14.3.15

ΜΙΑ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΣΣΑ ΣΤΟ…ΠΑΡΙΣΙ !!

     ΑΛΗΘΙΝΕΣ  ΙΣΤΟΡΙΕΣ

  

  Να το  έχετε καλά  στο  νου  σα  , αγαπημένοι  μου  φίλοι , πως  όταν βρεθείτε  στο  εξωτερικό μα  ελληνική  παρέα , πως  πρέπει  να  προσέχετε  πολύ  καλά  τι  λέτε , αποφεύγοντας  τα…” γαλλικά “ , γιατί  ποτέ  δεν  ξέρει κανείς που θα ..πέσει … ΄

   Διαβάστε  φίλοι  μου  ένα  πραγματικό  περιστατικό , που  έλαβε  χώραν στην  πόλη  του  φωτός , το  μοναδικό  Παρίσι …

   Σωτήριον  έτος  1965 , υπηρετούσαμε  με  τον  αδελφό μου  στο  Λιδορίκι στην  ΑΤΕ  και  ζούσαμε  μαζί  με  τη  μάνα της  την Αγγελική , ή..Κικούλα  όπως  τη  λέγανε , το  γιατί…άγνωστο .΄Ένα  μεσημέρι  λοιπόν  εκεί που τρώγαμε , μας  ανακοίνωσε  πως  μια  πρωτοξαδέλφη  μας  που  ζούσε μόνιμα  στο  Παρίσι , γέννησε και  την  παρακάλεσε  να  πάει  για  λίγο  καιρό να  της  κάνει  παρέα , αφού  δεν  είχε  κανένα  δικό  της  . Αποφασίστηκε  λοιπόν  αμέσως ,  να  πραγματοποιηθεί το  ταξίδι  και  μάλιστα  με …ανοιχτή  ημερομηνία  επιστροφής…

   Άρχισαν οι  σχετικές  προετοιμασίες , ενώ  παράλληλα η  μάνα  μας  “ φρόντισε ‘ να  μαθευτεί  στο..Λιδορίκι  και  τα  γύρω  χωριά , πως  θα  πάει  στο  Παρίσι , και  άρχισε  μάλιστα να  γράφει παραγγελίες  συγγενών , φίλων  , γειτόνων αλλά  και  απλών  γνωστών , σε  ένα  μπλοκάκι που  θα  το έπαιρνε μαζί  της …

   Ήρθε  κάποτε  η  μέρα , έφυγε  η  μάνα  μας , με  ένα  τετράδιο  γεμάτο  παραγγελίες από…καρφίτσα  μέχρι ομπρέλες , αρώματα , κολόνιες , ρούχα , υφάσματα κι’ ό,τι  μπορεί να  βάλει  ο  νους  σας , μια  θεια  μας  μάλιστα που…” μεγαλοπιανόταν “ παράγγειλε  μια  εξάδα  ποτήρια  ΜΠΑΚΑΡΑ , πανάκριβα , γιατί  εκεί  έλεγε στη  μάνα  μου , Κικούλα  μου  θα  τα  βρείτε  πάμφθηνα …

   Έφτασε  η  μάνα  μας  με  το  καλό , ταξίδεψε σιδηροδρομικώς ,  και  άρχισε να  εγκλιματίζεται , στη  αρχή  παρέα  με την  ανιψιά  της και  σιγά – σιγά  , αφού…ξεθάρρεψε  λίγο , μόνη της . Μια  φορά  δε  τη  βδομάδα μας  έγραφε  τις  εντυπώσεις  της  περιγράφοντα τα  πάντα  με  ένα  απίθανο λογοτεχνικό  τρόπο  που  έκανε  σε  όσους  διάβαζαν  τα  γραφόμενά  της  τρομερή  εντύπωση , γιατί θα  πρέπει  να  σας  πω , πως  η  μάνα  μας  όπως  και  όλα  σχεδόν  τα  κορίτσια  της  εποχής της δεν ..πολυείχαν  πάει και σχολείο , γιατί  οι  γονείς  τους  δεν  τις  άφηναν , η  μάνα  μου  πάντως ήξερε  και  έγραφε και  διάβαζε , αλλά είχε  ένα χιούμορ  που.. τσάκιζε…κόκκαλα , κάτι που  κληρονόμησε  και  σε  μας …

 

Η σχωρεμένη  η  μάνα  μας  , αριστερά , με  τη θεια  μου τη  Βιολέτα τη  Καψαλοσπύραινα , έξω  απ’ το  πατρικό  μας ..

   Σε  κάθε  λοιπόν  γράμμα  της μαθαίναμε  όλα  τα νέα  του…Παρισιού  και μάλιστα  με  εκπληκτικό τρόπο , ένα  πράγμα όμως  δεν  είχε  καταλάβει , γιατί  φαίνεται  η  ξαδέλφη  μου  δεν της  το  είχε  πει , ό,τι  δηλαδή   το  Γαλλικό  φράγκο δεν  είχε  την  ίδια  αξία  με  το  δικό  μας  φράγκο , τη  δραχμή  δηλαδή. Εκείνη την  εποχή  , αν  θυμάμαι  καλά  η  ισοτιμία δραχμής  με  φράγκο  ήταν  ένα  προς  35 ή  40 , αυτό  λοιπόν είχε  παλαβώσει  τη  μάνα  μας γι’ αυτό και  μας  έγραφε  κάθε  τόσο , πως  βρήκε το  τάδε  πράμα  σχεδόν  τζάμπα , π.χ  έβλεπε  τις  ομπρέλες στις  βιτρίνες  με  10 – 15 φράγκα και  νόμιζε  πως  κόστιζαν 10-15 δραχμές …και  γυρνώντας  στα  μαγαζιά άρχισε  να  γράφει  από  ποιο  μαγαζί  θα ψώνιζε  όταν  θα  επέστρεφε..

   Μια  μέρα  λοιπόν αποφασίσανε με την ξαδέλφη  μου να  πάνε  στις  Βερσαλλίες ή  κάπου  αλλού , κατέβηκαν  λοιπόν  στο  δρόμο , περπατήσανε  λίγο  μέχρι  τη  στάση και  περίμεναν  να  περάσει το  λεωφορείο καθισμένες  σε  ένα  παγκάκι , στο  οποίο  καθόταν και ένας  κύριος διαβάζοντας  εφημερίδα  . Κάποια  στιγμή  ήρθε το  λεωφορείο , σηκώθηκαν  και  οι τρεις κι  περίμεναν  να  ανοίξει η  πόρτα , αλλά  μόλις  άνοιξε  ο  κύριος που  καθόταν  μαζί τους  σπρώχνοντας τη  μάνα  μου  για  να  μπει  πρώτος , μπαίνοντας  λοιπόν είδαν μια  άδεια  θέση στη  μέση  του  λεωφορείου  περίπου μ και  έτρεξαν θεία  και  ανιψιά  για  να  καθίσει  η  μάνα  μου  σαν  μεγαλύτερη , έλα  όμως  που ο κύριος  είχε..αντίρρηση , και  σπρώχνοντας  πάλι βίαια τη  μάνα  περνάει  μπροστά  της και  στρογγυλοκάθεται  στο  κάθισμα , ενώ  η  ξαδέλφη  μου εξαγριωμένη  αμόλυσε  την…Ελληνικούρα  της  λέγοντας  κάπως  φωναχτά : ΦΑΕ  ΣΚΑΤΑ  ΠΑΛΙΟΚΕΡΑΤΑ ….

   Η μάνα  μας  κέρωσε…έμεινε  ξερή  απ’ τον  τρόπο  της  ανιψιάς  της και μάλιστα  την  έβαλε  πόστα , καλά  δεν  ντρέπεσαι ; τι  του  είπες  του  ανθρώπου ; και  η  ξαδέλφη  μου ήρεμη  πια ,της  απάντησε , μη  σε  νοιάζει  θεια , χαζο…Γάλλος   είναι  , που  να  ξέρει  Ελληνικά …Μετά  από  μερικές  στάσεις ο  κύριος  σηκώθηκε  για  να  κατέβη , και  μόλις προχωρούσε  προς  την  πόρτα , γυρίζει  προς  την  ξαδέλφη  μου  και  της  μιλάει  με  τον  ίδιο  τρόπο λέγοντάς  της με  άψογα  Ελληνικά  : ΦΑΤΑ  ΤΩΡΑ  ΚΑΙ  ΕΣΥ…ΚΥΡΑΜ  ΟΥ …!!!

  Οπότε καταλαβαίνετε  τι  έγινε , η  μάνα  μας , όταν  μας  περιέγραφε  τις  σκηνές που  διαδραματίστηκαν , ανέφερε κατά  λέξη : ΠΩΣ  ΌΤΑΝ  ΕΓΙΝΑΝ ΑΥΤΑ Η  ΊΔΙΑ  ΜΠΗΚΕ  “ ΣΑΡΑΝΤΑ  ΟΡΓΙΕΣ  ΜΕΣ ΤΗ  ΓΗΣ  , ΑΠ’ ΤΗΝ  ΝΤΡΟΠΗ  ΤΗΣ …

   Γι’ αυτό  λοιπόν προσέχετε  τι..λέτε …

   Όταν  ήρθε  ο  καιρός  να  επιστρέψει  στην  Ελλάδα  η  μάνα  μου , είπε  στην  ξαδέρφη  μου να  πάνε  μαζί  στα  μαγαζιά γιατί  ήθελε  να  ψωνίσει  κάποια  πράγματα , κάποιες παραγγελίες  και  κάποια  δώρα . Όταν  τη  ρώτησε  η  ξαδέλφη  μου , τι  ακριβώς  πράγματα  θέλει  να  πάρει , είχαν  ήδη  αγοράσει  τα  ποτήρια  Μπακαρά της  θειας  μου της  Άννας , της  είπε  πως  έχει  βρει  πολύ  φτηνές  ανδρικές  και  γυναικείες  ομπρέλες και  ήθελε  να  πάρει  μερικές , όπως  και  διάφορα  άλλα  είδη  για  το  σπίτι και  μερικούς  δίσκους  για  μένα , όταν τα  άκουσε  αυτά  η  ξαδέρφη  μου  έπαθε..ταράκουλο  , τι  λες  ρε  θεια  της  είπε ; Βρήκες  πάμφθηνα  πράγματα  εδώ  στο  Παρίσι , είσαι  καλά ; Για  δείξε μου τι  πράγματα  βρήκες , πράγματι  λοιπόν  άνοιξε  το  τεφτεράκι  της και της  είπε πως  είχε  βρει  ομπρέλες  από  5-10-15  φράγκα , που  στην Αθήνα  είναι  ακριβότερες , οπότε  της  εξήγησε  η  ξαδέρφη  μου , πως αυτές  που  γράφουν  15  φράγκα  , δεν  κάνουν  15  δραχμές  αλλά  450 – 500ν  δραχμές κλπ..κλπ..

   Η  μάνα  μου  η  καημένη  έμεινε  με  τη  χαρά , ευτυχώς  δε  που  είχαν  πάρει  τα  ποτήρια  που ήταν  πανάκριβα , τέρμα  λοιπόν  τα..δώρα  και  τα  ψώνια , ετοίμασαν τα  ποτήρια  σε  ένα  καλαθάκι , και από  πάνω  είχαν  βάλει  μερικά  αυγά βρασμένα , 5-6 κεφτεδάκια , λίγο  ψωμί  , μια  ντομάτα , ό,τι  χρειαζόταν  δηλαδή  για  να  κολατσίσει  στο  ταξίδι , και  από  κάτω  τυλιγμένα  τα  ποτήρια…

   Την  πήγε  η  ανιψιά  της  στο  σταθμό  των τραίνων , έκατσε  σε  μια  θέση με  το  καλαθάκι  στην  ποδιά της και  ξεκίνησαν , στο  δρόμο όμως  έκανε  έλεγχο  ο υπάλληλος για  εισιτήρια  αλλα  και  τις  αποσκευές , όταν  τον  είδε  βέβαια  η  μάνα  μου , πήγε  η  ψυχή  της στην  Κούλουρη , αλλά  δεν  έχασε το  θάρρος  της , φτάνοντας  λοιπόν ο  ελεγκτής , ρώτησε  τη  διπλανή της  αν έχει  εισιτήριο  και αν  έχει  κάτι  να  δηλώσει και  μετά  προχώρησε  και στη  μάνα  μου και τη  ρώτησε  τα  ίδια  πράγματα , η  μάνα  μου  έδειξε  το  εισιτήριο και  άνοιξε  από πάνω το  καλάθι , και  φάνηκαν τα…τρόφιμα , οπότε  ο  υπάλληλος  έσκασε  στα  γέλια …ενώ  η  μάνα  μου  κρατιόταν  με  το…ζόρι , απ’ το  φόβο …

   Έτσι  λοιπόν  έφτασαν  τα  ποτήρια  στην  Ελλάδα , πήγε  η  θεια  μου  στο σταθμό και πήρε  τη  μάνα  μου , και  η  πρώτη  κουβέντα της ήταν , Κικούλα  τα  ποτήρια  είναι  εντάξει ; Η μάνα  μου  την καθησύχασε  και  τράβηξαν  για  το σπίτι  της να  κοιμηθούνε και  την  άλλη  μέρα  αργά  το  απόγευμα , με  το  σούρουπο  θα  έφευγαν  για  Λιδορίκι .

    Πράγματι  λοιπό  , όλα  έτσι  έγιναν , αργά το  απόγευμα ξεκίνησαν  για  Λιδορίκι , και όταν  πέρασαν  την  Άμφισσα , είχε  πια  νυχτώσει  για  καλά , όπως  λοιπόν  ανέβαιναν  στις  στροφές , έβλεπε  η  θεια  μου δέντρα και  θάμνους  στο  πλάι του  δρόμου  και  ρώταγε συνέχεια τη  μάνα  μου ,τι  δέντρα  είναι  αυτά Κικούλα ;  και  η  μάνα  μου  απαντούσε , ελιές  , φιστικιές κλπ…και  πάλι  τα  ίδια  παραπάνω η  θεια  μου και η  μάνα  μου της  έδινε  τις  ίδιες  απαντήσεις , όταν  λοιπόν έφτασαν στο  χωριό , η  θεια μου  είδε  μέσα  στη νύχτα τα  πουρνάρια  στο  ρουμάνι  στου  Γυφτομαχαλά και άρχισε  πάλι  τις  ερωτήσεις , και  η  μάνα  μου  φυσικά της  έλεγε  πάλι  τα …ίδια..

   Την  άλλη  μέρα  λοιπόν  το  πρωί  σαν  ξύπνησαν , η  θεια  μου  βγήκε  λίγο στη  βεράντα και  προσπαθούσε  να  δει τις  ελιές  και  τις φιστικιές , αλλά  έβλεπε  μόνο…πουρνάρια , φωνάζει  λοιπιόν  τη  μάνα  μου και τη  ρωτάει  που  είναι οι  ελιές και  οι  φιστικιές που  της  έλεγε χθες  βράδυ και  η  μάνα  μου : καλά  Άνναμ’  δε  βλέπεις  απέναντι  τα  δέντρα ;  Κόντεψε  να  την  τρελάνει  τη  σχωρεμένη  την  θεια  μου , ώσπου  στο  τέλος  σκάσανε  και  οι  δυο   στα  γέλια …

    Καλό  σας  απόγευμα , να  είστε  όλοι καλά …..Κ.Κ.-

No comments: