11.7.13

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΛΩΝΟ

 

Του Νικου Βατοπουλου

Υπάρχουν αθηναϊκές «ήπειροι» μακρινές και ανοίκειες. Μακρινές κατ’ αναλογία του δικού σου ειδικού σημείου. Πάντα εκπλήσσομαι όταν ανακαλύπτω τις πολλές αθηναϊκές «ηπείρους» και αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο δεν είναι η δική μου έλλειψη αναφοράς και σύνδεσης αλλά η θέα μιας άλλης, αυτόνομης κοινωνίας, τόσο μακάριας, πλήρους και αδιάφορης για την δική μου «αναπηρία».

Ετσι, ένιωσα πριν από λίγες ημέρες όταν οδήγησα ώς τον Κολωνό. Προορισμός μου ήταν το θέατρο «Επί Κολωνώ», ένα παλιό σχολείο στην οδό Ναυπλίου, που εδώ και αρκετά χρόνια έχει μετατραπεί επιτυχώς σε μία εστία πολιτισμού. Είχα ξαναπάει, αλλά είχε περάσει καιρός. Ακολούθησα την διαδρομή. Πλατεία Καραϊσκάκη (no man’s land), Αχιλλέως (γκρίζα έρημος), Λένορμαν (γλυκόπικρη μνήμη), στροφή στην οδό Πέτρας. Εφτασες στον Κολωνό.

Είχαν περάσει περίπου έξι χρόνια από μία φωτογραφική μου εξόρμηση στην παλιά αυτή γειτονιά. Την είχα βρει, τότε, γοητευτική μέσα στην αντιφατική παραδοξότητά της, σπαρακτική μέσα από την μοναχική αυτοτέλειά της. Τώρα, παρκάροντας σε ένα δρόμο που ακούει στο όνομα της Πύλου, έπρεπε να διασχίσω με τα πόδια ένα δρομάκι τόσο δα για να φτάσω στο θέατρο. Δεν είδα πώς λεγόταν το σοκάκι, που ήταν δεν ήταν τριάντα μέτρα σε μήκος. Αριστερά και δεξιά υψώνονταν πολυκατοικίες, από αυτές που χτίστηκαν τα τελευταία λίγα χρόνια πριν από την κρίση. Με τα ημικυκλικά μπαλκονάκια, με τις εξωτερικές σωληνώσεις, με τα ψευδο-κλασικά κιγκλιδώματα αλουμινίου, με τα έξι-επτά πατώματα, χωρίς ρετιρέ, μονοκόμματες και άκαμπτες. Κοιτούσα αριστερά και δεξιά καθώς βάδιζα προς το θέατρο, μέσα σε μία ατμόσφαιρα γειτονιάς, με παιδιά στον δρόμο, με ένα κύριο με φανέλα και λάστιχο να καταβρέχει, με βαριεστημένες γυναίκες στα μπαλκόνια. Σαν παιχνίδια αφημένα εδώ και εκεί, ήταν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα των ενοίκων μέσα στις εισόδους των ψηλών πολυκατοικιών, εκεί όπου θα μπορούσαν να είναι μικρές πρασιές και που τώρα, πέντε-έξι Ι.Χ. κάλυπταν όλη τη νοητή είσοδο αφήνοντας μία λωρίδα ελεύθερη προς την κεντρική εξώθυρα, να μπεις κατευθείαν με το κλειδί στο χέρι.

Μα, έτσι δεν είναι παντού σε όλες τις γειτονιές, αναρωτήθηκα απαντώντας καταφατικά στην μοναχική μου ρητορική ερώτηση. Αλλά, εδώ στον Κολωνό, μία από τις πιο αυθεντικές παλιές συνοικίες, ξεκομμένη από τον κορμό της Αθήνας, τεμαχισμένη από τις γραμμές του τρένου, η θέα της ασφυκτικής ζωής έριχνε μακριές σκιές. Ψηλά, όμως, πράσινα μπαλκόνια κατάφορτα μου άνοιξαν πάλι την καρδιά, αλλά καθώς είχα φτάσει ήδη στο θέατρο, άφησα πίσω τις σκέψεις για τις πολυκατοικίες και την στενή ζωή και το βλέμμα μου μαγνητίστηκε από ένα σπιτάκι.

Αν πάτε στο «Επί Κολωνώ», θα το δείτε αριστερά του θεάτρου. Σπιτάκι 100 ετών τουλάχιστον, μονώροφο, μια σούδα αυλή, τσακισμένο από τον χρόνο, αλλά ασβεστωμένο. Πάνω από τα γκρίζα παραθυρόφυλλα, ο ασβέστης είχε περάσει τη φρίζα με τις ρομαντικές γιρλάντες, κακότεχνες αλλά γλυκές, ένας μάστορας στα 1910 τις είχε βάλει με καμάρι. Aλλά αυτό που μου έμεινε, ήταν ότι σε αυτό το σακατεμένο σπιτάκι υπήρχε ζωή. Είχε σουρουπώσει για τα καλά, αλλά είχε ακόμη σκοτάδι στο σπίτι. Από μέσα, όμως, άκουγα τα γέλια.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7/7/13

pisostapalia.blogspot.gr

No comments: