ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Να το έχετε καλά στο νου σα , αγαπημένοι μου φίλοι , πως όταν βρεθείτε στο εξωτερικό μα ελληνική παρέα , πως πρέπει να προσέχετε πολύ καλά τι λέτε , αποφεύγοντας τα…” γαλλικά “ , γιατί ποτέ δεν ξέρει κανείς που θα ..πέσει … ΄
Διαβάστε φίλοι μου ένα πραγματικό περιστατικό , που έλαβε χώραν στην πόλη του φωτός , το μοναδικό Παρίσι …
Σωτήριον έτος 1965 , υπηρετούσαμε με τον αδελφό μου στο Λιδορίκι στην ΑΤΕ και ζούσαμε μαζί με τη μάνα της την Αγγελική , ή..Κικούλα όπως τη λέγανε , το γιατί…άγνωστο .΄Ένα μεσημέρι λοιπόν εκεί που τρώγαμε , μας ανακοίνωσε πως μια πρωτοξαδέλφη μας που ζούσε μόνιμα στο Παρίσι , γέννησε και την παρακάλεσε να πάει για λίγο καιρό να της κάνει παρέα , αφού δεν είχε κανένα δικό της . Αποφασίστηκε λοιπόν αμέσως , να πραγματοποιηθεί το ταξίδι και μάλιστα με …ανοιχτή ημερομηνία επιστροφής…
Άρχισαν οι σχετικές προετοιμασίες , ενώ παράλληλα η μάνα μας “ φρόντισε ‘ να μαθευτεί στο..Λιδορίκι και τα γύρω χωριά , πως θα πάει στο Παρίσι , και άρχισε μάλιστα να γράφει παραγγελίες συγγενών , φίλων , γειτόνων αλλά και απλών γνωστών , σε ένα μπλοκάκι που θα το έπαιρνε μαζί της …
Ήρθε κάποτε η μέρα , έφυγε η μάνα μας , με ένα τετράδιο γεμάτο παραγγελίες από…καρφίτσα μέχρι ομπρέλες , αρώματα , κολόνιες , ρούχα , υφάσματα κι’ ό,τι μπορεί να βάλει ο νους σας , μια θεια μας μάλιστα που…” μεγαλοπιανόταν “ παράγγειλε μια εξάδα ποτήρια ΜΠΑΚΑΡΑ , πανάκριβα , γιατί εκεί έλεγε στη μάνα μου , Κικούλα μου θα τα βρείτε πάμφθηνα …
Έφτασε η μάνα μας με το καλό , ταξίδεψε σιδηροδρομικώς , και άρχισε να εγκλιματίζεται , στη αρχή παρέα με την ανιψιά της και σιγά – σιγά , αφού…ξεθάρρεψε λίγο , μόνη της . Μια φορά δε τη βδομάδα μας έγραφε τις εντυπώσεις της περιγράφοντα τα πάντα με ένα απίθανο λογοτεχνικό τρόπο που έκανε σε όσους διάβαζαν τα γραφόμενά της τρομερή εντύπωση , γιατί θα πρέπει να σας πω , πως η μάνα μας όπως και όλα σχεδόν τα κορίτσια της εποχής της δεν ..πολυείχαν πάει και σχολείο , γιατί οι γονείς τους δεν τις άφηναν , η μάνα μου πάντως ήξερε και έγραφε και διάβαζε , αλλά είχε ένα χιούμορ που.. τσάκιζε…κόκκαλα , κάτι που κληρονόμησε και σε μας …

Η σχωρεμένη η μάνα μας , αριστερά , με τη θεια μου τη Βιολέτα τη Καψαλοσπύραινα , έξω απ’ το πατρικό μας ..
Σε κάθε λοιπόν γράμμα της μαθαίναμε όλα τα νέα του…Παρισιού και μάλιστα με εκπληκτικό τρόπο , ένα πράγμα όμως δεν είχε καταλάβει , γιατί φαίνεται η ξαδέλφη μου δεν της το είχε πει , ό,τι δηλαδή το Γαλλικό φράγκο δεν είχε την ίδια αξία με το δικό μας φράγκο , τη δραχμή δηλαδή. Εκείνη την εποχή , αν θυμάμαι καλά η ισοτιμία δραχμής με φράγκο ήταν ένα προς 35 ή 40 , αυτό λοιπόν είχε παλαβώσει τη μάνα μας γι’ αυτό και μας έγραφε κάθε τόσο , πως βρήκε το τάδε πράμα σχεδόν τζάμπα , π.χ έβλεπε τις ομπρέλες στις βιτρίνες με 10 – 15 φράγκα και νόμιζε πως κόστιζαν 10-15 δραχμές …και γυρνώντας στα μαγαζιά άρχισε να γράφει από ποιο μαγαζί θα ψώνιζε όταν θα επέστρεφε..
Μια μέρα λοιπόν αποφασίσανε με την ξαδέλφη μου να πάνε στις Βερσαλλίες ή κάπου αλλού , κατέβηκαν λοιπόν στο δρόμο , περπατήσανε λίγο μέχρι τη στάση και περίμεναν να περάσει το λεωφορείο καθισμένες σε ένα παγκάκι , στο οποίο καθόταν και ένας κύριος διαβάζοντας εφημερίδα . Κάποια στιγμή ήρθε το λεωφορείο , σηκώθηκαν και οι τρεις κι περίμεναν να ανοίξει η πόρτα , αλλά μόλις άνοιξε ο κύριος που καθόταν μαζί τους σπρώχνοντας τη μάνα μου για να μπει πρώτος , μπαίνοντας λοιπόν είδαν μια άδεια θέση στη μέση του λεωφορείου περίπου μ και έτρεξαν θεία και ανιψιά για να καθίσει η μάνα μου σαν μεγαλύτερη , έλα όμως που ο κύριος είχε..αντίρρηση , και σπρώχνοντας πάλι βίαια τη μάνα περνάει μπροστά της και στρογγυλοκάθεται στο κάθισμα , ενώ η ξαδέλφη μου εξαγριωμένη αμόλυσε την…Ελληνικούρα της λέγοντας κάπως φωναχτά : ΦΑΕ ΣΚΑΤΑ ΠΑΛΙΟΚΕΡΑΤΑ ….
Η μάνα μας κέρωσε…έμεινε ξερή απ’ τον τρόπο της ανιψιάς της και μάλιστα την έβαλε πόστα , καλά δεν ντρέπεσαι ; τι του είπες του ανθρώπου ; και η ξαδέλφη μου ήρεμη πια ,της απάντησε , μη σε νοιάζει θεια , χαζο…Γάλλος είναι , που να ξέρει Ελληνικά …Μετά από μερικές στάσεις ο κύριος σηκώθηκε για να κατέβη , και μόλις προχωρούσε προς την πόρτα , γυρίζει προς την ξαδέλφη μου και της μιλάει με τον ίδιο τρόπο λέγοντάς της με άψογα Ελληνικά : ΦΑΤΑ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΕΣΥ…ΚΥΡΑΜ ΟΥ …!!!
Οπότε καταλαβαίνετε τι έγινε , η μάνα μας , όταν μας περιέγραφε τις σκηνές που διαδραματίστηκαν , ανέφερε κατά λέξη : ΠΩΣ ΌΤΑΝ ΕΓΙΝΑΝ ΑΥΤΑ Η ΊΔΙΑ ΜΠΗΚΕ “ ΣΑΡΑΝΤΑ ΟΡΓΙΕΣ ΜΕΣ ΤΗ ΓΗΣ , ΑΠ’ ΤΗΝ ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ …
Γι’ αυτό λοιπόν προσέχετε τι..λέτε …
Όταν ήρθε ο καιρός να επιστρέψει στην Ελλάδα η μάνα μου , είπε στην ξαδέρφη μου να πάνε μαζί στα μαγαζιά γιατί ήθελε να ψωνίσει κάποια πράγματα , κάποιες παραγγελίες και κάποια δώρα . Όταν τη ρώτησε η ξαδέλφη μου , τι ακριβώς πράγματα θέλει να πάρει , είχαν ήδη αγοράσει τα ποτήρια Μπακαρά της θειας μου της Άννας , της είπε πως έχει βρει πολύ φτηνές ανδρικές και γυναικείες ομπρέλες και ήθελε να πάρει μερικές , όπως και διάφορα άλλα είδη για το σπίτι και μερικούς δίσκους για μένα , όταν τα άκουσε αυτά η ξαδέρφη μου έπαθε..ταράκουλο , τι λες ρε θεια της είπε ; Βρήκες πάμφθηνα πράγματα εδώ στο Παρίσι , είσαι καλά ; Για δείξε μου τι πράγματα βρήκες , πράγματι λοιπόν άνοιξε το τεφτεράκι της και της είπε πως είχε βρει ομπρέλες από 5-10-15 φράγκα , που στην Αθήνα είναι ακριβότερες , οπότε της εξήγησε η ξαδέρφη μου , πως αυτές που γράφουν 15 φράγκα , δεν κάνουν 15 δραχμές αλλά 450 – 500ν δραχμές κλπ..κλπ..
Η μάνα μου η καημένη έμεινε με τη χαρά , ευτυχώς δε που είχαν πάρει τα ποτήρια που ήταν πανάκριβα , τέρμα λοιπόν τα..δώρα και τα ψώνια , ετοίμασαν τα ποτήρια σε ένα καλαθάκι , και από πάνω είχαν βάλει μερικά αυγά βρασμένα , 5-6 κεφτεδάκια , λίγο ψωμί , μια ντομάτα , ό,τι χρειαζόταν δηλαδή για να κολατσίσει στο ταξίδι , και από κάτω τυλιγμένα τα ποτήρια…
Την πήγε η ανιψιά της στο σταθμό των τραίνων , έκατσε σε μια θέση με το καλαθάκι στην ποδιά της και ξεκίνησαν , στο δρόμο όμως έκανε έλεγχο ο υπάλληλος για εισιτήρια αλλα και τις αποσκευές , όταν τον είδε βέβαια η μάνα μου , πήγε η ψυχή της στην Κούλουρη , αλλά δεν έχασε το θάρρος της , φτάνοντας λοιπόν ο ελεγκτής , ρώτησε τη διπλανή της αν έχει εισιτήριο και αν έχει κάτι να δηλώσει και μετά προχώρησε και στη μάνα μου και τη ρώτησε τα ίδια πράγματα , η μάνα μου έδειξε το εισιτήριο και άνοιξε από πάνω το καλάθι , και φάνηκαν τα…τρόφιμα , οπότε ο υπάλληλος έσκασε στα γέλια …ενώ η μάνα μου κρατιόταν με το…ζόρι , απ’ το φόβο …
Έτσι λοιπόν έφτασαν τα ποτήρια στην Ελλάδα , πήγε η θεια μου στο σταθμό και πήρε τη μάνα μου , και η πρώτη κουβέντα της ήταν , Κικούλα τα ποτήρια είναι εντάξει ; Η μάνα μου την καθησύχασε και τράβηξαν για το σπίτι της να κοιμηθούνε και την άλλη μέρα αργά το απόγευμα , με το σούρουπο θα έφευγαν για Λιδορίκι .
Πράγματι λοιπό , όλα έτσι έγιναν , αργά το απόγευμα ξεκίνησαν για Λιδορίκι , και όταν πέρασαν την Άμφισσα , είχε πια νυχτώσει για καλά , όπως λοιπόν ανέβαιναν στις στροφές , έβλεπε η θεια μου δέντρα και θάμνους στο πλάι του δρόμου και ρώταγε συνέχεια τη μάνα μου ,τι δέντρα είναι αυτά Κικούλα ; και η μάνα μου απαντούσε , ελιές , φιστικιές κλπ…και πάλι τα ίδια παραπάνω η θεια μου και η μάνα μου της έδινε τις ίδιες απαντήσεις , όταν λοιπόν έφτασαν στο χωριό , η θεια μου είδε μέσα στη νύχτα τα πουρνάρια στο ρουμάνι στου Γυφτομαχαλά και άρχισε πάλι τις ερωτήσεις , και η μάνα μου φυσικά της έλεγε πάλι τα …ίδια..
Την άλλη μέρα λοιπόν το πρωί σαν ξύπνησαν , η θεια μου βγήκε λίγο στη βεράντα και προσπαθούσε να δει τις ελιές και τις φιστικιές , αλλά έβλεπε μόνο…πουρνάρια , φωνάζει λοιπιόν τη μάνα μου και τη ρωτάει που είναι οι ελιές και οι φιστικιές που της έλεγε χθες βράδυ και η μάνα μου : καλά Άνναμ’ δε βλέπεις απέναντι τα δέντρα ; Κόντεψε να την τρελάνει τη σχωρεμένη την θεια μου , ώσπου στο τέλος σκάσανε και οι δυο στα γέλια …
Καλό σας απόγευμα , να είστε όλοι καλά …..Κ.Κ.-
No comments:
Post a Comment