Η πολυκατοικία αυτή ήτανε η πρώτη που έγινε εκεί στην οδό Μαυρομματαίων, Μαυρομματαίων 39 […] Και γύρω-γύρω –γιατί η πολυκατοικία ήτανε μεγάλη– είχε πολλές αποθήκες, εξωτερικές, κάθε μία στον κάθε ένα ενοικιαστή ή ιδιοκτήτη, όπου άφηνε τα ξύλα του […] και κατέβαινε η υπηρέτρια, ή οι υπηρέτριες, γιατί οι υπηρέτριες ήτανε πολύ σύνηθες φαινόμενο… [Υπήρχαν σπίτια με δύο υπηρέτριες;] Αμέ, με τέσσερις! Επί παραδείγματι, του Δημητριάδη. Ο Δημητριάδης είναι ο ιδιοκτήτης […] της πολυκατοικίας, και μάλιστα όχι αυτός, η γυναίκα του, η Αλίκη Δημητριάδου […] Η γυναίκα του ήτανε η κόρη του Παπαστράτου, του Γιάννη του Παπαστράτου […] Αυτός; Αυτός έπαιζε πάρα πολύ καλό τένις! Δεν αρκεί; […] Κάποτε τσάντισε τη μάνα μου, τσάντισε κι εμένα πιτσιρικά και σηκώθηκα κι έφυγα [...] Γιατί κηρύχτηκε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος […] κατετάγη και αυτός, ο Δημητριάδης, στο στρατό. Έφευγε κατά τις δέκα η ώρα από το σπίτι του και κατά τις δύο, αφού πέρναγε πρώτα από το τένις, γύρναγε στο σπίτι του […] Έτσι πολέμησε στην Αλβανία, κατάλαβες; […] Λοιπόν, έλεγε [η Δημητριάδη] στη μάνα μου, «Ο Νίκος δεν μπορεί να πάει και να πολεμήσει στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, στις πέτρες επάνω, που έχει συνηθίσει σε παπλώματα μεταξωτά [...] Προσφέρει άλλου είδους υπηρεσίες, αλλά όχι τέτοια. Αυτά είναι για τα σκληρά παιδιά, είναι για τα παιδιά από τα χωριά, που βάζουνε μια πέτρα προσκεφάλι και κοιμούνται και ροχαλίζουνε. Ο Νίκος μου θα μπορούσε ποτέ να βάλει το κεφάλι του σε μια πέτρα και να κοιμηθεί;»… (ο Σ. Μ., γενν. στην Κυψέλη το 1933)
Νίκησε ο Χίτλερ […] και κατέβηκε και μπήκε μέσα η στρατιά περνώντας από την οδό Πατησίων, συντεταγμένη με βήμα, χωρίς μουσική, χωρίς τίποτα και σε μια δεδομένη στιγμή κάποιος γύρισε το κεφάλι του και είδε το σπίτι μας που είχε νεραντζιές, με κάτι νεράντζια που είχαν αρχίσει και κοκκινίζανε και στο τέλος της γραμμής σπάει η παρέλαση των Γερμανών και χυμάνε να κόψουνε, νομίζανε ότι είναι πορτοκάλια, τα νεράντζια τα οποία κατεβάσανε από τον τοίχο του κήπου και τα δαγκώνανε. Ποιος ξέρει τώρα… ή πεινασμένοι ήτανε ή φρούτα νομίζανε… (η Λ. Μ., γενν. στην Αθήνα το 1930)
Αλλά εκείνο που μου είναι έντονο είναι, όταν μπήκαν οι Γερμανοί μέσα, μόλις είχα τελειώσει το Γυμνάσιο και είχα πιάσει μια ψευτοδουλειά κάπου, και την ημέρα που μπήκανε οι Γερμανοί ή μάλλον την άλλη μέρα, πρέπει να μπήκανε Κυριακή… ναι… και δεν πήγα στη δουλειά αυτή, δεν ήθελα…. Πήγαινα Φωκίωνος Νέγρη μόνη μου και καθόμουνα και σκεφτόμουνα πώς θα είναι η ζωή μας από δω και πέρα. (Φ. Λ.)
Αν φοβόμασταν; Στην αρχή όχι, γιατί δεν ξέραμε. Μετά, φόβοοο… Ααα! Γιατί ακούγαμε, βλέπαμε! Εγώ ακόμα έχω στα μάτια μου όταν ανοίξανε ένα μαύρο αυτοκίνητο […] και είχανε πετάξει τα πτώματα όλα μέσα και ήτανε το ένα έτσι το άλλο έτσι, τα βλέπω τώρα, και ήρθανε να πάρουνε έναν πεθαμένο, τον πετάξανε κι αυτόνε μέσα, κλείσανε την πόρτα, δρόμο […] Ή περπατούσες στο δρόμο, πέρναγε ο άλλος πάλι πιο μπροστά κι ώσπου να πάει αυτός είχε πέσει χάμω, είχε πεθάνει κιόλας, δηλαδή πείνα […] Ναι, και είχανε ομαδικούς τάφους στο τρίτο νεκροταφείο ανοίξει μεγάλους και […] ξέρεις τώρα, όλοι μέσα, σκέπασέ τους, ασ’ τους, ψάχνε εσύ να βρεις τον άνθρωπό σου, δεν υπήρχε περίπτωση […] Θέλω να σου πω, όλο με το φόβο. Αφού έβγαινες έξω και έλεγες, Θα ξαναγυρίσω; […] Και μια μέρα ξυπνήσαμε και είχανε χαθεί όλοι οι Εβραίοι, ναι χαθήκανε […] Κανένας, όλοι είχανε φύγει, η Στρινίκα. η Μπουτόν, όλες τις χάσαμε […] και σηκωθήκαμε και δεν υπήρχανε. Και μια μέρα στο Χολαργό, όπως κατεβαίναμε εμείς, είδα μία, τη Στρινίκα. Μόλις την είδα την Εβραία, «Ιιιι, μου λέει, μην πεις τίποτα που με είδες, μην πεις τίποτα!», φοβόντουσαν τους Γερμανούς, τους πιάναν οι Γερμανοί, αμ! Είχαμε το φόβο, σου ’πα εγώ, πάντα ο φόβος, παντού! (η Θ. Σ., γενν. στην Κυψέλη το 1930)
Στην πολυκατοικία ήτανε κι ένας Σ… […] Περίεργη οικογένεια, ο σύζυγος ήτανε γουνέμπορος, αλλά ποτέ δεν είδα να πουλάει γούνες, ούτε μαγαζί. Η γυναίκα του ήτανε μια πανέμορφη Ελληνογαλλίδα [παύση] Και είχε και δυο γιους. Ο ένας είναι της ηλικίας της δικιάς μου [του 1933], ένα πάρα πολύ έξυπνο παιδί. Ο άλλος, θα μπορούσαμε να τον πούμε, ανενδοίαστα, γόη. Αυτός ήτανε ο Κώστας. Ο Κώστας είχε γραφτεί στη Γερμανική Σχολή, διότι είχανε γεννηθεί στη Λειψία […] κι όταν μπήκανε οι Γερμανοί εδώ, πήγε με το μέρος των Γερμανών και έγινε καταδότης […] Μάλιστα κάποτε, επειδή ο Κώστας ήτανε πολύ μικρότερος από τον πατέρα μου, ο πατέρας μου, τώρα, μιλούσε ελεύθερα σε ένα παιδί, και του είχε πει, «Ό, τι και να λες, Κώστα, οι Γερμανοί είναι δικτατορία, είναι εγκληματίες…». Τον άκουσε προσεκτικά ο Κώστας –θυμάμαι ήτανε στο σπίτι κάτω, όπου καθόμασταν, στο ημιυπόγειο έμενα εγώ– και του είπε: «Κυρ Γιώργη, ξέρεις πόσο σε σέβομαι. Αν ξανακούσω μία κουβέντα τέτοια, σε καταδίδω στους Γερμανούς»… [Ο Κώστας είναι πόσο χρονών τότε;] Δέκα επτά, δέκα οκτώ ετών… Οπότε ο πατέρας μου από τότε το βούλωσε, γιατί αυτός ήτανε ανενδοίαστος […] Εν πάση περιπτώσει, τέλειωσε ο πόλεμος […] Τον κυνηγούσανε και οι Γερμανοί –γιατί, τι γινότανε; Ορισμένους απ’ αυτούς που έβρισκε δεν τους κατέδιδε, γιατί έπαιρνε λεφτά κι αυτό ήτανε μια προδοσία κατά των Γερμανών–, τον κυνηγούσανε και οι Εγγλέζοι, τον κυνηγούσε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ […] και η νόμιμη κυβέρνησις Παπανδρέου! […] Κατάφερε κι έφυγε από την Ελλάδα πριν τον συλλάβουνε και σηκώθηκε και πήγε σ’ έναν θείο του στο Λίβανο, στη Βηρυτό […] Ήτανε γουνέμπορος αυτός εκεί κάτω… (Σ. Μ.)
No comments:
Post a Comment