16.1.13

Ο ΘΕΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ  ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ 

Του  Αλέκου  Παπανδρέου

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Απ το πρωί είχαμε ανέβει με το λεωφορείο το 38 στη θεία μου. Όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Μόνο η γιαγιά έμενε σπίτι.Δεν ήθελε μετακινήσεις. Μη με ενοχλείτε έλεγε. Θα περάσω μια χαρά.Είχε παρέα και τον αδελφό της μέχρι το απόγευμα που έφευγε για τη δουλειά του. Μετρ σε νυχτερινό κέντρο. Απ τα επώνυμα, απ αυτά που δε σήκωνε πολλές μαγκιές και φιγούρες. Με επώνυμους από τζάκι. Τέλος πάντων .......  Φτάσαμε λοιπόν στη θεία. Είχα και ξαδέρφη. Ένα χρόνο μικρότερη 9 εγώ 8 αυτή. Σ αυτήν την ηλικία ούτε μυστικά δεν έχεις να εμπιστευτείς. Αργότερα αρχίζουν αυτά με τα πρώτα σκιρτήματα. Κι από μυστικά δόξα τω Θεώ Αργότερα  είχαμε και εμπιστευτήκαμε πολλά.

Εξοχή ήταν λοιπόν. Στα πόδια του Υμηττού. Λίγα σπίτια μερικές βίλλες και κάποια διάσπαρτα μαγαζιά. Ο θείος μου  ο Γρηγόρης είχε ένα απ αυτά. Παντοπωλείο. Φάτσα δεξιά. Και δίπλα  αριστερά ένα μεγάλο άδειο άχτιστο οικόπεδο. Εκεί που κάποια χρόνια αργότερα έγινε ένα πανέμορφο για την εποχή του Super Market, συνέχεια του παντοπωλείου που λέγαμε.Πριν απ αυτό όμως το οικόπεδο ήταν ένα ιδανικό γήπεδο μπάσκετ. Για ποδόσφαιρο πηγαίναμε απέναντι στα δυο άδεια συνεχόμενα που ήταν και πιο μεγάλα. Με το Βασίλη και το Θόδωρο, τον Τάσο το Νούλη κι άλλα παιδιά μαζευόμαστε  για παιχνίδι. Και μια και καλάθι δεν υπήρχε διαθέσιμο, η παιδική μας ευρηματικότητα μας οδήγησε να πάρουμε ένα μικρό άδειο ξύλινο τετράγωνο καφάσι, που αν θυμάμαι καλά έπαιρνε μέσα δύο  ή τρία κεφάλια τυρί, να ανέβουμε σε ένα παλιό τραπέζι και να το καρφώσουμε στον τοίχο του διπλανού σπιτιού. Καρφιά, ένα σκεπάρνι που κάποιος έφερε απ το σπίτι του  και το γήπεδο μας ήταν έτοιμο. Μονό θα παίζαμε άλλωστε.

Αυτό το παντοπωλείο ήταν ότι λέει ο τίτλος του. Παντοπωλείο. Είχε τα πάντα. Ακόμα και κάτι γυάλινα πελώρια βάζα γεμάτα καραμέλες, Τενεκέδια κουτιά με μπισκότα, Ακόμα και κουμπιά θυμάμαι και κλωστές και πάτους για παπούτσια και βερνίκια και οδοντόκρεμες και σαπούνια και απορρυπαντικά και λαχανικά και πατάτες τα πάντα. Μέχρι και μπακαλιάρο παστό που είχα μια τρέλα παιδί πράμα να κόβω κομμάτια και να τον τρώω ωμό.Τον θυμάμαι να με βλέπει να τρώω μπακαλιάρο και να μου λέει γελώντας θα λυσσάξεις με τόσο αλάτι. Κονσέρβες, γάλατα ζάχαρες και σακιά με όσπρια με τη σέσουλα. Και μια ζυγαριά με τα δράμια της και μια μεγάλη ζυγαριά  στο δάπεδο. Εκεί πάνω λοιπόν στη ζυγαριά μας ανέβαζε παιδιά πράγμτα  Μας έβαζε πάνω ρύθμιζε τα βαρίδια της κι έβγαζε το απόφθεγμα.  Πως πάχυνες έτσι. Εκατό κιλά έγινες. Κοίταγα εγώ και τρελαινόμουνα, δεν μπορεί να είμαι εκατό κιλά. Μέχρι να καταλάβω ότι πάταγε το πόδι πάνω στη ζυγαριά και με βάραινε για να μου κάνει πλάκα. ΚΙ ύστερα γελούσε απ τα βάθη της καρδιάς του. Μας έδινε και μπισκότα γεμιστά με σοκολάτα ή φράουλα ή μπανάνα, μας έδινε  και μια σακούλα πράγματα και μας έλεγε τραβάτε μέσα στη θεία για να στρώσει τραπέζι.

Κι ο θείος Γρηγόρης λοιπόν γελούσε. Ήταν όμορφος. Όταν λέμε όμορφος το εννοούμε. Με κυματιστά μαλλιά, φλογερά μάτια, ένα μουστακάκι σήμα κατατεθέν της εποχής και ένα πλατύ χαμόγελο κι ένα χαρακτηριστικό κενό ανάμεσα στα δυο επάνω μπροστινά δόντια. Θα γίνω πλούσιος έλεγε γι ‘αυτό έχω το κενό Και μαγείρευε. Τέλεια. Τι βραστά τι κοκκινιστά, τι ψητά και κάτι ψάρια όνειρο,ότι τράβαγε η καρδούλα σου. Και καθάριζε με τις ώρες τα κόκκαλα για να μη μας κάτσουν στο λαιμό. Τα πρωινά στο μαγαζί έριχνε μια ματιά αν ήταν κανένας πελάτης και μετά έφευγε απ την πίσω πόρτα πήγαινε στο σπίτι, που ήταν κολλητά, έμπαινε απ την πόρτα της κουζίνας έριχνε μια ματιά στο φαί πάνω στην πετρογκάζ και πάλι στο μαγαζί. Ίσαμε δέκα φορές μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό. Το μεσημέρι έκλεινε το μαγαζί για να ξανανοίξει το απόγευμα. Πήγαινε μέσα για ένα μπάνιο γιατί ήταν το χούι του το μπάνιο. Τέτοια καθαριότητα ούτε σε κλινική. Και μετά ξάπλωνε για να κοιμηθεί. Μπα. Ούτε που έκλεινε μάτι. Μας φώναζε τα δυο μικρά και άρχιζε να μα λέει ιστορίες απ τον πόλεμο. Ποιον πόλεμο δηλαδή. Δώδεκα χρονών ήταν στον πόλεμο. Αλλά εκείνος μας διηγόταν ιστορίες, ηρωικές. Με αντάλλαγμα τι; Λίγο οινόπνευμα στις γάμπες του που του πόναγαν απ την ορθοστασία και δώστου εμείς οινόπνευμα και τρίψιμο και δώστου εκείνος ιστορίες πολέμου. Υποβρύχια αεροπλάνα κατάσκοποι όλα μαζί Το υποβρύχιο είχε φτάσει μέχρι το χείμαρρο του χωριού του  για να τον παραλάβει και να τον πάει στην Αίγυπτο, άσχετο αν ο χείμαρρος ήταν ένα ξεροπόταμο της συμφοράς κι εμείς νομίζαμε ότι ήταν τουλάχιστον σαν το Δούναβη ή τον Τάμεση, Δεν θυμάμαι αν συνάντησε και τον Τσώρτσιλ. Αλλά τον είχα ικανό να μας το είχε πει.Πάντως με κάθε σοβαρότητα μου έλεγε, Ρώτα και τον πατέρα σου ,  μαζί πήραμε το ραδόκαστρο.Έτσι άκουγα. Ραδόκαστρο Και ρώταγα ο δυστυχής τι είναι αυτό το ραδόκαστρο. Άμα μεγαλώσεις θα μάθεις. Μου λέγανε είναι απόρρητο. Και ζούσαμε με το εθνικό μυστικό κρυμμένο στα βάθη του μυαλού μας,. Κι εμείς χαζεύαμε μικρά παιδιά και δώστου ρωτάγαμε και απορούσαμε και τρίβαμε. Μέχρι που  στο τέλος κοιμόμασταν εμείς. Ώσπου κάποια μέρα έμαθα για το μεγάλο απόρρητο. Το περίφημο ραδόκαστρο που μαζί είχαν πάρει στον πόλεμο ήταν το περίφημο κουραδόκαστρο. Μ άλλα λόγια παραμύθια

Μας σκέπαζε λοιπόν με μια κουβέρτα πάνω στην ντιβανοκασέλα και τράβαγε ξανά για το μαγαζί.

Μέχρι να νυχτώσει. Κατέβαζε τα ρολά εκείνα τα διχτυωτά έβαζε το λουκέτο έκλεινε τη τζαμόπορτα κι απ την πίσω πόρτα τράβαγε για το σπίτι. Να κάνει μπάνιο φυσικά, να κοιμηθεί γιατί απ τα αξημέρωτα έπρεπε να κατέβει στην κεντρική αγορά για λαχανικά.

Πρωτοχρονιά. Τραπέζι γιορτινά στρωμένο, ο θείος είχε μαγειρέψει ήδη , οι θειες μου και η μάνα μου κουβάλαγαν και οι άντρες, φίλοι κουμπάροι, συγγενείς είχαν ήδη μπει στο τριπάκι της χαρτοπαιξίας. Για το καλό. Το χαρτοπαίγνιο είναι πάντα για το καλό. Απ τις 8 ξεκινάγανε για το καλό. Και δώστου μπόμπα χαρακίρι και πάσο και ντούκου και τα βλέπω και δικαίωμα και ρέστα  και φτου σου ξεφτιλισμένο, το 8άρι περίμενα και δεν ήρθε και φτιάξε ένα καφέ και λίγο νερό ρε παιδιά κοράκιασα, Μια μικρή διακοπή για να μπέι ο νέος χρόνος και συνέχεια στο παιχνίδι. Τέσσερις το πρωί κι είδα με τα μάτια μου – απορώ πως ήταν ακόμα ανοχτά – έναν απ τους παίχτες να σηκώνεται να πηγαίνει στο νεροχύτη, γιατί το καρέ είχε στηθεί στην μεγάλη κουζίνα του σπιτιού, να παίρνει  μια κουταλιά καφέ ελληνικό μια κουταλιά ζάχαρη, να τα βάζει στο στόμα κι από πάνω ένα ποτήρι νερό. Ο πρώτος Ελληνικός στιγμιαίος καφές είχε εφευρεθεί.Και τα άλλα τα κουφά. Γόπα από τσιγάρο, σβησμένη, να ισιώνεται με προσοχή, να καρφώνεται το φίλτρο με οδοντογλυφίδα και να καπνίζεται. Πάθος η χαρτοπαιξία. Για το καλό πάντα.

Πέντε τα χαράματα. Περίπτερο στην περιοχή ανοιχτό ούτε για πλάκα, Έφυγε ο κουμπάρος ο Γιαννάκης- έτσι τον λέγαμε- πήρε το Ρόμελ, ένα σκαραβαίο απ τον πόλεμο που τον είχε κάνει κούκλα γιατί έπιαναν τα χέρια του, Πάω για τσιγάρα. Ήρθε μετά μια ώρα με μια σακούλα γεμάτη πακέτα. Πήγα Σύνταγμα είπε. Εκεί βρήκα. Και ξανάκατσε για συνέχεια στο παιχνίδι. Για το καλό είπαμε. Ο θείος δεν έπαιζε. Σχεδόν ποτέ. Δεν ήταν  καντέμης. Μάλλον καλός παίχτης δεν ήταν, Αμ κι ο πατέρας μου που ήξερε, μήπως κέρδισε ποτέ του; Πάντα μια η άλλη μας έλεγε ή λίγα έχασα. Για το καλό πάντα.

........Κι εμείς τα παιδιά ξεραινόμασταν στον ύπνο. Όταν κάποιος σηκωνόταν για τουαλέτα, του λέγανε ρίξε μια ματιά στα παιδιά. Κοίταγε απ την πόρτα της κρεβατοκάμαρας μας έβλεπε ότι ήμασταν καλά  ξαναπήγαινε στο καρέ. Μια φορά ένα φίλος έξυπνος άνθρωπος μας είδε ξέσκεπα.  Πήγε στο τραπέζι. Όλα καλά είπε μόνο πους τις ασκεπής. Έπεσε το γέλιο με το λογοπαίγνιο κι ύστερα κάποια μάνα σηκώθηκε ήρθε και σκέπασε τον πόδα τον ασκεπή.

Κατά το μεσημέρι, ακόμα έπαιζαν. Οι γυναίκες που τη νύχτα κουτσά στραβά είχαν βολευτεί για ύπνο κι εμείς τα παιδιά που μας κοίμιζαν με το ζόρι σηκωθήκαμε. Το καθιερωμένο γιορτινό τραπέζι ήταν πάλι έτοιμο. Ο θείος πάλι κάτι είχε φτιάξει. Εκείνος σηκωνόταν χαράματα. Απαραίτητα βραστό. Για το λαιμό. Βέβαια τα δικά του δεδομένα έλεγαν περισσότερο κρέας και λιγότερο ζωμό, αλλά ήταν σούπα. Βάλσαμο, ειδικά για τους καπνιστές που όλη νύχτα ο λαιμός τους είχε γίνει τσαρούχι απ τα τσιγάρα.

Ως συνήθως τρώγαμε με βάρδιες. Τα γυναικόπαιδα παρόντα αλλά οι παίχτες –για το καλό- ερχόντουσαν με βάρδιες.Τους έβλεπα να είναι έτοιμοι να πέσουν απ τη νύστα με τα γένια τους να έχουν βγει, αλλά το χαρτί χαρτί. Για το καλό είπαμε.

Το απόγευμα κάποια στιγμή το πατιρντί ελάμβανε τέλος. Μαζεύαν τα χαμένα τους και έληγε η συνεδρίαση. Άλλη μια φορά για το καλό. Τα μαζεύαμε κι εμείς μπαίναμε στη σαβουρίτσα μας και πηγαίναμε για το σπίτι, όπου η γιαγιά είχε έτοιμο φαγητό. Τώρα πως ο πατέρας μου μετά τη χαρτοπαιξία και το ξενύχτι κατάφερνε να πάει την άλλη μέρα για δουλειά αυτό ήταν ένα θαύμα. Μάλλον επειδή έπαιζαν για το καλό.

Κυριακές ανοιξιάτικες ανεβαίναμε οικογενειακώς παίρναμε και τη γιαγιά αυτή τη φορά μαζί. Κυριακές ερχότανε.Να δει τη μάνα της. Ήταν 100 χρονών η μαμά της. Έζησε άλλα 12. 112 πέθανε αποδεδειγμένα κιόλας. Μας γνώριζε όλους κι έβγαινε σε ένα παραδεισένιο κήπο που είχε και πότιζε. Ναι πότιζε 100 χρονών. Μας έλεγε και την ευχή μου παιδιά μου, τα χρόνια μου να πάρετε κι ύστερα καθόταν σε ένα ντιβανάκι με ένα μικρό κομπολογάκι κι ένα τρανζίστορ δίπλα της να παίζει. Έτρωγε λιτά και κουβέντιαζε με τις δυο της κόρες τη γιαγιά μου και την αδελφή της.

Οι υπόλοιποι καθόμασταν στον κήπο μετά από ένα γερό τσιμπούσι όπου ο θείος όπως πάντα είχε κάτι εκλεκτό φτιάξει. Τα παιδιά γυρίζαμε στον κήπο ή βγαίναμε έξω στο δρόμο για να συναντηθούμε με τα γειτονόπουλα να παίξουμε να μιλήσουμε να κάνουμε τα δικά μας βρε αδελφέ σαν παιδιά. Όταν μαζευόμασταν  στον κήπο ήταν για να ρωτήσουμε αν υπήρχε κανένα ραδόκαστρο άπαρτο κι εκείνος δεν αρνιόταν, αλλά πάντα πριν μας διηγηθεί την επόμενη ηρωική ιστορία του έπρεπε απαραιτήτως να κάνει μια πλάκα. Δεν μπορούσε. Έπρεπε. Πήγαινε λοιπόν στο πίσω μέρος του κήπου έκοβε ένα μακρύ κλαράκι από ένα απ τα δεκάδες φυτά που τον στόλιζαν, ερχόταν σιγά σιγά πίσω από κάποια απ τις γυναίκες της συντροφιάς χωρίς να τον πάρουν είδηση και της γαργαλούσε τ αυτί.. Η αντίδραση όταν νιώσεις κάτι στ αυτί σου είναι απίστευτη. Πετάγεσαι σαν ελατήριο. Η μόνιμη επωδός βέβαια, ήταν άντε να χαθείς Γρηγόρη, γιατί το ξέρανε ότι κάποια στιγμή θα τους την έκανε. Τα γέλια που κάναμε δεν περιγράφονται. Χαμός Κι ύστερα πίναμε, οι μεγάλοι δηλαδή, καφέ και έβγαζε η μεγάλη θεία η Ελένη γαλακτομπούρεκο και για μας έβγαζε ένα βάζο με γλυκό βερίκοκο και μας το έδινε και το τσακίζαμε. Γιατί τέτοιο γλυκό βερίκοκο ούτε ξανάφαγα ποτέ ούτε πρόκειται να ξαναφάω. Απλά δεν υπάρχει. Κι οι πλάκες συνεχιζόντουσαν κι η ζωή μας όμορφη και χαρούμενη. Δεν πέρναγαν από μέσα μας οι δυσκολίες των γονιών μας, ή μας τις έκρυβαν, για να μη μας επιβαρύνουν.

Πάμε ταβέρνα. Το κάναμε Κυριακές μεσημέρι. Έτσι απροετοίμαστα. Πάμε; Πάμε. Και στο ερώτημα που πάμε ερχόταν η απάντηση. Στον Κοπανά από πίσω. Και δώστου άντε να χαθείς κι εκείνος γελούσε γιατί η πλάκα πλάκα αλλά το εννοούσε ότι θα πηγαίναμε σε μια ταβέρνα σε μια περιοχή που λεγόταν Κοπανάς.Κι εκεί στην Ταβέρνα με το στυλάκι του με ένα χαρακτηριστικό σκούρο καφέ σακάκι με χοντρές ρίγες το πουκαμισάκι του μια ψιλή γραβατούλα κι  ένα πουλοβεράκι χωρίς μανίκια πήγαινε στην κουζίνα για να δει τι καλύτερο θα βρει να παραγγείλουμε. Γιατί ήξερε κι έκοβε το μάτι του.Και τρώγαμε τα καλύτερα και περνάγαμε μπέϊκα που λέει ο λόγος.

Άλλες εποχές άλλα ήθη. Ανοιχτές καρδιές. Χαμόγελα. Έλεγες καλημέρα και το ένοιωθες. Δε θυμάμαι ποτέ κανένα να τον ρωτάς τι κάνεις και να μη σου λέει καλά είμαι ή δόξα τω Θεώ. τώρα ρωτάς κι όλοι απαντάνε με κάποια φιλοσοφία του τύπου, δε βαριέσαι, έχω υπάρξει και καλύτερα , υπομονή κάνω, προσεχώς καλύτερα, κάνω εντύπωση και τέτοιες βλακείες, απόδειξη μιας κοινωνίας που παραπαίει.Κι ο θειος μου το ‘ λεγε πάντα δόξα τω Θεώ καλά είμαστε. Είμαστε. Όχι είμαι. Είμαστε. Γιατί μίλαγε για όλους. Κι ας μην πήρε ποτέ το ραδόκαστρο. Για μας ήταν ήρωας.

No comments: