
Στο χωριό μας, το ιστορικό και μαρτυρικό Λιδωρίκι Φωκίδος, μέχρι και τη 10ετία του 1970, τα κατοικίδια ζώα ήσαν πολλά. Το κάθε σπίτι είχε 1-2 κατσίκες που τις λέγαμε μανάρες. Τις περισσότερες τις παραλάμβαναν κάθε πρωινό προς βοσκή από κάθε νοικοκύρη τους οι αξέχαστοι ΄΄μαναράδες΄΄ του χωριού μας, ο μπάρμπα Μήτρος Τσιάντας και ο Αποστόλης Κωστοπαναγιώτου, πιο πολύ γνωστός ως ΄΄Πισλ’ Αποστόλης΄΄, αυξάνοντας το μικρό κοπάδι από μανάρες και τράγους που είχαν οι ίδιοι σε 200 – 250 γίδια. Η παραλαβή τους γινόταν επί πληρωμή ανά μήνα ή ανά χρονική περίοδο. Συνήθως τις οδηγούσαν για βοσκή μέχρι τη Βαμβακιά - Ασπρόξυλα ή τον Τραγουδάκη και τις επέστρεφαν στο Λιδωρίκι το απόγευμα. Τότε οι ιδιοκτήτες τους είχαν την έγνοια και έβγαιναν στη διαδρομή και ξέκοβαν από το κοπάδι την κατσίκα τους. Υπόψη ότι βοηθούσα τον μπάρμπα Μήτρο Τσιάντα ως πιστιρίκος, κατά την περίοδο των θερινών διακοπών μου όταν πήγαινα Δημοτικό Σχολείο, να οδηγήσει το κοπάδι στους τόπους βοσκής. Πενηνταράκι - πενηνταράκι έως μία δραχμή που μου έδινε, μάζεψα το πρώτο καλοκαίρι ένα ικανό ποσό και με τις οικονομίες μου αυτές αγόρασα παπούτσια… Μουλάρια και άλογα υπήρχαν περισσότερα και λιγότερα γαϊδούρια, που χρησίμευαν σε όλες τις αγροτοκτηνοτροφικές, αλλά και τις μεταφορικές ανάγκες των χωρικών. Σήμερα, σχεδόν έχουν όλα εκλείψει. Βόδια υπήρχαν ελάχιστα. Σήμερα, λόγω επιδοτήσεων, γέμισαν οι πλαγιές, ακόμη και οι δρόμοι και τα σοκάκια. Διαρκής δημόσιος κίνδυνος τροχαίων ατυχημάτων. Ας μη πω για τις ζημιές που κάνουν σε κάθε περίφραξη. Τα οικόσιτα γουρούνια σπάνιζαν, όπως και οι γαλοπούλες, πάπιες κ.ά. Οι κότες αμέτρητες, προς μεγάλη τέρψη των αλεπούδων και γερακιών ιδίως του Παλιόραγκου και Σερεντέλη. Από σκυλιά άλλο τίποτα. Σχεδόν σε κάθε σπίτι, ιδίως του Βαρουσιού, περίσσευαν και συνήθως περιφέρονταν ελεύθερα - λυμένα.. Το τι έτρωγαν, ας μη γράψω καλύτερα… Μεγάλος μπελάς τα σκυλιά που ορμούσαν σε κάθε άγνωστό τους διερχόμενο ή και σε δάγκωναν, μερικά πολύ ύπουλα. Ακόμα θυμάμαι τι είχα τραβήξει από μια μαύρη σκύλα του μπάρμπα Βασίλη Πουρνιά, του «Καδούλα», όταν διερχόμουν από τα «Πουρνέικα». Πρόβλημα μεγάλο σ’ εμάς τα παιδιά που προσεγγίζαμε τα σπίτια του χωριού, να πούμε λ.χ. τα κάλαντα. Σε μερικά σπίτια αυτό ήταν πράγμα αδύνατο ή αν το επιχειρούσαμε κινδυνεύαμε να φύγουμε -εκτός από μια δραχμούλα ή και κουλουράκι, καρύδα ή ζαχαρωτό - και με ξεσχισμένο παντελόνι ή δαγκωμένο πόδι ή πισινό.
Όμως το ζωάκια που δεν έλειπαν σχεδόν από κανένα σπιτικό ήσαν οι νυφίτσες. Όχι βέβαια γενικά οποιεσδήποτε νυφίτσες, αλλά οι νυφίτσες που φιλοξενούνταν σε κάθε σπίτι, οι ιδιωτικές. Δηλαδή, τι φιλοξενούνταν; Αυτές υπήρχαν στα περισσότερα σπίτια ως ζευγάρι, είτε το θέλαμε, είτε όχι. Στο δικό μου πατρικό σπίτι δεν εμφανίζονταν βέβαια και δίπλα στο τζάκι, στην πυροστιά.., αλλά συνήθως έκαναν φανερή την ύπαρξή τους μόνο το βράδυ, που όλα ησύχαζαν. Τις ακούγαμε πού και πού να τρέχουν στο ταβάνι ή κάτω από το σανιδένιο πάτωμα ή τις βλέπαμε στις διπλανές αποθήκες - αχούρια να κυνηγούν ποντίκια, τα οποία έτρεχαν αλαφιασμένα να ξεφύγουν. Όταν κάποιο απ΄ αυτά τσίριζε, καταλαβαίναμε ότι το έπιασε η νυφίτσα, τα δε άλλα πρόβαλαν στις τρύπες και χτυπούσαν ρυθμικά τα δόντια τους «τοκ – τοκ», μήπως και τρομάξει η νυφίτσα και αφήσει τον σύντροφό τους. Αυτό γινόταν σχεδόν κάθε βράδυ, αλλά τα ποντίκια ατελείωτα. Άλλες φορές βλέπαμε τις νυφίτσες να προβάλουν το πονηρό κεφαλάκι τους στις τρύπες, κάτω από τα κεραμίδια της σκεπής, τα οποία συχνά τα μετακινούσαν, έμπαινε βροχή και έσταζε το ταβάνι και χρειαζόταν να ανεβούμε στα κεραμίδια για να «πιάσουμε τα σταλάγματα». Εκεί ζούσαν, εκεί γεννοβολούσαν και όσους απογόνους και να έκαναν, στο σπίτι μας υπήρχε πάντα μόνο ένα ζευγάρι, τα δε νυφιτσούδια τους δεν τα έστελναν για σπουδές, αλλά τα πάντρευαν στη γειτονιά, τα’ στελναν στα γειτονικά σπίτια, όπου υπήρχε τροφή, υπήρχαν ποντίκια. Μπορεί να μην υπήρχε άφθονη τροφή για τους ενοίκους των σπιτιών, όμως για τα ποντίκια κάθε σπιτιού όλο και κάτι βρισκόταν κι έτσι κουτσά – στραβά ήταν εξασφαλισμένη, αν όχι η καλοπέραση, η σίγουρη συνέχιση της ύπαρξης της νυφίτσας, η οποία, παρά τις ζημιές που κάνει, είναι γενικά χρήσιμη και απαραίτητη για την καταπολέμηση των ενοχλητικών και βλαβερών τρωκτικών και ερπετών. Όμορφα ζωάκια και πανέξυπνα, με κοντότριχη γούνα, χρώματος χρυσαφί - κανελί και λευκωπό από το λαιμό - στήθος μέχρι την κοιλιά, να κοιτούν γύρω, κουνώντας το κεφαλάκι τους γρήγορα. Μόλις κουνιόταν κάτι ή παρουσιαζόταν άνθρωπος, γίνονταν άφαντες. Απ’ όσα έβλεπα, οι νυφίτσες μας έτρωγαν τα πάντα. Μια μέρα, μία εξ αυτών κουβαλούσε μια πρασινωπή γκουστέρα (σαύρα) ζωντανή. Μια άλλη φορά την είδα να σέρνει μια μικρή δενδρογαλιά. Το είδε η γάτα μας κι έτρεξε προς το σημείο και αποτελείωσε το φίδι - το έφαγε ζωντανό, αρχίζοντας από την ουρά. Είναι σαρκοβόρο ζωάκι, σαν το ξαδελφάκι του το κουνάβι, αλλά όπως αυτό είναι και ιδιαίτερα αιμοδιψές (αιμοβόρο). Εκτός από ποντικούς, τρώει και διάφορα φίδια - ερπετά, αγριοπούλια, έντομα, ακόμη και κουνελάκια και λαγουδάκια. Συχνά αρκείται στο πνίξιμο του θύματος και μπορεί να πνίξει και να εγκαταλείψει επιτόπου ακόμη και 10 και 20 λ.χ. κουνελάκια, όπως συνέβη μια νύχτα με βαρυχειμωνιά και πολύ χιόνι κατά το έτος 1963, όταν μπήκε στο κοτέτσι μας ένα κουνάβι από μία τρύπα που είχαμε ξεχάσει ανοικτή που ξέσχισε και έπνιξε 60 από τις 70 περίπου κότες που είχαμε. Ευτυχώς αρκετές γειτόνισσες, μας χάρισαν από μία κότα και γεμίσαμε ξανά σιγά – σιγά το κοτέτσι μας...
Σύμφωνα με τον λαϊκό μύθο, η νυφίτσα ήταν μια νεράϊδα που επιθυμούσε διακαώς να γίνει νύφη, να παντρευτεί και γι’ αυτό με πολλά όνειρα ύφαινε στον αργαλειό την προίκα της. Όμως δεν κατάφερε να παντρευτεί και ο Θεός που τη λυπήθηκε, τη μεταμόρφωσε σε ζωάκι. Από τότε ο λαός, το ζωάκι αυτό το αποκαλεί νυφίτσα. Γι’ αυτό η νυφίτσα, όπου δει αργαλειό και γιούκο και της δοθεί ευκαιρία, ξεσχίζει τα ρούχα και υφαντά των ανθρώπων από εκδικητική μανία που δεν έγινε νύφη. Αυτός ο λαϊκός μύθος ήταν πιστευτός από τους αφελείς και καλοκάγαθους χωρικούς. Θυμάμαι τόσο τη γλυκύτατη μητέρα μου την Κατερίνη, όσο και άλλες γειτόνισσες της εποχής, να φτιάχνουν μικροσκοπικές ρόκες, φορτωμένες με τουλουπίτσες μαλλιού, τις οποίες μαζί με ένα μικρό αδράχτι και σφοντύλι τις τοποθετούσαν σε διάφορα σημεία των αχουριών - αποθηκών, για να εξευμενίσουν τις νυφίτσες, «ώστε να έχουν κι αυτές τη ρόκα τους για να γνέσουν νήματα και να φτιάξουν την προίκα τους» και να μη τρώνε τα αβγά από το κοτέτσι και να μη ξεσχίζουν, λ.χ. τσουβάλια, τα υφαντά του αργαλειού, στρωσίδια κ.ά. Πράγματι οι νυφίτσες παίζοντας με τη ρόκα τους, μυστηριωδώς δεν έκαναν άλλες τέτοιες ζημιές. Επίσης θυμάμαι ότι κάποιο μεσημέρι, που διάβαινα τον δυτικό φράκτη του οικοπέδου μας, για να πάω στο γιούρτι της παλιάς μαμής, της «Πουρνοβασίλενας» (όπου η σημερινή οικία της Ευθυμίας Δρόσου και του Ξενοφώντα Καστελάνου), για να επιθεωρήσω μια φωλιά αετομάχων που είχα εντοπίσει στη μεγάλη πουρνάρα της, καθώς περνούσα το πουρνάρι που υπάρχει στο σύνορο με το οικόπεδο του τότε μπάρμπα Δρόσου Βελία, ξαφνικά αντιλήφθηκα να γίνεται στην πάνω άκρη του ένας χαμός, διότι μάλωναν τσιρίζοντας 3-4 νυφίτσες, που δαγκώνονταν και κυλιούνταν σαν ένα κουβάρι. Αμέσως έπιασα μια πέτρα, ένα «στούμπο» όπως λέγαμε ως παιδιά και την εκτόξευσα με δύναμη καταπάνω τους. Η βολή μου είχε απόλυτη ευστοχία και τις έκανε να τσιρίξουν - στριγλίσουν ακόμη εντονότερα μέχρι να εξαφανισθούν δεξιά - αριστερά. Ακόμη ακούω και θυμάμαι τις «κανονιές» τους, δηλαδή τις ιδιαίτερα δύσοσμες πορδές τους που άφησαν από τον πόνο και φόβο τους, οι οποίες καταβρώμισαν τη γύρω περιοχή.
Κάπου - κάπου, οι νυφίτσες μας, όταν ξεθάρρευαν, έβγαιναν χορτάτες και οι δύο στην αυλή, να πάρουν τον αέρα τους, εκεί στην άκρη, στη μάντρα του αποχωρητηρίου ή στους μαντρότοιχους - στα γιούρτια της «Ταλτο-Μαρίας» και του μπάρμπα Δρόσου Βελία ή κοντά στον αχερώνα του μπάρμπα Μήτσου του Στρούζα (όπου και το νυν σπίτι μου) για να κρυφθούν άμα τους παρουσιαζόταν κάποιος κίνδυνος. Σηκώνονταν και οι δυο τους στα πίσω πόδια τους και πάντα πλάτη με πλάτη, για να βλέπουν προς όλες τις μεριές. Όποιος δεν είδε νυφίτσα να τρέχει ή να κουβαλάει στο στόμα το μωρό της, πιασμένο απαλά απ’ τον λαιμό, από τον σβέρκο, όπως κάνουν και οι γάτες όταν αλλάζουν θέση στα γατιά τους που αυτά δεν μπορούν ακόμη να περπατήσουν, όποιος δεν είδε αυτά, δεν ξέρει τι θα πει ευκινησία και στοργή. Τέτοια ωραία συνέβαιναν στο σπίτι και στην αυλή μας. Εμείς τα παιδιά, βλέπαμε τις νυφίτσες να τρέχουν ανάμεσα στις κότες και τις συνηθίσαμε, τις θεωρούσαμε ότι ανήκουν στα κατοικίδια της οικογένειας. Ακόμη και η σκύλα μας δεν τις κυνηγούσε. Όπως ήταν ξαπλωμένη, με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια, τις έβλεπε περίεργα με μισό μάτι βέβαια, αλλά δεν τις κυνηγούσε, ίσως γιατί γνώριζε ότι ήσαν πιο σβέλτες από την ίδια, ούτε και τις γάβγιζε. Μόνο τις φοβέριζε, βγάζοντας έναν σιγανό γρυλισμό, που όσο πήγαινε δυνάμωνε, χωρίς όμως να γίνεται γάβγισμα. Εκείνες έτρεχαν προς τη μεριά του φράκτη και εκεί κοντοστέκονταν και πριν εξαφανισθούν, έριχναν όρθιες μια ματιά προς τη σκύλα, σαν να της έλεγαν «αν μπορείς, πιάσε μας…». Ύστερα από τόσα χρόνια, τώρα που το σκέπτομαι, η αυλή μας ήταν ένας μικρός ζωολογικός κήπος. Απ’ όλα είχε. Όλα τα βλέπαμε και τα είχαμε συνηθίσει, αλλά τις νυφίτσες μας τις είχαμε σχεδόν καθημερινούς σουλατσαδόρους και τις θεωρούσαμε περισσότερο δικές μας από άλλα άγρια ζώα και πουλιά, που ήσαν περαστικά και εμφανίζονταν κάπου - κάπου.
Έτσι, στο σπίτι μας υπήρχε ένα modus Vivendi, συμβιώναμε όλοι με αρμονία, μέχρι που συνέβη ένα γεγονός, το οποίο άλλαξε τις διαθέσεις της μάνας μου απέναντι στις νυφίτσες και από την ανοχή της για την υποχρεωτική φιλοξενία, πέρασαν στη λίστα των ανεπιθύμητων, ως personae non grata, που λεν στη διπλωματική γλώσσα και να το γιατί. Στα χωριά, ως γνωστό, σε όλα τα σπίτια είχαμε κότες, απαραίτητες για τη διατροφή μας, οι οποίες όμως έπρεπε να μεγαλώσουν από μικρά κλωσόπουλα που έβγαιναν από το αβγό, αφού το επώαζε η κλώσα επί 20 έως 22 ημέρες. Υπόψη ότι θεωρείταν πως για να έχει μεγάλη επιτυχία η επώαση, έπρεπε ο αριθμός των αβγών να είναι μονός, δηλαδή 11 ή 13 ή 15 ή 17. Ποτέ ζυγός. Επίσης καλύτερα να ήσαν όλα αβγά της ίδιας κλώσας και οπωσδήποτε όλα τους να μην είχαν συντηρηθεί σε ψυγείο. Εννοείται ότι στο κοτέτσι έπρεπε να υπάρχουν πετεινοί ή πετεινός για να έχουν τα αβγά σπόρο.. Στην αρχή αυτά τα κλωσόπουλα, που συνήθως ήσαν από 10 έως 15 πουλάκια, μέχρι να αποκτήσουν αρκετό μπόι και να μην κινδυνεύουν από τις νυφίτσες και τους ποντικούς, τα σκέπαζε το βράδυ κάτω από τις φτερούγες της η μάνα τους, η κλώσα. Το πρωί τα ξεσκέπαζε και τα σεργιανούσε όλη μέρα και τα μάθαινε να σκαλίζουν την κοπριά από το αχούρι των μουλαριών μας, που σωριάζαμε στην άκρη της αυλής. Όταν έβρισκε κάποιον σπόρο, τον κομμάτιαζε με τη μύτη της και με ένα χαρακτηριστικό κακάρισμα, μάζευε τα πουλάκια γύρω της για να φάνε. Αυτή η εικόνα, με τα κλωσοπούλια γύρω από την κλώσα, θεωρώ ότι είναι χαρακτηριστική και ότι είναι μόνιμα χαραγμένη στη μνήμη όσων μεγάλωσαν σε χωριό. Κάποια χρονιά που είχαμε όψιμα 8-10 κλωσοπουλάκια, εκεί γύρω στο τέλος του Αυγούστου και είχαν μείνει ορφανά καθώς η μάνα τους η κλώσα ξαφνικά ψόφησε, η μητέρα μου κάθε βράδυ τα σκέπαζε με το δρεμόνι (είδος κόσκινου, με αραιές στρογγυλές τρύπες), το οποίο το εφάρμοζε και το πατούσε καλά στο χωμάτινο δάπεδο, στο παρακείμενο αχούρι. Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που μαζέψαμε τα αμύγδαλα και τα βάλαμε προσωρινά χύμα στο αχούρι, ωσότου στεγνώσουν καλά και μπουν σε τσουβάλια. Όχι για να τα πουλήσουμε, αλλά για να τα φάμε τον χειμώνα - άλλα φρούτα δεν είχαμε. Είχαμε συνήθως αμύγδαλα, αλλά και καρύδια, κάστανα, κυδώνια, μήλα και φιρίκια και πατάτες, αγορασμένα και φερμένα απευθείας από τη Στρώμη, όπου πήγαινε αυθημερόν και μετά από οκτάωρη περίπου πορεία, κάποιος από τους γονείς μου με αρκετούς άλλους Λιδωρικιώτες και τα άλογα ή μουλάρια τους ως καραβάνι. Επίσης είχαμε συνήθως και αχλάδια και σταφύλια λιασμένα ή κρεμασμένα με κλωστές είτε στο ταβάνι, είτε σε κάποιο καρφί στους τοίχους. Εκεί λοιπόν, στο αχούρι, σκέπαζε η μάνα μου κάθε βράδυ με το δρεμόνι τα κλωσοπουλάκια, μέχρι να ξημερώσει. Κάποιο πρωί που η μάνα μου άνοιξε το αχούρι για να ξεσκεπάσει τα κλωσοπούλια και να τα βγάλει στην αυλή, βρήκε όλα - μα όλα !! - τα κλωσοπούλια πνιγμένα, ψόφια. Η μάνα μου κατάλαβε και βεβαιώθηκε χωρίς αμφιβολία, ότι για την απώλεια έφταιγαν οι νυφίτσες και μόνον αυτές. Θυμήθηκε την περίοδο που όλη η οικογένεια έδειχνε τα έστω ουδέτερα αισθήματά της προς τις νυφίτσες, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά, σκέφθηκε ότι, από τη μια μεριά οι νυφίτσες μας γλύτωναν από τα ποντίκια που ήταν κάτι το συγκεκριμένο, αλλά αυτό δεν ήταν ορατό και άμεσο και από την άλλη τη ζημιά που έγινε, τα κλωσοπούλια που ήσαν εκεί μπροστά της πνιγμένα και ξαπλωμένα και άντε να ξαναβάζει κλώσα το προχείμωνο! Και πού να βρεις όρνιθα να κλωσήσει φθινοπωριάτικα.. Τότε δεν πουλούσαν οι πλανόδιοι έτοιμα κλωσόπουλα. Έπρεπε η καθεμιά νοικοκυρά να μαζεύει τα αβγά διαλεγμένα, να βάζει κλώσα, να την ταΐζει και να την ποτίζει σε απομονωμένο και ήσυχο μέρος εκεί όπου κλωσούσε, για να μη σηκωθεί και κρυώσουν τα αβγά, να τη φροντίζει για μέρες, μέχρι που να βγουν τα πουλιά. Ήθελε κόπο και φροντίδα η όλη διαδικασία και να’ ρχονται οι νυφίτσες να τα πνίγουν όλα, έτσι απ’ ένα γινάτι! Διότι τα έπνιξαν, αλλά δεν τα έφαγαν, λες και το έκαναν για εκδίκηση. Μυστήριο πράγμα αυτή η συνήθεια της νυφίτσας, να πνίγει χωρίς να τα τρώει. Μόνον ο άνθρωπος έχει τέτοια χούγια. Σκοτώνει τους ομοίους του, ενώ ξέρει ότι δεν τρώγονται... Η μάνα μου σήκωσε το δρεμόνι και τα μάζεψε όλα στην ποδιά της, αλλά τότε κατάλαβε ότι το δρεμόνι δεν εφάρμοζε καλά στο χώμα. Πατούσε σε μια πατάτα και άφηνε κενό. Από κει πέρασαν οι νυφίτσες και να το κακό τελειωμένο... Είπε νευριασμένη όσες βλαστήμιες θυμόταν πρόχειρα και πέταξε τα ψόφια κλωσοπούλια στην κοπριά, να τα φάνε οι γάτες. Από τη μέρα εκείνη, όσες φορές ακουγόταν στο ταβάνι κυνηγητό και οι τσιρίδες των ποντικιών, η μάνα μου μουρμούριζε «κουφά, να σας πάρει, να σας βαρέσ’ αγέρας…» και άλλα πολλά και, κάθε φορά που εμφανίζονταν οι νυφίτσες στην αυλή, έριχνε κατά πάνω τους ό,τι έβρισκε πρόχειρο. Όμως, σιωπηρά από κει και πέρα, όταν ξαναχρειάσθηκε, το δρεμόνι με τα κλωσοπούλια, το σιγούρευε σε μιαν άκρη στο αχούρι, σε μέρος καθαρό και επίπεδο, μακριά από πατάτες, μήλα, καρύδια και από άλλα αντικείμενα, γιατί δεν ξέρεις τι γίνεται… Μπορεί φανερά ο εγωισμός να μη μας αφήνει να παραδεχθούμε το μέρος της ευθύνης που μας αναλογεί για μια ζημιά και το φταίξιμό μας, αλλά, μη έχοντας πού να ρίξουμε αυτό το φταίξιμο, φροντίζουμε να βρούμε τον αδύνατο κρίκο, να τα φορτώσουμε όλα εκεί, όταν μάλιστα αυτός ο κρίκος βρίσκεται σε αδυναμία να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω ότι αυτό το αεικίνητο και χαριτωμένο ζωάκι, αυτή η Νυφίτσα, έδωσε το όνομά της σε αρκετούς ανθρώπους, που άλλοι και για διαφόρους λόγους, τους κόλλησαν ως παρατσούκλι τον χαρακτηρισμό «νυφίτσα», υποδηλώνοντας τον πονηρό και εύστροφο ή και αχόρταγο κ.ά. άνθρωπο. Από τότε στο χωριό μας, αλλά και σ’ όλη την Ελληνική περιφέρεια - επαρχία πολλά άλλαξαν, οι τοίχοι δεν είναι πια ξερολιθιές, τα ταβάνια και οι αποθήκες έχουν στεγανοποιηθεί, οι αργαλειοί καταργήθηκαν, γιούκοι δεν υπάρχουν, ούτε κλώσες με κλωσόπουλα... Όμως όσο και αν το επιδιώκω, έχω πολλά χρόνια να δω νυφίτσες και στο Λιδωρίκι και αλλού. Μήπως άραγε εξαφανίσθηκαν ή μήπως δεν έτυχε να δω κάποια επειδή με αποφεύγει, διότι με φοβάται για τις παλιές ζημιές που έκαναν οι πρόγονοί τους στο σπίτι μας; Ποιος ξέρει …
Νέα Μουδανιά Χαλκιδικής, 20-11-2013
Γιώργος Ριόλας
Αντιστράτηγος ΕΛ.ΑΣ. ε.α.
No comments:
Post a Comment