριχναν από  πάνω και  τριμμένα καρύδια . Έφτιαχναν γύρω στις 2.000 – 3.000 οκάδες  κρασί ο  καθένας με  βαθμούς 12 – 13 , ίσως  και  παραπάνω .
Tρύγος ,τέλη  δεκαετίας  60 , στα Κ'μούλια.Εικονίζονται μέλη  των οικογενειών Γ..Μ.Πανάγου , Γιαν.Ζόγκζα και Δ.Βούλγαρη .Ο τόπος  που  είχαμε  τα  αμπέλια  μας τώρα είναι  ο ..πάτος  της  λίμνης
Τρύγος στο  μεταπολεμικό  Λιδορίκι στα “ Κ’μούλια “ , δεκαετία  του  ‘60 , εικονίζονται  οι  οικογένειες Γ.Μ.Πανάγου , Ιωαν. Ζόγκζα και  Δημ . Βούλγαρη .

Τρύγοςστα  Παλιάμπελα  το 1958,εικονίζονται  οι οικογένειες Κοκκαλιά και Γεροδήμου και σε  πρώτο  πλάνο οι..γαλίκες με  τα λαχταριστά φρεσκοκομμένα  αμπελοστάφυλα
Τρύγος  στα  παλιάμπελα  το  1958 , οι  οικογένειες Κοκκαλιά και  Γεροδήμου , και  σε  πρώτο  πλάν  οι “ γαλίκες “ με  τα  ολόφρεσκα και  λαχταριστά  αμπελοστάφυλα .
O Γιάννης  Ζόγκζας στο  πατητήρι  της  αυλής  του σε ώρα εργασίας , φαίνονται και  οι λατσούδες με τις  οποίες έστρωναν το  πατητήρι , για να  βοηθάνε  στο στράγγισμα του  μούστου
Πάτημα σταφυλιών
Δύο  χαρακτηριστικές φωτογραφίες απ’ το  πάτημα  των  σταφυλιών στο παλιό  Λιδορίκι .  Και  οι  δύο είναι  βγαλμένες  στην αυλή του  Γιάννη Ζόγκζα , στο  Γυφτομαχαλά  , όπου ο  αξέχαστος  Γιάννης  είχε  το  πατητήρι  του. Στην  πρώτη ο ίδιος  πατώντας  τα  σταφύλια  του και στη  δεύτερη ο Γιάννης πατάει , έχοντας  δίπλα  τη  γυναίκα  του Σταθούλα , και γείτονες  και  γειτόνισσες .
  

                Ο  αρραβώνας  της  εποχής


Τα  “ αρραβωνιάσματα “ χαρακτηριστικός  πίνακας  του  Ν. Γύζη , του  19ου αιώνα .
   Τα χρόνια εκείνα , ο  αρραβώνας έμοιαζε  πιο  πολύ με  συνοικέσιο , παρά με την  εξέλιξη της  γνωριμίας δύο  νέων . Τα  αγόρια  της  εποχής , όχι  μόνον  δεν  μπορούσαν να βγουν  ραντεβού με  την  κοπέλα που  τους  άρεσε , αλλά ούτε  καν  να  την  φιλήσουν είχαν  δικαίωμα . Αν κάτι  τέτοιο  γινόταν γνωστό , σήμαινε  άσχημες συνέπειες για  την  κοπέλα . Οι γονείς  το  θεωρούσαν προσβλητικό για  την  τιμή  της  οικογένειας .
   Έτσι  λοιπόν , ο  ενδιαφερόμενος “ υποψήφιος γαμπρός “ αποφάσιζε να  στείλει  κάποιο  δικό  του άτομο στο  σπίτι της  κοπέλας και  να  τη ζητήσει από  τον  πατέρα  της . Αυτό ήταν  το  λεγόμενο  “ προξενιό “. Εάν ο  πατέρας συμφωνούσε , κανόνιζαν μια  νέα  συνάντηση , συνήθως  βράδυ , παρουσία  και  του  νέου για  να το ξανασυζητήσουν .
   Σπάνια  ρωτούσαν  τη  γνώμη  της  κοπέλας και για  την τύχη  της  , αποφάσιζε σχεδόν  πάντα  ο  πατέρας της . Κατά  τη  διάρκεια της  συζήτησης συμφωνούσαν και  το  θέμα  της προίκας ( σπίτια , χωράφια , αμπέλια ή  και  μετρητά αν υπήρχαν ) .
   Στο  τέλος  έδιναν  “ λόγο “ , ένα  είδος προφορικής  επικύρωσης της  συμφωνίας  του  γάμου , αυτό το  έλεγαν “ ισιάσματα “.
   Σε  περίπτωση που  αποφάσιζαν να  γίνει “ ανοιχτός “ ο  αρραβώνας , έπρεπε να  καλέσουν το  σόι του  γαμπρού , τους  φίλους  του και  τους  κουμπάρους στο σπίτι  της  νύφης , όπου και  θα  γλεντούσαν όλοι  μαζί  μέχρι  πρωίας με  παραδοσιακά  όργανα και  δημοτική  μουσική . Το  τραπέζι του  αρραβώνα περιλάμβανε , μακαρονάδα , , που  ετοίμαζαν σε  μεγάλα  καζάνια , στιφάδο και  κρέας βραστό ή  ψητό και  άφθονο  κρασί .
   το  επόμενο  πρωί , μετά  τον  αρραβώνα και  το  γλέντι , έπρεπε όλοι  οι  καλεσμένοι μαζί  με  τη  νύφη , να  πάνε  σε  μια  βρύση και αυτή  με  μια  κανάτα τους  έριχνε  νερό  να  πλυθούν . Έπειτα τους  έδινε και  μια  πετσέτα για  να  σκουπιστούν .
   Όσο καιρό  ήταν αρραβωνιασμένοι , ο  γαμπρός μπορούσε να  πάει  στο σπίτι της νύφης και  να  κοιμηθεί  μαζί  της ! Ήταν  ένα  ακόμη  έθιμο …


Αφού οριζόταν η  ημερομηνία του  γάμου , έπρεπε  η  νύφη να  ετοιμάσει  την  προίκα  της , συνήθως ρούχα  μάλλινα , φτιαγμένα από  τη  μητέρα  της ή  από  την ίδια στον  παραδοσιακό “ αργαλειό “ . Ύφαιναν επίσης  στον  “ αργαλειό “ , χαλιά και  κουβέρτες , “ βελέντζες “ . Τις  πετσέτες , τα  σεντόνια και  τα  εσώρουχα τα  έραβαν με  νήμα αγοραστό , αφού έτοιμα δεν  υπήρχαν .
  Τη  Δευτέρα πριν  το  γάμο , έπρεπε να  πλύνουν  τα  ρούχα , τα  εσώρουχα , τις πετσέτες και τα σεντόνια της  νύφης . Ο γαμπρός έπρεπε να  φέρει μια  δυο  οκάδες  σαπούνι , στο  σπίτι  της  νύφης , όπου μαζεύονταν οι  συγγενείς να  βοηθήσουν  στο  πλύσιμο . Έβραζαν λοιπόν νερό , σε  ένα  μεγάλο καζάνι και  στήνανε  πέντε – έξι  σκάφες στη  σειρά και  τραγουδώντας έπλεναν  τα  ρούχα . Στη  συνέχεια τα  άπλωναν και όταν στέγνωναν τα  σιδέρωναν και τα  έβαζαν σε  ένα  μπαούλο , διότι οπωσδήποτε  έπρεπε  η  νύφη να  έχει  ένα  μπαούλο , να  βάλει τα  ρούχα  της και  κανένα  ποτήρι ή φλιτζάνι και  καμιά  κατσαρόλα . Αυτά  ήταν τα  υπάρχοντα  της  εποχής .
img_0016

  Όμορφες εικόνες  απ’ τις..προδικασίες  του  παραδοσιακού παλιού  Λιδορικιώτικου  γάμου . Ημέρα  δευτέρα , το πλύσιμο  των  “ προικιών “ , η  νύφη με τις  φιλενάδες  της  και  τις  συγγένισσές  της , επί  το..έργον . Αναγνωρίστηκαν ,            τέταρτη   από  αριστερά η  αξέχαστη  Χρυσούλα Σφέτσου– Γκομόζια , πέμπτη  η  Ασημούλα  Κάπου – Μοίρα , και  η Ελένη Γ. Μαργέλλου με  την  αδελφή  της . Το όλο..σκηνικό , θα πρέπει να είναι  κάπου  στο  Γυφτομαχαλά .
Λιδορικιώτικος Γάμος_0001
Το  ίδιο  σκηνικό  και  στην  άλλη  άκρη  του  χωριού , στις Λάκκες ,  νυφη  μια  Τριωτοπούλα , και  μαζί με τις  φιλενάδες και  τις  συγγένισσές της , μπουγαδιάζουν  τα προικιά ΄, στο επί  τούτου διαμορφωμένο “ πλυσταριό “ , έξω  απ’ το  Τριωταίϊκο  σπίτι . Από αριστερά : Γεωργία Παπαδοπούλου – Κουλοπούλου , η  Τριωτοπούλα , τέταρτη  η Μαρία  Μποβιάτση , έβδομη , Ευθυμία Μποβιάτση , προτελευταία η  Κατίνα  Ρέλλου και  τελευταία η Κούλα Μποβιάτση .

                                    *              *
   Την Τετάρτη , ετοίμαζαν το  “ προζύμι “ για  τα  ψωμιά  του  γάμου , αυτό  το  έλεγαν “ να  αναπιάσουμε τα  προζύμια “ . Το  βράδυ  της  ίδιας  μέρας , μαζεύονταν οι  συγγενείς και  οι  φίλοι  και “ ξαρίζανε “ ( κοσκινάγανε ) το  αλεύρι που  αντιστοιχούσε στο  προζύμι , μέσα σε  μια  ξύλινη  σκάφη . Όταν τελείωναν , πέταγαν  μέσα στο  αλεύρι κέρματα  και  η “ μαρίδα “ , νεολαία  του  χωριού , βούταγε  με  το  στόμα  μέσα  στη  σκάφη για να  πάρει  τα  λεφτά . Αυτό  έκανε  τους  μεγάλους  να  ξεκαρδίζονται  στα  γέλια .
   Την  Πέμπτη , ζύμωναν  τα  ψωμιά και  τα  έβαζαν  στα  ταψιά για  να  ψηθούν . Τα  ψωμιά τα “ κεντάγανε “ από  πάνω , έκαναν δηλαδή  διάφορα σχέδια . Όταν  έβγαιναν τα ψωμιά από  το  φούρνο , τους  έριχναν από  πάνω  ζάχαρη και  τα  ονόμαζαν “ πρεβέντες “.
  Την  Παρασκευή, έπρεπε να  καλέσουν στο  γάμο τους  συγγενείς και  φίλους . Ξεκινούσαν τότε , ένας  άντρας  και μια  γυναίκα με  τα “ καλέσματα “ κάτι κόκκινα χαρτάκια μέσα  στα  οποία ήταν  τυλιγμένα : δύο  γαρυφαλλάκια , ένα κομμάτι  κανέλλας και δύο  κουφέτα . Τα  “ καλέσματα “ τα  είχε η  γυναίκα μέσα  σε  μια  τσάντα κεντημένη  στον  αργαλειό , που την  έλεγαν “ μαρούδα “ και  πήγαιναν έτσι  από  σπίτι  σε  σπίτι και  καλούσαν  τον  κόσμο . Ο δε  άντρας είχε  ένα  μικρό ξύλινο  βαρελάκι με  κρασί που  το  έλεγαν  “ τσίτσα “και  κερνούσε τους  καλεσμένους με  ένα  μικρό ποτηράκι , δίνοντάς τους  και το “ κάλεσμα “ .


Λιδορικιώτικος Γάμος ( συνέχεια )


   Την  ίδια  μέρα , ( Παρασκευή ) έπρεπε να  πάρουν  τα  προικιά της  νύφης και  να  τα  πάνε στο  σπίτι  του  γαμπρού . Αν ο  γαμπρός ήταν  από  άλλο  χωριό , τα  κουβαλούσανε με  μουλάρια και  όταν έφταναν εκεί τα  τοποθετούσαν όλα  μαζί  φτιάχνοντας ένα  σωρό , “ γοίκο “ , που τον στόλιζαν με  δαντέλλες λευκές , σκορπώντας  πάνω  τους  ρύζι . Αν  ο γαμπρός ήταν  απ’ το  χωριό , τότε  τα  προικιά τα  κουβαλούσαν  τα  παιδιά , τα  οποία κουβαλούσαν  τα  μαξιλάρια της  νύφης  στο  κεφάλι  τους .
   Το  Σάββατο ήταν  υποχρεωμένοι οι  καλεσμένοι να  ετοιμάσουν το δώρο  τους , που  δεν  ήταν τίποτα  άλλο , παρά μια “ πρεβέντα “, ένα  κομμάτι  κρέας και  μια  νταμιτζάνα  κρασί για  το  γλέντι  του  γάμου !
   Την  Κυριακή  γινόταν  ο  γάμος . Σε  περίπτωση που  η  νύφη ήταν από  άλλο  χωριό , έπρεπε να  πάνε με τα  μουλάρια να  την  φέρουνε . Τα  μουλάρια τα  στόλιζαν με  λευκά σεντόνια  κεντητά . Αυτόν  που έφτανε  πρώτος στο  σπίτι της  νύφης με  το  μουλάρι  του , τον  έλεγαν “ στγχαρηκιάρη “ , γιατί  πήγαινες  τα  “ συγχαρήκια  “, την  είδηση δηλαδή πως  έρχονται  οι  άλλοι  για  να  πάρουν  τη  νύφη για  την  εκκλησία . Στο  μουλάρι  του “συγχαρηκιάρη “ , έβαζαν ένα  μαντήλι λευκό στην “ , καπιστράνα “ , ώστε να  φαίνεται  πως  αυτό έφτασε  πρώτο . Μετά  το γάμο  γύριζαν για  το  γλέντι στο  σπίτι  του  γαμπρού .
   Όταν  έφταναν στο  σπίτι , η  νύφη πέταγε μήλα στον  αέρα και  όποιος κατόρθωνε να πιάσει ένα  από  αυτά , το είχανε  για  γούρι , σήμαινε πως θα  παντρευτεί  σύντομα . Τα χρόνια εκείνα είχανε  έθιμο να  στεφανώνονται νωρίς , πριν  πέσει  ο ήλιος , για  να  προκόψει το  νιόπαντρο  ζευγάρι .
  Εάν τώρα  η  νύφη  ήταν  απ’ το  χωριό  μας , ο κουμπάρος έπρεπε ήδη να  έχει  στείλει τα στέφανα  και  ένα  κομμάτι λευκό ύφασμα για  να  ράψει απ’ αυτό  το  νυφικό  της πριν το  γάμο . Τα  στέφανα και ένα  κομμάτι  που  περίσσευε από το ύφασμα  του  νυφικού , τα έβαζαν  σε  χάλκινο δίσκο με  χερούλια και  όταν  ξεκινούσαν για  την  εκκλησία το  κουβαλούσε ένα αγόρι στο  κεφάλι  του , ώστε να τα φορέσει ο  κουμπάρος  στο  κεφάλι του  γαμπρού  και  της  νύφης την  ώρα  του στεφανώματος .
   Όταν ερχόταν η  ώρα του  γάμου , ξεκινούσε ο  γαμπρός για το σπίτι του  κουμπάρου , απ’ όπου μαζί  και  οι  δυο , με τη  συνοδεία  μουσικών οργάνων πήγαιναν  στην  εκκλησία . Στη  συνέχεια τα όργανα  πήγαιναν να  φέρουν  τη  νύφη και  τους  δικούς  της στην  εκκλησία , όπου γινόταν  το μυστήριο του  γάμου . Τα  χρόνια εκείνα  έριχναν και  λεφτά στο  ευαγγέλιο , ως αμοιβή του  ιερέα .
   Αφού τελείωνε  ο  γάμος , γύριζαν όλοι μαζί , με  τη  συνοδεία των  οργάνων , στο  σπίτι του  γαμπρού , όπου  άρχιζε το  γλέντι κι’ ο  χορός . Συνήθως  χόρευαν σε  κάποιο  αλώνι , όπου ο  χώρος ήταν  αρκετός και  άνοιγαν  κάτι  ξύλινε  κάσες με λουκούμια και  κερνούσαν  τους  καλεσμένους .
   Το γλέντι  κρατούσε ως  το  πρωί , αλλά τη  νύχτα είχαν  φροντίσει να  έχουν έτοιμες  τις  κρεμαστές λάμπες  πετρελαίου για  να  μπορούν  να  διασκεδάζουν  με  φως . Οι καρέκλες και  τα  τραπέζια ήταν  δανεικά  απ’ τα  καφενεία και  τις  ταβέρνες , ενώ  τα  ποτήρια απ’ τα  εμπορικά  καταστήματα στα οποία  τα  επέστρεφαν  τις  επόμενες  μέρες . Μεγάλη φτώχεια  τότε .. Το  τραπέζι του  γάμου είχε  πάνω  άφθονο κρέας , βραστό ή  ψητό , και  κρασί που  έστελναν  οι  καλεσμένοι .
   Την  επόμενη  μέρα  του  γάμου , έπρεπε η  νύφη να  αποδείξει ην “ παρθενιά “ της στην  πεθερά . Αλίμονο αν  η  νύφη δεν  ήταν  παρθένα πριν  την  πρώτη  νύχτα  του  γάμου. ‘Επρεπε τότε  ο  γαμπρός να  τη  στείλει πίσω στον  πατέρα της ή  να  ζητήσει περισσότερη  προίκα , ώστε να  μη  γίνει  γνωστό στο  χωριό και  προσβληθεί η  τιμή της  οικογένειάς  της . Αυτό το  ονόμαζαν “ πανωπροίκι “ , και ο πεθερός  αναγκαζόταν να δώσει ό,τι  του  ζητούσε  ο  γαμπρός ώστε να  μην  επεκταθεί το σκάνδαλο .
   Στις  15  μέρες από  το  γάμο , έπρεπε οι  νεόνυμφοι να  πάνε στην  εκκλησία να  τους  ευλογήσει  και πάλι  ο  παπάς . Μετά την  εκκλησία , πήγαιναν στα  σπίτια  των συγγενών και  του  κουμπάρου και  τους  κερνούσαν χαλβά και  τηγανίτες , τα οποία κουβαλούσε  ένα  παιδί  που  είχαν μαζί  τους .
1
Λιδορικιώτικος Γάμος_0002Η παραδοσιακή  μεταφορά  των προικιών στο  σπίτι  του  γαμπρού .

Λιδορικιώτικος Γάμος_0004
Ο κουμπάρος Χρήστος  Γατάκης με  τα  παιδιά  του  μεταφέρουν στέφανα  και  λαμπάδες , στο  κέντρο  της  φωτογραφίας  ακριβώς  πίσω , ο Θανάσης Αποστολόπουλος – Βάγιας και  ο  μπάρμπα  Μαλάμος , ενώ μπροστά  τους  είναι  ο Γ. Πανάγος .
101 Λιδορίκι , 12 – 1 – 1947 , η  νύφη , Ασημούλα Κ. Αποστολοπούλου , ξεκινάει  για  την  εκκλησία απ’ το  σπίτι  της , που  είναι  ακριβώς  απέναντι , αριστερά απ’ τη  νύφη , ο  πατέρας  της Κ. Αποστολόπουλος   και  δεξιά  της ο  αδελφός  της  Γιάννης και  οι  κουμπάρες . Κουμπάρα η Ελένη  Μποτίνη και..παρακουμπάρες , η  Αγγελική Καψάλη  και η Ελένη Ζόγκζα , ο  μικρός με  τα  στέφανα  στο  κεφάλι  είναι  ο  αξέχαστος  αδελφός μου Γιώργος .
Λιδορικιώτικος Γάμος_0007
Λιδορικιώτικος Γάμος_0008
Γαμπρός και νύφη , με  τις ..” λιμουζίνες “ και με  τη  συνοδεία μουσικής  πάνε  για  την  εκκλησία .
Λιδορικιώτικος Γάμος_0009
Η νύφη έφτασε  στο  σπίτι  και  πετάει  μήλα στους  παρευρισκόμενους , για  γούρι .
IMG
Προπολεμικός  γάμος των  αειμνήστων Γιώργου  Πέτρου και  Αργυρής Παπαϊωάννου , το  μυστήριο  τελείωσε  και  μπροστά  στο  σπίτι  το  Πετραίϊκο, στο  δρόμο , αρχίζει  το  γλέντι .
IMG_0001
Ο γάμος  τελείωσε , κι’ όλοι  μαζεμένοι στο  πλησιέστερο αλώνι , αρχίζουν  το  ολονύχτιο  γλέντι .
Λιδορικιώτικος Γάμος_0005
  Λιδωρικιώτες “ συχαρικιάρηδες “ , κατά  κανόνα φίλοι  του  γαμπρού , με τα  άλογά  τους “ αρματωμένα “ . Από  αριστερά Γιώργος Πανάγος , Τάκης  Ταμβάκης  και  Γιώργος  Κόκκινος . Αριστερά  ο  Γιώργος  Κλώσσας .
 


          Oι  κηδείες  της  εποχής

    Δεν  γνωρίζουμε αν η  σειρά των θεμάτων  στην  αφήγηση της  αείμνηστης Σοφίας , έχει  κάποιο  λόγο  , πάντως εμείς  την  τηρούμε  ευλαβικά , αλλά  αναρωτιόμαστε , γιατί  αμέσως  μετά  το  γάμο οι..” κηδείες “ ; Μήπως υπονοείται πως με  το  γάμο..τελειώνει  η  ζωή μας ; Δεν  το  πιστεύω….
    Τώρα θα  μου  πείτε τι  θέλει  ο  θάνατος μέσα  στη  Λιδορικιώτικη  ζωή ; Μα  ο  θάνατος δεν  είναι  ένα  σημαντικό  κομμάτι  της  ζωής  μας ;…..
                                *                         *
   Όταν ο ” χάρος “ σημάδευε  το  χωριό  μας , χτυπούσε  πένθιμα  η  καμπάνα της  εκκλησίας  και το  κακό  μαντάτο γύριζε από  στόμα  σε  στόμα , ώστε να  γίνει  γνωστό  σε  όλους . Τα  φέρετρα των  νεκρών , τα  ονόμαζαν “ κάσες “ και  η  κατασκευή  τους  ήταν  δουλειά των  μαραγκών .
   Την  “ κάσα “ την  επένδυαν με  ένα  μωβ πανί και  στο  σκέπασμα έγραφαν με  μια  λευκή  κορδέλα , τα  αρχικά του  ονόματος του  νεκρού  και  την  ηλικία  του . Το βράδυ , έπρεπε οι  συγγενείς και  οι  φίλοι να “ κλάψουν “ ή  να  “ ξενυχτήσουν “ το  νεκρό . Δεν έπρεπε να  τον αφήσουν  μόνο  του .
   Την  επόμενη  μέρα , έπρεπε  να  γίνει η  ταφή , μετά  την οποία γύριζαν όλοι  στο  σπίτι του “ εκλιπόντος “ , όπου  έτρωγαν  φαγητά που  είχαν  ετοιμάσει οι συγγενείς και  οι  φίλοι . Τα  φαγητά  ήταν  όλα  νηστίσιμα ( ψάρια , μακαρονάδες , φασόλια ,  πίτες   κλπ ) .
   Στη  συνέχεια κρεμούσαν στην  πόρτα του  σπιτιού ένα  λευκό  πανί  με μια  μαύρη κορδέλα , που  σχημάτιζε τα  αρχικά  του  ονόματος του  νεκρού . Οι  γυναίκες  φόραγαν τότε  μαύρα ρούχα κι’ αν  ήταν  χήρες , θα  έπρεπε να  τα φοράνε όλη  τους  τη  ζωή . Έβαφαν επίσης , όλα  τα  ρούχα  του σπιτιού : κουρτίνες , σεντόνια , και  τραπεζομάντηλα σε  μαύρο  χρώμα , σημάδια όλα  αυτά  του “ πένθους “ .

Του θανάτου_0001
Από  Λιδορικιώτικη  κηδεία  αγνώστων λοιπών  στοιχείων .
Του θανάτου_0002
Απ’ την κηδεία  της αείμνηστης Τασούλας  Πλατανιά , το  1934 .
Του θανάτου
Απ’ την  κηδεία της  Παρασκευής  Παπαδάκη , γυναίκας του  Κ. Παπαδάκη – Μπαζέ , στον Άι Γιώργη το  1930 .

Το  μνημόσυνο ( “ σαράντα “ )

Η πρώτη  επιμνημόσυνη  δέηση για  τον  νεκρό , γίνονταν στις  40 μέρες μετά  το  θάνατο και  το  ονόμαζαν “ σαράντα “ . ‘Επρεπε  τότε  να σηκωθούν πρωί – πρωί  οι  νοικοκύρηδες και  να  βράσουν  ένα  μεγάλο καζάνι σιτάρι , για  να  δώσουν  στον  κόσμο αι  να  συγχωρεθεί  η  ψυχή  του . Όταν αυτό  ήταν  έτοιμο , το  έριχναν  σε  ένα  καλάθι , μαζί  με  σταφίδες , ρόδια , κανέλλα και  ζάχαρη και  τα  ανακάτευαν όλα μαζί .
   Στη  συνέχεια έδιναν το  καλάθι σε  δυο  κορίτσια και  αυτά  περνούσαν απ’ όλα  τα  σπίτια , μοιράζοντας το  σιτάρι με  ένα  πιατελάκι που  είχαν στο  καλάθι , λέγοντας ποιανού  είναι  το  μνημόσυνο .
   Αυτό  γινόταν  συνήθως ημέρα  Σάββατο . Οι  δε νοικοκύρηδες έπρεπε  να  κάνουν  τραπέζι  στο  σπίτι τους , στη μνήμη  του  νεκρού μ στο  οποίο πήγαιναν οι  συγγενείς  και  οι  φίλοι .


                    ΟΙ   ΓΙΟΡΤΑΔΕΣ


            Τα  Χριστούγεννα
   Τα χρόνια  εκείνα , είχανε σε  κάθε  σπίτι “ μανάρια “ , αρνιά και γουρούνια , χοιρίδια και  σαν  έφταναν  τα  Χριστούγεννα , τα  έσφαζαν για  να  έχουν  κρέας για  τις  γιορτές . Οι  νοικοκυρές , άρχιζαν τις προετοιμασίες , πολύ καιρό πριν και  για την  παραμονή των  Χριστουγέννων , ζύμωναν ψωμιά και  τα  έψηναν  στους  φούρνους , καίγοντας  ξύλα . Τα  ψωμιά αυτά , τα  στόλιζαν με  ένα  σταυρό από  ζυμάρι και με τα  χείλη  ενός μικρού  ποτηριού , έφτιαχναν κύκλους , που  συμβόλιζαν μικρά  αρνάκια . Έβαζαν επάνω τους και  αμύγδαλα και  στο  εσωτερικό τους  ένα  νόμισμα .
   Όποιος  έβρισκε  το  νόμισμα , ήταν ο  τυχερός  της  χρονιάς . Τα ψωμιά  τα  έλεγαν “ Χριστόψωμα “ . ΄’Εφτιαχναν  και  κάτι  κουλούρες , για  τα μικρά  παιδιά και  τα  βαφτιστήρια , τις  στόλιζαν κι’ αυτές  με  διάφορα σχέδια , “ κεντήματα “ , βάζοντας  στη μέση ένα  αυγό και  ρίχνοντας  επάνω  ζάχαρη . Θυμάμαι πως  τα  παιδιά έκαναν  σαν  τρελά για  τις  κουλούρες .
   Την  παραμονή των  Χριστουγέννων , πήγαιναν τα  παιδιά να  πούνε  τα  κάλαντα στις  διάφορες  γειτονιές , ώστε με  τα λίγα  χρήματα που  κέρδιζαν να  αγοράσουν κανένα παιχνιδάκι  της  εποχής . Την ημέρα των  Χριστουγέννων , μαζεύονταν όλοι  μαζί , συγγενείς και  φίλοι , έτρωγαν και  γλεντούσαν ,  τραγουδώντας  δημοτικά  τραγούδια .

Η   πρωτοχρονιά
Όλες οι  νοικοκυρές , ετοίμαζαν για  την  Πρωτοχρονιά παραδοσιακά  γλυκά όπως : το “ μπακλαβά “ με  αμύγδαλα ή  καρύδια , και  τη “ ρυζοριβανή “ κι’ απ’ ό,τι  θυμάμαι , μοσχοβολούσε  ο  τόπος απ’ τη  μυρωδιά . Το  πρωί της  Πρωτοχρονιάς , έστελναν τα  μικρά  παιδιά , με ένα κανάτι  στη  βρύση μ για  να  πάρουν  νερό , το  οποίο  έπρεπε να  πάνε “ αμίλητο “ στο  σπίτι , δίχως δηλαδή να  μιλήσουν με  κανένα  στο  δρόμο . Όταν τα  παιδιά  έφερναν το νερό , τότε έλεγαν  οι  νοικοκύρηδες  τη  φράση : “ Όπως  τρέχει το  νερό στη  βρύση , έτσι  να τρέχει και  το “ βιο “ , ζωή  στο  σπίτι “.
   Στέλναν και  γλυκά , σκεπασμένα σ’ ένα  πιάτο με  μια  πετσέτα , στους  συγγενείς , οι  οποίοι με  τη  σειρά  τους  έστελναν  κι’ αυτοί .

                   ΟΙ   ΓΙΟΡΤΑΔΕΣ


Του   σταυρού
   Όταν ερχόταν στις  5 του  Γενάρη η  γιορτή του  Σταυρού , όλο το  χωριό περίμενε τον  παπά να  περάσει απ’ τα  σπίτια των  χωρικών και να τα  ευλογήσει , με  ένα  κλαδί βασιλικού με  το  οποίο ράντιζε  τον  αγιασμό . Έβαζε και  σε  ένα ποτηράκι , ο παπάς , λίγο  αγιασμό , ώστε να  πιεί  η  οικογένεια , νηστική , το  επόμενο  πρωί .

Τα   Θεοφάνεια       ( των  Φώτων )
   Στις  6  του Γενάρη , ήταν  η  γιορτή των  Θεοφανείων ή  Φώτων . Εκείνη την ημέρα γινόταν  ο  μεγάλος αγιασμός των  υδάτων , ώστε όλα  τα  νερά να  είναι  αγιασμένα . Πήγαιναν τότε  και  ράντιζαν με  αγιασμό τα  σπίτια , τα  χωράφια και  τ’ αμπέλια  τους , για να  είναι ευλογημένα και  να  έχουν  καλή  σοδειά . Όσοι είχαν  φτιάξει κρασί , την  ημέρα αυτή  το  δοκίμαζαν να  δουν ποιό  είναι  το  καλύτερο !

Της  Απόκρεω  ( Απόκριες )

Οι  Απόκριες κρατούσαν  τέσσερις βδομάδες . Η πρώτη Δευτέρα που  ακολουθούσε  ήταν η “ Καθαρά  Δευτέρα “ , την  οποία άρχιζε  η  νηστεία  για  το Πάσχα .
   Την  Κυριακή αυτών των εβδομάδων τα  παιδιά  του Λιδωρικίου μαζεύονταν στο  αλσύλλιο του “ Γυφτομαχαλά “και μεταμφιέζονταν , ντυνόντουσαν  μασκαράδες . Τα  ρούχα  της  μεταμφίεσης , ήταν κάτι  λευκές  φουστανέλες με  γκρι ή  μαύρες  πουκαμίσες , που  δανείζονταν απ’ τους  μεγαλύτερους , τους  “ γερόντους “ του  χωριού . Αφού  ντύνονταν , κατέβαιναν όλα  μαζί στα  σπίτια και  τα  μαγαζιά  της  αγοράς , όπου  έκαναν αστεία και  πείραζαν τον  κόσμο , απλώνοντας τα  χέρια  και  ζητώντας του  λεφτά , λέγοντας  “ ψιλικά …ψιλικά “ ..
   Τις  μέρες  εκείνες  οι  γυναίκες του χωριού έφτιαχναν τυρόπιτες και  μοσχοβολούσαν όλα  τα  σπίτια . Τα  βράδια μαζεύονταν όλοι  μαζί και  γλεντούσαν .
Απόκριες 9-3-30
Προπολεμικές  Απόκριες  στο Λιδορίκι . Η πομπή , με  τον  καρνάβαλο  και  τους  μασκαράδες κάνει  την  καθιερωμένη στάση , στο  Αλωνάκι , κι’ αρχίζει  το..γλέντι…

Το   Πάσχα

Το  Πάσχα ήταν μεγάλη  γιορτή για το  χωριό . Όλοι το περίμεναν “ πως  και..πως “. Έτσι άρχιζαν τις  προετοιμασίες για το  -Πάσχα από νωρίς . Οι νοικοκυρές έπλεναν τα  χαλιά “ στρωσίδια “ και  τις  “ κουρελούδες “ , που  έφτιαχναν στους  αργαλειούς , για  να  είναι καθαρά . Άσπριζαν επίσης τις  αυλές των  σπιτιών με  ασβέστη ώστε  να είναι  όμορφα .
   Οι  άντρες έπρεπε να προμηθευτούν παραδοσιακό “ οβελία “ , αρνί που  θα  σούβλιζαν την  Κυριακή μετά την Ανάσταση . Όσοι  δεν  είχαν δικά  τους  αρνιά , αγόραζαν από κάτι  χωρικούς , οι οποίοι τα  έφερναν πάνω  σε  μουλάρια και  γαϊδούρια , μέσα  σε κάτι  σακούλια μάλλινα . Μόνο  το  κεφάλι  τους ήταν  απ’ έξω απ’ το  σακούλι και  “χάλαγε ο  κόσμος “ απ’ τι  βέλασμά τους .
   Αυτό  γινόταν συνήθως  τη  Μεγάλη  Παρασκευή .
   Κάθε  βράδυ , πήγαινε ο  κόσμος στην  εκκλησία για  να  παρακολουθήσει “ τα  πάθη του  Χριστού “.
   Πριν αρχίσει  η  Μεγάλη Εβδομάδα , ήταν  το  Σάββατο  του Λαζάρου . Την  παραμονή πήγαιναν  οι   κοπέλες του  χωριού και  έλεγαν  τα  κάλαντα που  ονόμαζαν “ Λάζαρα “. Τα “ Λάζαρα “¨άλλαζαν  από  σπίτι  σε  σπίτι , ανάλογα με το  επάγγελμα  του  νοικοκύρη . Είχαν  μαζί  τους και  ένα  καλάθι στολισμένο με  λουλούδια της  εποχής , μέσα  στο  οποίο έβαζαν τα  αυγά , που  τους έδινε  όποιος  δεν  είχε  χρήματα .
   Θυμάμαι μια  χρονιά που  μας  έμαθαν οι δάσκαλοι στο  σχολείο κάτι  “ Λάζαρα “ πιο..ποιοτικά . Μαζεύτηκε  τότε μια  επιτροπή από  γιατρούς , δασκάλους και  μαθητές και  πήγαμε να  τα  πούμε . Είχαμε  συγκεντρώσει γύρω  στις  3.000 δραχμές , πολλά  λεφτά  για την  εποχή  εκείνη .
   Τα  “ Λάζαρα “ που  μας  έμαθαν στο σχολείο  τότε ήταν  τα  εξής :
  “ Για να  μάθετε τι  εγίνει ,  σήμερα στην  Παλαιστίνη
   εις την  πόλη  Βυθανεία Μάρθα  κλαίει  και  Μαρία .
   Λάζαρο τον  αδελφό  τους , τον γλυκό  και  καρδιακόν .
   Τον μοιρολογούν και  κλαίνε , τον  μοιρολογούν και  λένε .
   Τρεις  ημέρες  τον θρηνούσαν  και  τον  εμοιρολογούσαν .
   Την  ημέρα  την  Τετάρτη , κίνησ’ Ο Χριστός  για  να ‘ρθει .
   Τότε  η  Μάρθα  και  η  Μαρία , τότε  ευρεθήκαν  όλοι .
   Ας  ερχόσουνα Χριστέ  μου , δεν θα ‘πέθνησκε ο  αδερφός  μου .
   Τότε  ο Χριστός δακρύζει και  τον Άδη  φοβερίζει .
   Δεύρω έξω Λάζαρέ  μου , φίλε  και  αγαπητέ  μου '
   και  παρέλθεις  απ’ τον  Άδη , ως  εξαίσιο σημάδι “.
   Την επόμενη  μέρα ήταν  η  Κυριακή  των  Βαίων.Πήγαινε ο κόσμος στην  εκκλησία να  πάρει “ βάγιες “ δάφνες . Στο  Λιδωρίκι τότε  υπήρχαν μόνο  δύο  δέντρα δάφνης . Ένα  είχε  ο  Σακαρέλλος και  ένα  ο Τσίγκας .
   Τη  μεγάλη  Πέμπτη , έβαφαν τα  κόκκινα  αυγά , όπως  απαιτούσε  το  έθιμο. Την Ανάσταση δεν  την έκαναν  τη  νύχτα του  Μεγάλου  Σαββάτου , αλλά γύρω στις  τέσσερις έως  πέντε η  ώρα  τα  χαράματα  της  Κυριακής . Μετά  την Ανάσταση , γύριζαν όλοι στα  σπίτια  τους και  έτρωγαν  παραδοσιακούς  μεζέδες , όπως  τις “ γαρδούμπες “ και το  ψητό  αρνί . Έσπαζαν τότε  και  τα  κόκκινα  αυγά . Την  Κυριακή το  απόγευμα χτυπούσε  η καμπάνα της  εκκλησίας και  πήγαιναν  όλοι , με  κάτι  λευκά  κεράκια “ λαμπαδίτσες “. Πήγαιναν  στην  “ Αγάπη “ , όπως  έλεγαν κι’ αν  κάποιος  είχε  μαλώσει με  κάποιον  άλλον , έπρεπε να  συμφιλιωθούν και  πάλι , έπρεπε να αγαπηθούν .
   Η πρώτη Παρασκευή μετά  το  Πάσχα , είναι της  Ζωοδόχου  Πηγής , και  τύχαινε  να  γιορτάζει η  εκκλησία  μας , καθώς έχει ακόμα  και  σήμερα  αυτό  το  όνομα . Γινόταν  και  πανηγύρι ωραίο  στο  χωριό , με  παραδοσιακή  μουσική και  γλένταγε  ο  κόσμος . Στη  συνέχεια , ακολουθούσε  η  Κυριακή του  Θωμά και  εκείνη  την ημέρα γίνονταν  συνήθως γάμοι . ‘

1934 Καμπρή -Καλαπτσέικη αυλή
΄Πάσχα 1934 , στην  Καλαπτσαίϊκη  αυλή , όπου  Καλαπτσαίοι και  γείτονες ψήνουν τα  αρνιά  τους .
1934-πάσχα -Σαψαρόιαννου
Την  ίδια  χρονιά , 1934 , η  Λιδορικιώτικη λαμπρά  ..νεολαία  της  εποχής , ξεκινάει  το  Πασχαλιάτικο  γλέντι , στη  αυλή  του  Σαψαρόϊαννου , στον  Ψαλά .
Αγάπη 1934-Αλωνάκι
Πάσχα  1934 ,απόγευμα στην “ Αγάπη “ στο  Αλωνάκι , οι  Λιδορικιώτες  συν..γυναιξί και  τέκνοις , τηρώντας  τα ..πατροπαράδοτα ..
1934-Λαμπρή-Μαστρογιαννέικο
Λαμπρή  1934 , Λιδορικιώτικη  παρέα , απολαμβάνει στο  Μαστρογιανναίϊκο .

Της   Αναλήψεως

Στις  σαράντα  μέρες μετά  το  Πάσχα , έρχεται  η γιορτή της  Αναλήψεως . Οι τσοπάνηδες είχαν  ήδη  ανεβάσει τα  πρόβατα  και  τα  γίδια στα  βουνά , στις εκεί  στρούγκες . Έφτιαχναν τότε τυριά , μυζήθρες και  γιαούρτια . Την  ημέρα  εκείνη , λοιπόν , πήγαινε ο  παπάς να  ευλογήσει  τα  πρόβατα και τα γίδια , στις  στρούγκες . Οι  τσοπάνηδες  είχαν  ζυμώσει και  ψήσει  ψωμί και  με  τον ευλόγυρο , είχαν φτιάξει τα  γράμματα  του  Χριστού . Ο παπάς , έπαιρνε το  ψωμί , έκοβε  το  σημείο που  υπήρχαν  τα  γράμματα του  Χριστού και  το  ευλογούσε . Στη  συνέχεια . έδινε από  μια  μπουκιά σε  όλους . Οι  τσοπάνηδες , φίλευαν  τον  κόσμο κομματάκια απ’ το  ψωμί . που  τα  έλεγαν “ υψώματα “. ‘Ετσι έμεινε  η  φράση : “ Σήκωσε  ύψωμα “ , όταν  κάποιος κάνει  επισκέψεις σε  πολλά  σπίτια .
   Οι  τσοπάνηδες , έδιναν τυριά και  γιαούρτια , “ γιαούρτες “ , στον  παπά για να  τον  ευχαριστήσουν καθώς  και σε  όλους τους καλεσμένους . Τις “ γιαούρτες “ , τις  έφτιαχναν μέσα  σε  κάτι ξύλινα δοχεία που  ονόμαζαν “ βεδούρες “.
1938 Αν'αληψη στον Αρδίνη
Λιδορικιώτικη  ανάληψη το  1938 στον  Αρδίνη .
3
Προπολεμική  Λιδορικιώτικη ανάληψη  κάπου  στην Μπελεσίτσα .
7
Λιδορικιώτικη  Ανάληψη της  παλιάς  καλής  εποχής .
Ο   πόλεμος

Με  τον  πόλεμο , έφτασαν  στο  Λιδωρίκι οι  Ιταλοί  και  οι  Γερμανοί στρατιώτες . Ο κόσμος τράπηκε  σε  φυγή και  έχασε  τα  υπάρχοντά  του . Οι  Γερμανοί έκαψαν  το  χωριό , τον  Αύγουστο του 1944 . Όταν  έφυγαν και  οι  τελευταίοι  στρατιώτες , το  Νοέμβριο του 1944 , οι  Λιδωρικιώτες γύρισαν και  άρχισαν  να  χτίζουν στα  ερείπια  του  χωριού . Νια  εποχή έχει  ήδη  φύγει και  μια  άλλη  αρχίζει ..

9
Το..” φάντασμα “ του  χωριού  μας  μετά  το  κάψιμο απ’ τους  Γερμανούς στις  29 – 8 – 1944 ..
13
11
10
12
Ό,τι  απόμεινε απ’ το  πανέμορφο  χωριό  μας  μετά  την..καταστροφή …

   Επίλογος

Σίγουρα υπάρχουν πολλά  ακόμα που  θα  έπρεπε να  αναφέρω , δυστυχώς η  μνήμη έχει  αρχίσει να  με εγκαταλείπει , λόγω  ηλικίας . Δεν  είμαι  συγγραφέας  ! Έκανα  μόνο μια  προσπάθεια να  καλύψω ένα μικρό κομμάτι της  μακροχρόνιας ιστορίας του Λιδωρικίου και  θέλω  να  πιστεύω πως τα  κατάφερα !
   Η κρίση δική  σας …
Αθήνα  1 – 1 – 2000
                           *                   *

   Αυτές είναι αγαπημένοι μου  φίλοι οι “ Αναμνήσεις “ της αξέχαστης  χωριανής  μας  Σοφίας Παλαιολόγου – Καραχάλιου , μια  αφήγηση  αφτιασίδωτη..με  απόλυτα  αυθεντικό  ύφος και  ίσως και  κάποιες αδυναμίες .
   Τίποτα  όμως  δεν  μπορεί  να  αφαιρέσει κάτι  απ’ την  αξία  τους , γιατί είναι  για  τους  νεότερους , που  θα ‘θελαν  να  ασχοληθούν  με  το  παρελθόν του  χωριού  μας ένα  σημαντικό  βοήθημα , αφού αν  εξαιρέσουμε τις  δημοσιευμένες  , σε  διάφορες  εφημερίδες  και  περιοδικά  , αναμνήσεις  του  Αλέκου  Κωστάκη , του  Καφτανιαλέκου όπως  τον  λέγαμε , δεν υπάρχει  κάποια  εργασία , κάποιο  κείμενο , που  να  περιγράφει  την  προπολεμική  Λιδορικιώτικη  ζωή , ας  είναι  αναπαυμένη η αξέχαστη  Σοφία , με  το  βιβλίο  της  έβαλε  κι’ αυτή  ένα  λιθαράκι στην  ενημέρωση  των  χωριανών  μας  για  το παρελθόν .


ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Επειδή πολλοί  φίλοι  μας , μας  ζήτησαν  τις  “ Αναμνήσεις “ της  αξέχαστης  Σοφίας  Παλαιολόγου , μετά  την  ολοκλήρωσή  τους , να  τις  δημοσιεύσουμε και  ενοποιημένες , για  καλύτερη  πρόσβαση  στην  ανάγνωσή  τους , και  θέλοντας  πάντα  να  ικανοποιούμε  τις  επιθυμίες  σας , όταν  δεν  είναι φυσικά..παράλογες , μετά τη  σημερινή  τελευταία  συνέχεια , θα  δημοσιεύσουμε  το  κείμενο , ολοκληρωμένο  και  ενοποιημένο , κάτι  που  εξυπηρετεί  πολύ όσους  απ’ τους  φίλους  μας , κρατάνε αρχείο …Όσο  για  τις  φωτογραφίες  που  συνοδεύουν  τα  κείμενα , όπως  έχουμε  ξαναπεί , είναι  προσθήκη  δική  μας και  φυσικά  δεν  υπάρχουν  στο  βιβλίο .
    Καλό  σας  Σαββατόβραδο , να  είστε  καλά
   Απ’ το  “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη ….Κ.Κ.-

No comments: