Η Αθηνά τα απογευματινά καλοκαίρια καθόταν στο πλατύσκαλο του σπιτιού τους.
Όταν έπεφτε ο ήλιος από την πόρτα που κοιτούσε στη δύση.
Εφερνε μαζί της ένα μαξιλάρι κεντημένο, σταυροβελονιά και γεμισμένο βαμβάκι.
Χαμογελούσε στα παιδιά που έπαιζαν κουτσό, τα μήλα και όσες φορές
από λάθος η μπάλα έπεφτε πάνω της, γελούσε!
Όχι σαν τις άλλες καρακάξες που έβριζαν και έσκουζαν… μη τύχη και
λερώσουν το φόρεμα!
Εκείνη χαμογελούσε και συμμετείχε!
Η Βάσω η αδελφή της ήταν ακάματη. Δρόσιζε τα λουλούδια που είχε στους χρωματιστούς τενεκέδες.
Σαν τέλειωνε την απογευματινή λάτρα έφερνε ένα καλαθάκι με κουλούρια και μπισκότα φτιαγμένα από τα χέρια της Τ’ απίθωνε στην ποδιά της Αθηνάς και σαν εναρκτήριο λάκτισμα τρέχαμε να πάρουμε τις λιχουδιές.
Εκείνα τα μπισκότα που τα «έκοβε» από τη ζύμη με το ποτήρι του κρασιού και έβαζε ένα άσπρο αμύγδαλο ήταν το καλύτερο μου!
Οταν μυρίζω μπισκότο θυμάμαι τη Βάσω.
Το σπίτι τους ήταν το αρχοντικό της γειτονιάς. Φτιαγμένο από τον πατέρα τους προίκα των κοριτσιών.
Το ρέλι του πεζοδρομίου επιμελώς ασπρισμένο.
Εκεί παίζαμε τα «τσιγκάκια».
Μαζεύαμε καπάκια από τις μπύρες, τα μπιράλ, τις πορτοκαλάδες…
Ο καθένας είχε το γούρι του.
Ξεκινούσαμε από την αφετηρία και με τον μεσαίο.. δάχτυλο βοηθούμενο από τον αντίχειρα σπρώχναμε το καπάκι, που ήταν γυρισμένο ανάποδα προσπαθώντας να μη ξεφύγει από τη γραμμή!
Οποιος έφτανε στο τέλος ήταν ο νικητής!
Είχε έπαθλο ένα επί πλέον μπισκότο!
Παλαμάκια η Αθηνά!
Εκεί είχε γίνει και το στέκι μας.
Όταν σου γελάνε εκεί τρέχεις…..
Η Βάσω στο δωμάτιο με το παράθυρο είχε το κρεβάτι της κατάκοιτης μάνας της να ακούει τις φωνές των παιδιών ανακατεμένες με τα τραγούδια του ραδιόφωνου… Ζωή Φυτούση.. Σούλη Σαμπάχ..
Μαίρη Λω… Μαρούδας.
Οι ρόμπες τους ραμμένες από την Φιλιώ τη μοδίστρα της γειτονιάς με μια τσέπη στα δεξιά και ζώνη από το ίδιο ύφασμα.
Δεν ξέρω αν είχαν συγγένεια.. μόνες ήταν.. με τις γειτόνισσες έκαναν παρέα.
Η Βάσω ψηλή.. λιγνή και σβέλτη σαν τον άνεμο.
Η Αθηνά πιο στρουμπουλή και δυσκολευόταν να σηκωθεί.
Σαν βράδιαζε άρχιζαν οι εντολές των μανάδων.
«Μέσα για φαγητό και πλύσιμο! Αντε να ξεραθείτε να ησυχάσουμε… και να κάνετε το σταυρό σας!!»
Μέχρι να μαζευτούμε η πιτσιρικαρία η Βάσω έβγαζε δυο πάνινες πολυθρόνες σε βυσσινή χρώμα. Οι μανάδες μας έπαιρναν τα καρεκλάκια και η πόρτα των «κοριτσιών» μάζευε τις περισσότερες.
Άφηναν να φτύνουν τσόφλια από τους πασατέμπους
και τους ηλιόσπορους κάτω.
Οικογένεια δεν αξιώθηκαν..
Αργότερα μας διηγόταν η μάνα σαν μεγαλώσαμε.
Καμιά φορά η Βάσω τους έλεγε:
«Βρε ο Θεός όπως μου το έδωσε έτσι θα του το παραδώσω παρθένα!»
Οι περισσότερες την μάλωναν γιατί ακόμα ήταν τριάντα πέντε χρονών.
«Και μη γελιέστε βρε.. ποιος θα με πάρει με μάνα κατάκοιτη και την Αθηνούλα μου; Αν είναι για τους παράδες δεν θέλω μάτια μου, μήτε βαρυγκωμώ. Ότι σου τάζει η ζωή να το χαίρεσαι! Και η χαρά μου είναι τα γελάκια των παιδιώνε σας, τα τραγούδια, τα βιβλία και καμιά φορά το πιάνο που φοβάμαι μην ενοχλώ. Ολες καλή τύχη να έχετε και να καμαρώνετε τα παιδιά σας!»
Στο γάμο μου η Βάσω έκλαιγε από χαρά!
Η Αθηνούλα φορούσε ένα καπέλο από οργαντίνα… με το ολόλευκο της φόρεμα ήθελε να είναι παρανυφάκι….
Η Αθηνά με το σύνδρομο Down..Που ήξερε να γελάει αθώα και να χτυπά παλαμάκια με τον κρότο της χαράς…




No comments:
Post a Comment