9.10.13

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 


Εκεί, πίσω από την πολυκατοικία [Μαυρομματαίων 39], πάνω από τις αποθήκες, ήτανε οι ταράτσες όπου πήγαιναν οι γυναίκες και άπλωναν τα ρούχα οι γυναίκες. Και έξω από την ταράτσα ήτανε λαμαρίνες, όπου ήτανε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Η είσοδος του συνεργείου ήτανε από την Πατησίων […] Μια μέρα, λοιπόν, μεσημεριανή μάλλον ώρα ήτανε, ακούμε φασαρία και βλέπουμε την πολυκατοικία μας να περικυκλώνεται από τους Γερμανούς, και μετά πυροβολισμοί, μπαμ!  μπαμ! μπαμ!… ΄Ητανε ένας Έλληνας  κατάσκοπος… Ναι, ο Τσιγάντες!  […] Εκεί θυμάμαι, λοιπόν, ότι όταν έμπαινες στο συνεργείο  είχε κάτι σκαλάκια και είχε κάτι σαν γραφειάκι, να το πούμε έτσι, και ήταν αυτός εκεί δεν ξέρω πόσες μέρες. Τον προδώσανε και πήγανε οι Γερμανοί, σκότωσε αυτός κάνα δυο, μου φαίνεται,  και σκοτώθηκε κι αυτός… (Σ. Μ.)
Εκεί ήταν το στρατηγείο της ΕΣΠΟ [στην οδό Πατησίων, κοντά στην πλατεία Ομονοίας]. Η ΕΣΠΟ ήταν μια οργάνωση Ελλήνων γερμανόφιλων οι οποίοι βοηθούσαν υποτίθεται τους Γερμανούς. Οπότε, μια ημέρα, δεν θυμάμαι αν ήταν πρωί ή απόγευμα, εγώ με κάποιους φίλους είμαστε εδώ στη γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου, ακούστηκε ένας κρότος φοβερός. «Τι να είναι, τι να είναι;». Κάποια οργάνωσις είχε βάλει δυναμίτες και τίναξε την ΕΣΠΟ στον αέρα…(Ν. Β.)
Εμείς, δεξιά οικογένεια, αυτά δεν τα συζητάγαμε, και η συζήτηση στο σπίτι ήτανε ότι, «Κοιτάχτε να δείτε τι πάθανε όσοι μπλέχτηκαν μ’ αυτό το θέμα». [Τον Εμφύλιο;] Την Κατοχή και την Αντίσταση... και τον Εμφύλιο. [Η οικογένεια αποσιωπούσε και την Αντίσταση ακόμα;] Το ’55 ήμουν δέκα χρονών, δεν συζητάγαμε αυτά τα πράγματα σπίτι, έτσι; Γιατί ο παππούς μου είναι... στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μέχρι το ’35, το ’35 γίνεται Διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας και παραμένει διοικητής μέχρι το ’44, δηλαδή ένα χρόνο πριν απ’ τον Μεταξά, και στη διάρκεια του Μεταξά και στη διάρκεια της Κατοχής… [Δεν πεινάσατε, δηλαδή, στην οικογένεια...] Πεινάσανε πάρα πολύ, διότι ο παππούς ήτανε της θεωρίας ότι, επειδή έχουμε κάποια θέση, δεν εκμεταλλευόμαστε τη θέση μας. Η γιαγιά μου, η μητέρα της μητέρας μου, έχασε γύρω στις τριάντα οκάδες στη διάρκεια της πείνας, έμεινε... ενώ ήτανε κυρία Διοικητού… και λέγεται στην οικογένεια ότι το πάρκινσον που άρχισε από τότε, το έπαθε λόγω της... αυτής... Και μετά ο παππούς μου είναι βουλευτής με τον Παπανδρέου στις εκλογές του ’50 και Υπουργός Γεωργίας του Παπανδρέου και μετά επειδή τσακώνονται με τον Παπανδρέου [...] πέρασε στον Παπάγο και ήτανε βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού και μετά του Καραμανλή μέχρι το ’56… Το ’58 δεν βγήκε.

Υπήρχε όμως, όπως σε κάθε οικογένεια, και η πλευρά η αριστερή, δηλαδή ο αδελφός της γιαγιάς μου, τα παιδιά του, φοιτητές τότε, περνάνε στην ΕΠΟΝ. Είναι η οικογένεια Αντωνόπουλου, ο Φαίδωνας ο Αντωνόπουλος, ΕΠΟΝ  Πολυτεχνείου… είναι η ομάδα Φαράκου Ξενάκη, αυτή η ομάδα… και είναι ένοπλη υποστήριξη στα «χωνιά», που φωνάζουν τα παιδιά στο Πολυτεχνείο. Και τον πιάνει η Ειδική Ασφάλεια σε μια μάχη που γίνεται για να υποστηρίξει τα «χωνιά» στο Χημείο του Κράτους, γιατί τραυματίζεται –έχει δυο πιστόλια, και κρατάει για να φύγουν τα παιδιά– τον πιάνουνε και τον σκοτώνουνε με βασανιστήρια στην οδό Ελπίδος, στο Αρχηγείο της Ειδικής Ασφάλειας. Η αδελφή του, η θεία μου Δανάη Αντωνοπούλου – Ψιλοπούλου, είναι και αυτή στην ΕΠΟΝ, αλλά σε άλλη αποστολή εκείνες τις μέρες. Αυτό πέφτει σαν βόμβα στην οικογένεια, και αυτό που περνάει σε μας, μικρά παιδιά, είναι «Κοιτάχτε να μην εμπλακείτε σε αυτά τα πράγματα». Κάναμε παρέα με τα ξαδέρφια μας [...] τους βλέπαμε στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, στη γιορτή του παππού μου, που έρχονται όλο το σόι, κ.λπ., αλλά είναι σε απόσταση… Κι εμείς αρχίζουμε και μπαίνουμε σ’ αυτή τη διαδικασία φοιτητές πλέον, δηλαδή το να ρωτάμε, κ.λπ. Και με τη χούντα τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή και κατέληξα εγώ να γράφω γι’ αυτά που δεν θέλανε να ανακατευτώ ποτέ στη ζωή μου. Και όλο μου το σόι από εκείνη την πλευρά, τη δεξιά, μελαγχόλησε που εγώ έκανα αυτό που έκανα και μου λέγανε, «Τι είναι αυτά που κάνεις». Το άλλο σόι ήτανε ευτυχές!... (Π.Π.)

Σηκωνόμουνα νωρίς το πρωί –εξήμισυ, επτά– και πήγαινα [να διαβάσω] μέσα στο Πεδίο του Άρεως, σ’ ένα χώρο κυκλικό  –υπάρχει ακόμα αυτός ο χώρος, είναι πίσω από τα αγάλματα των Ηρώων– καθόμουνα σε ένα παγκάκι και διάβαζα ήσυχα, όμορφα κι ωραία. Πηγαίνω, λοιπόν, μια μέρα, και βλέπω σ’ ένα παγκάκι ξαπλωμένο έναν άνθρωπο, μ’ ένα παλτό τυλιγμένο. Και κάποια στιγμή […] αυτός είτε πρέπει να ξύπνησε είτε να αντελήφθη την παρουσία μου […] και ήλθε να μου μιλήσει –να μου ζητήσει, δε νομίζω– και πιάσαμε κουβέντα, και μου ’κανε εντύπωση η ειλικρίνειά  του… Τον κυνηγούσαν οι Γερμανοί […] Τον λυπήθηκα τόσο πολύ και του λέω […] στα πλυσταριά […] ήτανε οι σκάφες οι μαρμάρινες… εκεί τα βράδια θα κοιμάσαι, υπό την προϋπόθεση ότι θα προσέξεις πολύ […] και το πρωί θα φεύγεις, πολύ πρωί! Μου λέει, Εντάξει. Πήγα, λοιπόν, στο σπίτι, βρήκα κάτι παλιοκουβέρτες, τις έστρωσα εκεί στο πλυσταριό, προσπάθησα να βάλω λίγο νεράκι δίπλα […]

Αν είχε μαγειρέψει η μάνα μου τίποτα –αν όχι την πρώτη φορά, τη δεύτερη–, αν είχε μαγειρέψει κάτι να φάει… Δηλαδή, τι να φάει! Δεν έπαιρναν καν είδηση ότι έμπαινε στο πλυσταριό… απ’ τη διπλανή πόρτα [έμπαινε]… Δεν τον είχε δει ποτέ να μπαίνει κι ούτε να βγαίνει! Η μάνα μου, λοιπόν, κάτι μυρίστηκε. «Πού το πας αυτό;» Κάτι είπα εγώ, δε θυμάμαι τι δικαιολογία… «Ίιιι, τι πήγες κι έκανες! Να φύγει αμέσως! Άμα μας πιάσουν θα μας καθαρίσουν κι εμάς!»  «Μα-μου», εγώ, «Τίποτααα!!»... Τρεις-τέσσερις μέρες θα κράτησε αυτή η ιστορία, δε νομίζω περισσότερο, σηκώθηκα ένα βράδυ και του το’ πα… Μου λέει, «Εντάξει, σ’ ευχαριστώ πάρα-πάρα πολύ, τρεις τέσσερις μέρες κοιμήθηκα σαν άνθρωπος» –μέσα στη σκάφη κοιμήθηκε, τελοσπάντων!– κι έφυγε […]  Τον βλέπω και –δεν είχε ακόμα λήξει πόλεμος– και…  ένα δακτυλίδι με ένα κόκκινο ρουμπίνι… και  μου λέει: «Παρ ’το να με θυμάσαι». «Δεν θα το πάρω», του λέω […] Νέος, καμιά πενηνταριά, σαρανταπέντε […] Όχι δεν είχε, δεν είχε μουστάκι… Ένα ήρεμο πρόσωπο, συμπαθητικό πρόσωπο… Σαν τον Μπελογιάννη… (Σ. Μ.)
Ακριβώς στην είσοδο του Πανελληνίου, εκ πλαγίων, στην οδό Ευελπίδων, εκεί που μπαίνεις στο κολυμβητήριο, εκεί, λοιπόν, κάποια στιγμή διαπιστώνω ότι είναι Γερμανοί και Ιταλοί, μικτή περίπολος, η οποία ελέγχει χαρτιά […] Και δεν μπορώ να διακρίνω, από τη Μαυρομματαίων όπου βρίσκομαι, μέχρι το ύψος εκείνο, τι ακριβώς γίνεται. Εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι κοιτάζουνε χαρτιά κι ότι έγινε κάτι αξιοσημείωτο εκεί. Ορισμένους, λοιπόν, τους αφήνουνε και φεύγουνε,  κι ένας κατεβαίνει τοίχο-τοίχο […] προς την κατεύθυνση της Μαυρομματαίων, ένα νέο παλικάρι τριάντα χρονών, είκοσι οκτώ, ο οποίος κάθε λίγο και λιγάκι γυρίζει και κοιτάζει προς τα πίσω. Το πέρασε το μπλόκο, ναι, είδανε τα χαρτιά του, ξέρω ’γω τι είδανε, και προχώρησε. Και φωνάζει ένας –Γερμανός ήτανε; Ιταλός;– «Αλτ, αλτ!», κι αυτός αντί να σταματήσει, περπατάει πιο γρήγορα. Φωνάζουν πιο δυνατά, «Αλτ! Αλτ!!». Αυτός στρίβει και βγαίνει στη Μαυρομματαίων  πλέον! Οι Γερμανοί τρέχουν πιο γρήγορα και τον προλαβαίνουν σε μιαν απόσταση εκατό μέτρων…

«Αλτ!», δε σταματάει! Βγάζει ο Γερμανός το περίστροφο, ο Ιταλός πάει να τον χτυπήσει στην πλάτη το Γερμανό, να τον ηρεμήσει, βαράει αυτός και τον χτυπάει στο πόδι. Αυτός, ο νεαρός, τον θυμάμαι, έτσι κούτσα-κούτσα με το ένα πόδι, προχωράει. Κάνει ο Ιταλός έτσι, πιάνει από το μπράτσο το Γερμανό, Άντε να σηκωθούμε να φύγουμε. Και προχωράει ο Γερμανός, περπατώντας σιγά-σιγά… Λέω, πάει να τον βοηθήσει, ποιος ξέρει. Και είδα αυτό που δεν περίμενα. Πηγαίνει πάνω απ’ το κεφάλι του και –νταν! νταν! νταν! –τον καθαρίζει… Και γύρισε ήρεμος και… Μαζεύτηκε εκεί κόσμος, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, κι ανοίξανε μια τρύπα και τον θάψανε στο χώρο αυτό, δίπλα ήτανε το Πεδίο του Άρεως, στην επέκταση, ας πούμε, σ’ αυτό που είχε γίνει το θέατρο, σ’ αυτό το χώρο, το θέατρο του Χατζίσκου, ε; Ναι, ναι, του Χατζίσκου το θέατρο! […] Ε, πέρασαν τα χρόνια κι όταν φτιάχνανε του Χατζίσκου το θέατρο σκάβανε και τον βρήκανε, «Ένας σκελετός! Ποιος είναι αυτός ο σκελετός;»… Έμενα ακόμα Μαυρομματαίων, και σηκώθηκα και τους είπα την ιστορία. Όχι, δεν εξιχνιάστηκε ποτέ το όνομά του, τίποτα γι’ αυτόν, ποτέ… Σκληρά πράγματα, σκληρά… (Σ. Μ.)
Οι Γερμανοί,  το ’44, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας… Το’44 θα ’τανε, πριν φύγουνε... Ο πατέρας μου έχει πάει να ψωνίσει… Τι λέω τώρα; Να ψωνίσει! Πήγαινε, έψαχνε ο φουκαράς να βρει τίποτε να φέρει! Σου-ψου με τη μάνα μου εγώ, Έχει, λέει, πάει ο πατέρας σου να… και, λέει, Έχουνε πιάσει, λέει, Έλληνες  εκεί πέρα, πολλούς… Περνάει η ώρα, περνάει η ώρα, δεν εμφανίζεται ο πατέρας μου… Αποφασίζω και πηγαίνω σ’ αυτό το χώρο –μέσα από το Πεδίο του Άρεως, μέσα από το χώρο του Γκρην Παρκ, μέσα από τα δέντρα– και προσπαθώ να διακρίνω, να δω τον πατέρα μου, τον οποίο δεν βλέπω, γιατί είναι πολύς κόσμος […] εκατό, εκατό πενήντα, διακόσιοι… Εκείνο όμως που με συγκλόνισε ήταν οι Γερμανοί με τα καπέλα τους! […] Οι Έλληνες; Οι Έλληνες καθόντουσαν ήρεμοι… δηλαδή, τι ήρεμοι, τελοσπάντων,  χεσμένοι… και, ξαφνικά, μέσα από ένα αυτοκίνητο  βγαίνει ένας με κουκούλα… Είναι μια συγκλονιστική  σκηνή, που δεν έχω δει ποτέ μου… Και τους παίρνανε… Ο πατέρας μου δεν ήτανε ανάμεσα σ’ αυτούς […] Κι όταν πήγα στο σπίτι, είχε γυρίσει ο πατέρας μου. Ήτανε μεταξύ αυτών στο μπλόκο, αλλά την είχε βολέψει… (Σ. Μ.)

πηγή

 πίσω στα παλιά

No comments: