ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ
Ο μπάρμπα Πέτρος Κοράκης , πρώτος αριστερά , δίπλα ο γιος του Γώργος , ο..Βώττας , απ’ τον Κονιάκο και ο μπάρμπα Θανάσης Λατσούδης ( τα στοιχεία του..κατσικιού , δυστυχώς , δεν τα έχουμε ) , φυσικά μόνο ο Γιώργος βρίσκεται στη ζωή και είναι και μια χαρά , και έτσι να είναι πάντα…
* *
Στο Λιδορίκι , λίγο μετά το Αλωνάκι , πηγαίνοντας προς τις Λάκκες , στο δεξιό μέρος του δρόμου , απέναντι ακριβώς απ’ την τότε Αστυνομία , που στεγαζόταν στο Καψαλαίϊκο σπίτι , ήταν μια απ’ τις ωραίες , παραδοσιακές , που θα’λεγαν κάποιοι φίλοι μας , Λιδορικιώτικες ταβέρνες της δεκαετίας του ‘50 , που λένε πως έφταναν τον αριθμό 13 , γρουσούζικος μεν , πραγματικός δε..το όνομά της : “ Οινοκρεοπωλείον τα πέντε Φ “ …
Τα Πέντε Φ , λοιπόν , στεγάζονταν στο ισόγειο του Ανεσταίϊκου σπιτιού , και ήταν ιδιοκτησίας δυο ξαδερφιών , του Πέτρου και του Μήτσου Κοράκη . Θα αναρωτιέστε βέβαια τι ακριβώς σήμαινε αυτό το πέντε Φ , να σας το πω για να μη σπάτε το μυαλό σας …Σήμαινε : Φίλε , Φέρε , Φίλους , Φάε …Φύγε , τόοοοσο απλό …
Yπήρχε ακόμα και ένα ταμπλό , ένα πινακάκι στον τοίχο , που έγραφε την παρακάτω προτροπή – προειδοποίηση της …Διεύθυνσης του καταστήματος , προφανώς ..
“ Όταν έχεις φίλε , πίνε
κι’ αν δεν έχεις , πάλι πίνε ,
μα αν έχεις και δεν ..δίνεις
να μην έρχεσαι να..πίνεις …”
Το “ ρητό “ αυτό ήταν κρεμασμένο φάτσα – κάρτα όπως έμπαινες στο μαγαζί , επάνω στο μεσότοιχο που χώριζε το μαγαζί απ’ την κουζίνα .
Η ταβέρνα συστεγαζόταν και με το..κρεοπωλείο , της ίδια επιχείρησης και δεν είχε υπαλλήλους , εξυπηρετούνταν απ’ τα δυο ξαδέρφια , τον Πέτρο , που είναι στην παραπάνω φωτογραφία , ο πρώτος από αριστερά , και τον Μήτσο …στην κάτω φωτογραφία ..
..και βέβαια ο καθένας τους είχε συγκεκριμένα καθήκοντα . Ο Μήτσος π.χ , ήταν επί του..εσωτερικού , μαγείρεμα , σερβίρισμα , τραγούδι κλπ ,σαν να λέμε υφυπουργός εσωτερικών ,αλλά και..πολιτισμού , το γιατί θα το πούμε παρακάτω .
Ο Πέτρος , έσφαζε τα ζώα , τα λιάνιζε και πουλούσε το κρέας , βοηθούσε βέβαια κι’ αυτός στο σερβίρισμα και τις άλλες εσωτερικές δουλειές , αλλά είχε την αποκλειστικότητα , στους μεζέδες , κοκορέτσια , σπληνάντερα , κοντοσούβλια κλπ , και μιλάμε για ..εφέτη στους μεζέδες , είχε να το πει όλος το χωριό και όχι μόνο , γιατί την εποχή εκείνη ,που δεν υπήρχε ο παραλιακός δρόμος ,όλα τα πούλμαν με τους τουρίστες που πήγαιναν από Δελφούς στην Ολυμπία και αντιστρόφως , περνούσαν αναγκαστικά απ’ το Λιδορίκι .
Πλησιάζοντας στην ταβέρνα , “ λιποθυμούσαν “ οι άνθρωποι απ’ τις θεσπέσιες ..μυρωδιές του κοκορετσιού και του σπληνάντερου , άκουγαν και τον μπάρμπα Πέτρο να διαλαλάει την πραμάτεια του , με τη χαρακτηριστική του φράση : “ Δεν πούλαει τ΄μανούλα τ’ “ σε άψογη Λιδορικιωτορουμελιώτικη διάλεκτο , και κάνανε μια στάση , δοκίμαζαν , αν περνούσαν για πρώτη φορά , και όποτε ξαναπερνούσαν ήξεραν και άραζαν για μεζεδάκι …
Αν μάλιστα ήταν τυχεροί , και έπεφταν πάνω σε..” μουσικό διάλειμμα “ του Μήτσου , απολάμβαναν και την υπέροχη ..απέραντη , τενορίσια φωνή του , κάτι σαν του..Παβαρότι , αν όχι..καλύτερη ..
Έξω λοιπόν απ΄τα 5Φ , και πάνω στο πεζοδρόμιο υπήρχε η κλασσική ταβερνιάρικη ψησταριά , όπου γίνονταν οι..” σπονδές “ και όσοι..αρταίνονταν μια φορά , ..κόλλαγαν , για να μιλάμε και λίγο..σύγχρονα .
Όσοι μέναμε εκεί γύρω , Καψαλαίοι , Βουλγαραίοι , Πετραίοι , και Καλαπτσαίοι , μεθάγαμε καθημερινά απ’ τις Κορακαίϊκες ευωδιές , την τσίκνα των μεζέδων..αυτό γινόταν τις καθημερινές , τις απογευματινές ώρες , αλλά τις Κυριακάδες , είχε και..πρωινή παράσταση , μετά τη λειτουργία φυσικά ..και στις πρωινές ..παραστάσεις , έβλεπες ουρά την πιτσιρικαρία , με το πενηνταράκι στο χέρι , να περιμένουν στη σειρά λες και θα’ παιρναν..αντίδωρο , με τόση ευλάβεια ..περιμέναμε … αλλά και τι μεζέ όμως τρώγαμε…, τι κρουασάν , τι..πίτσες και παραμύθια , μιλάμε για..Θεϊκά εδέσματα …
Για όσους φίλους κατάγονται από..Βρυξέλλες , Λονδίνο , Παρίσι και άλλες επαρχιακές πόλεις και δεν γνωρίζουν πως ακριβώς γίνονται ( όχι πως ..τρώγονται )το κοκορέτσι , το σπληνάντερο και οι..γαρδούμπες , σας έχουμε την άνευ διδασκάλου μέθοδο.., δείτε…
* *
Το ίδιο βέβαια νταραβέρι , γινόταν και λίγο μετά το Αλωνάκι , λίγο πριν απ΄τη Βαθιά , εκεί δεξιά , πάνω στο δρόμο , μπροστά στο Σφετσαίϊκο , υπήρχε μια μουριά και ακριβώς από κάτω της ένας φούρνος παλαιοτάτου..τύπου (..πραγματικά παραδοσιακός ..όχι…μαϊμού ..) όπου “ έψαινε “ , έτσι το λέγαμε τότε το..” έψηνε “ , τους ίδιους μεζέδες ο μπάμπα Κώστας ο Κόκκινος , ο Βελούλας , ο πατέρας του Γιώργου του Ντάη , όπως τον λέγαμε , οπότε γίνονταν και εκεί…στάσεις και ουρές..μετά στη Βαθιά ήταν ο Σερεντέλος , παραπέρα ο Καπποθανάσης και τέλος ο Γιώργος ο Κουτσούμπας , όλοι τους “ μαστόρια “ στους μεζέδες ..και για να χρησιμοποιήσουμε και ένα τίτλο κινηματογραφικού έργου : “ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ( ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΔΕΣ ) ΗΤΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ “…
Μιλήσαμε όμως για πολλά και ξεχάσαμε τα..” πέντε Φ “ , πως ήταν μέσα , ποιοί πήγαιναν και έπιναν τρώγοντας και το μεζεδάκι τους ..
H ταβέρνα λοιπόν ήταν ένα μέτριο σε μέγεθος δωμάτιο που είχε και πίσω ένα στενό άλλο χώρο που ήταν η κουζίνα . Όπως μπαίναμε λοιπόν απ’ το δρόμο , γιατί ήταν πάνω στο δρόμο , έβλεπες αριστερά στο βάθος , το παλιό ξύλινο ψυγείο με τα κρέατα , και δίπλα του το κούτσουρο που κόβουν τα κρέατα , τα τσιγκέλια , τα μαχαίρια και όλα τα χρειαζούμενα εργαλεία , στο δεξιό μέρος υπήρχε ένα κενό στον μεσότοιχο μια πόρτα δηλαδή αλλά χωρίς..” πόρτα “ ένα κενό δηλαδή , για να επικοινωνούν με την κουζίνα . που όπως είπαμε ήταν πίσω .
Στον υπόλοιπο χώρο , υπήρχαν μερικά παλιά τραπεζάκια με τις κλασσικές ψάθινες καρέκλες με πυκνόπλεχτο “ ραγάζι “..
Το μαγαζί , εκτός απ’ τα σουβλομεζεδάκια , κοκορέτσι , σπληνάντερο και κοντοσούβλι , διέθετε και μαγειρεμένα , κοκκινιστά , πατσά , γίδα βραστή κλπ , και άλλα πικάντικα μεζεδάκια , για να πίνουν οι..” ταχτικοί “ το κρασί τους .
Από πελατεία , υπήρχε η τακτική αλλά όλοι οι Λιδορικιώτες άνθρωποι της ταβέρνας , έδιναν το παρών , σε όλες τις ταβέρνες εκ περιτροπής . Τακτικός με δικό του..στασίδι ήταν ο μπάρμπα Μήτσος Τσιάντας , ο ένας απ’ τους δυο “ τσοπάνηδες μαναράδες” , που μάζευαν κάθε πρωί τις οικόσιτες γίδες , και τις απασχολούσαν μέχρι αργά το απόγευμα , έτσι ώστε οι νοικοκυρές να είναι ελεύθερες να κάνουν τις δουλειές τους .
Μόλις σχόλαγε τη δουλειά του ο μπάρμπα Μήτσος , πήγαινε κατευθείαν σπίτι του , πίσω απ’ την εκκλησία την Παναγία , ξεφόρτωνε τα πουρνάρια απ’ το γάϊδαρό του τα πουρνάρια που είχε κόψει , και έφευγε..” σφαίρα “ για τα 5 Φ , όχι ότι βιαζόταν μη χάσει το..στασίδι του , όχι βέβαια , οι θέσεις αυτές ήταν “ αριθμημένες “ , κάτι σαν τα …διαρκείας στα γήπεδα , αλλά έτρεχε γιατί βιαζόταν να πιάσει…δουλειά …
Θα πρέπει εδώ όμως να πούμε , πως τα 5 Φ , αλλά και οι άλλες ταβέρνες , δούλευαν και τα πρωινά , τα μεσημέρια δηλαδή , γιατί καθημερινά το Λιδορίκι εκείνη την εποχή , πνιγόταν στον κόσμο , αφού έρχονταν απ’όλα τα γύρω χωριά , της Δωρίδας και ήταν και πάρα πολλά , 54 αν δεν κάνω λάθος .
Όλος αυτός ο κόσμος , που ανάλογα με την απόσταση του χωριού τους , είχαν ξεκινήσει νύχτα για να προλάβουν να κάνουν τις δουλειές τους , κάποια στιγμή θα ήθελαν να κολατσίσουν , να πιουν και ένα ποτηράκι , παρέες παρέες όπως έρχονταν , αλλά και με άλλους φίλους που αντάμωναν , και αυτό γινόταν σε όλες τις Λιδορικιώτικες ταβέρνες , αλλά και στα εστιατόρια του Παπαώάννου – Ναϋλον και Γαρδίκη …
Όπως έχουμε ξαναπεί , το κάθε μαγαζί , παντοπωλείο , στο Λιδορίκι είχε και την δική του πελατεία , μάλιστα για να κυριολεκτούμε , είχε τα..” χωριά ¨” του , το γιατί βέβαια δεν το γνωρίζω , το ίδιο λοιπόν σύστημα , ακριβώς , ίσχυε και για τις ταβέρνες , κάθε ταβέρνα είχε μεν τους δικούς της ταχτικούς μουστερήδες , αλλά έρχονταν και..περαστικοί , από άλλες ταβέρνες , ειδικά όταν μάθαιναν πως άνοιξε κανένα καινούργιο βαρέλι ..
Με την ευκαιρία θα πρέπει επίσης να πούμε πως όλες οι Λιδορικιώτικες ταβέρνες “ έβαζαν “ δικά τους κρασιά , με μούστο όμως που αγόραζαν από Δεσφινιώτες ή Διστομίτες κρασάδες , κυρίως όμως απ’ τους “ Σφουντούρηδες “απ’ τη Δεσφίνα , που εξακολουθούν να τροφοδοτούν με μούστο και κρασί τους χωριανούς μας . Βέβαια την εποχή εκείνη , είχαμε αμπέλια και οι Λιδορικιώτες , αλλά όχι για τόση μεγάλη παραγωγή , απ’ τη λίμνη όμως και μετά , τα αμπέλια μας είναι στον..” και τπάτο “ της λίμνης .
Οι Κορακαίοι κατάγονταν απ’ τον Κόκκινο , το Λούτσοβο όπως παλιά το λέγανε το χωριό , οπότε όλοι απ’ το Λούτσοβο και τα γύρω χωριά , ήταν πελάτες τους , όπως και το Σερεντέλο , που ήταν απ’ τη Μάκρυση , Μακρινή ..
Πρώτος όμως και καλύτερος πελάτης ήταν ο μπάρμπα Μήτσος ο Τσιάντας , που μάζευε κάθε πρωί τις γίδες του χωριού και τις απασχολούσε , μέχρι αργά το απόγευμα . Ο μπάρμπα Μήτσος , ήταν ψηλός , με σγουρά κατάμαυρα μαλλιά , που μερικές μπούκλες τις έριχνε μπροστά στο μέτωπο , και όταν φορούσε την τραγιάσκα του κρέμονταν απέξω..
Είχε δυο κομμάτια καταγάλανου ουρανού για..μάτια , και το υπόλοιπο μέρος των ματιών του ήταν κατακόκκινο , λες και είχε κλάψει ώρες ..είχε ασταθές βάδισμα , και όταν περπατούσε έγερνε λίγο προς τα εμπρός και φυσικά φόραγε τα κλασσικά για την εποχή “ ντρίλινα “ ρούχα και “ λαστιχοπέδιλα “ , φτιαγμένα από “ βακέτα “ , ένα σκληρό και χοντρό δέρμα και για σόλα είχαν κομμάτι από λάστιχο αυτοκινήτων , ρόδα δηλαδή , αθάνατο , αλλά και..ασήκωτο πράμα…δείτε..
Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ….
No comments:
Post a Comment