Στα καθημερινά , σχεδόν , ταξίδια στο όμορφο παρελθόν μας , αγαπημένοι μου φίλοι , έχουμε ανταμώσει , μέσα απ’ τις αφηγήσεις φίλων της σελίδας μας , που πολλές φορές από καθαρή τύχη , έτυχε να ..περάσουν απ’ τη σελίδα μας , κάποιους ανθρώπους , άλλους γνωστούς και άλλους άγνωστους σε μας .
Στην περίπτωση του αείμνηστου Γιώργου Βελλία , η τύχη το ‘φερε , να αναφερθεί τυχαία το όνομά του σε μια αφήγηση του φίλου της σελίδας μας , Θύμιου Τσινταβή , γιού του αξέχαστου μπάρμπα Βασίλη Τσινταβή , πράκτορα στην Αθήνα , για πολλά χρόνια του ΚΤΕΛ Φωκίδας , στην οποία ο Θύμιος μίλαγε για το Γιώργο με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια .
Ο γιος του Γ. Βελλία , Νίκος , διαβάζοντας την αφήγηση εκείνη , είχε την καλοσύνη να μας στείλει ένα ΄σύντομο βιογραφικό του αείμνηστου Γιώργου , τον οποίο προσωπικά γνώριζα , απ’ την εποχή που είχαμε το Ζαχαροπλαστείο στο Αλωνάκι , δίπλα στο πρακτορείο του Κ.Τ.Ε.Λ . Τεστάροντας λοιπόν και τη δική μου μνήμη , διαπίστωσα πως η εικόνα που είχα κρατήσει στο..” σκληρό δίσκο “ της , ανταποκρινόταν απόλυτα στα όσα λέχθηκαν απ’ το Θύμιο αλλά κι’ απ’ τον Νίκο , θα έλεγα δε , πως οι φωτογραφίες που μας έστειλε ο Νίκος , μάλλον..αδικούν τον αείμνηστο Γιώργο , που ήταν ομολογουμένως λεβέντης , ομορφόπαιδο , καλόκαρδος , χωρίς εκείνο..μάγκικο των σωφεραίων της εποχής , και βέβαια στις δικές μου αναμνήσεις , ο αείμνηστος είναι πάντα με..μουστάκι , καλοπεριποιημένος , καλοχτενισμένος και ευγενής .
Ας δούμε όμως τα όσα γράφει ο γιος του Νίκος …
Καλό σας απόγευμα …Κ.Κ.-
Ο Γιώργος Βελλίας, ο πατέρας μου, γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1924 στο χωριό Μαλανδρίνο, από φτωχούς γονείς, τον Νίκο Βελλία και την Αργύρω Σαλαγιάννη. Φτωχοί άνθρωποι, όπως και οι περισσότεροι άλλωστε στο χωριό, έκαναν τρία παιδιά, την Χρυσούλα, τον Γιώργο και τον Χαράλαμπο.
Το 1927 ο πατέρας Νίκος πεθαίνει, σε ηλικία 33 ετών και αφήνει την χήρα Αργύρω να μεγαλώσει μέσα σε μεγαλύτερη πια φτώχεια, μόνη της, μαζί με την γριά μάνα της, τα τρία παιδιά της. Ο πατέρας μου, ο Γιώργος, το δεύτερο παιδί, είναι μόλις τριών ετών.
Μέσα στην φτώχια και την ανέχεια η μάνα δουλεύει σε διάφορες αγροτικές δουλειές, για να εξασφαλίσει με μεγάλη δυσκολία και πολύ αγώνα, το ψωμί των παιδιών της. Σταρένιο, κριθαρένιο, καλαμποκίσιο (μπομπότα ),ακόμη και από βελανίδια κατά την διάρκεια του πολέμου. Το λάδι, το τυρί, το κρέας σπάνια υπήρχαν στο σπίτι. Στο σπίτι που είχε τέσσερις τοίχους ,χώμα για πάτωμα, ένα τζάκι στην γωνία και στο οποίο έπρεπε να χωρέσουν πέντε άνθρωποι και να μεγαλώσουν τα τρία παιδιά.
Μέσα από αυτές τις δυσκολίες, την ανέχεια και την μεγάλη φτώχεια, η ορφανή από σύζυγο και πατέρα οικογένεια κατάφερε να επιβιώσει και τα παιδιά να φτάσουν στην εφηβεία. Ο πατέρας μου είναι πλέον 16 ετών, όταν ξεσπάει ο πόλεμος του ’40.Η πείνα συνεχίζεται και ο αγώνας για επιβίωση μεγαλώνει. Τώρα όλοι στο χωριό, ακόμη και αυτοί που τα έφερναν μέχρι τώρα βόλτα, αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες που έφερε η κατοχή, αλλά και ο εμφύλιος πόλεμος στην πατρίδα μας.
Ο πατέρας μου, έφηβος πια, ψηλός, μελαχρινός, ομορφόπαιδο, με καλό και ευχάριστο χαρακτήρα, είχε σταματήσει το σχολείο από την δευτέρα δημοτικού και ασχολείται με διάφορα εφηβικά ανδραγαθήματα και που και που, κάνει και κανένα μεροκάματο σε διάφορες δουλειές. Μία από αυτές τις δουλειές ήταν και η συμμετοχή του ως εργάτης στην κατασκευή του δημόσιου δρόμου, κάτω στον κάμπο, ένα κομμάτι του οποίου είχε αναλάβει να κατασκευάσει ως εργολάβος, ο συγχωριανός του και γείτονας του, Παναγιώτης Μολογιάννης (Ζάζας ).
Ο Γ. Βελλίας με τη γυναίκα του Λαμπρινή Μολογιάννη – Βελλία .
Ο Παναγιώτης Μολογιάννης, γύρω στα 40,ήταν ένας έξυπνος και δραστήριος άνθρωπος με μεγάλες ικανότητες. Καλός νοικοκύρης, είχε τρεις κόρες, την Μαρία, την Λαμπρινή και την Βασιλική ( Κούλα ) και ήταν άνθρωπος με κύρος στο χωριό. Συμπαθούσε τον πατέρα μου και τον έπαιρνε πολλές φορές στις δουλειές του. Και η Λαμπρινή η κόρη του, στα 15 της χρόνια τότε, ψηλή και αυτή, ξανθιά, όμορφη κοπέλα, τον συμπαθούσε, του έδινε κρυφά και καμιά χούφτα σταφίδες, γιατί ήξερε ότι αυτοί «είχαν» ενώ ο πατέρας μου ήταν φτωχός. Μέχρι εκεί όμως γιατί τα ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν τίποτε παραπάνω. Ούτε βέβαια του έδειξε ποτέ την συμπάθεια της αυτή.
Τα χρόνια πέρασαν, έληξε ο πόλεμος και ο πατέρας μου έπρεπε να υπηρετήσει την θητεία του στο στρατό. Επέλεξε να καταταγεί στην χωροφυλακή, με πενταετή θητεία, για να εξασφαλίσει ένα μισθό.
Η επιλογή του αυτή τον έριξε άθελα του στην δύνη του εμφυλίου πολέμου. Φιλήσυχος άνθρωπος, απολιτικός, βρέθηκε να υπηρετεί στο Χρυσοχώρι, ένα πλούσιο χωριό κοντά στην Χρυσούπολη Καβάλας, ως αγγελιοφόρος μοτοσυκλετιστής. Εκεί, όπως έμαθα αργότερα από επίσκεψη μου στο χωριό αυτό το 1972, τον θυμούνταν ως ένα όμορφο παλληκάρι, με καλό χαρακτήρα, που εξυπηρετούσε τον κόσμο και είχε «κάτι» με μια κοπελιά του χωριού, από πλούσια οικογένεια γαιοκτημόνων, κάτι όμως που δεν οδηγήθηκε πουθενά, γιατί το μυαλό του ομορφόπαιδου ήταν κάπου αλλού. Πίσω. Μακριά.
Κάποια στιγμή έρχεται η μετάθεση για Αθήνα. Στου Μακρυγιάννη. Με το φύλλο πορείας στο χέρι, ανεβαίνει στο τραίνο για Αθήνα. Μετά από κάποιων ωρών διαδρομή, το σούρουπο, και ενώ το τραίνο βρίσκεται στις παρυφές του βουνού Μπέλες, τα φρένα στριγκλίζουν και το τραίνο ακινητοποιείται. Αιτία; το μπλόκο μιας ομάδας ανταρτών. Ο πατέρας μου αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, ξηλώνει όλα τα διακριτικά της στολής του, πηδάει από το παράθυρο και χύνεται στα χωράφια, για να μην συλληφθεί από τους αντάρτες. Μια σφαίρα όμως, από το όπλο μιας αντάρτισσας, τον βρίσκει στο πόδι και τον σωριάζει κάτω. Αμέσως μια ομάδα ανταρτών τρέχει κοντά του, τον συλλαμβάνει πληγωμένο και τον οδηγεί σε μία ομάδα αιχμαλώτων, δίπλα στις γραμμές του τραίνου. Στην συνέχεια και ενώ πλέον έχει πέσει το σκοτάδι, η ομάδα αυτή αποτελούμενη αποκλειστικά από συλληφθέντες χωροφύλακες και ένα Ταγματάρχη της χωροφυλακής ( πέντε άτομα ), οδηγείτε σε ένα ύψωμα του βουνού και της δίνεται η εντολή για στάση και ανάπαυση. Οι συλληφθέντες κάθονται κατά γης, ο ένας δίπλα στον άλλο, ενώ η ομάδα των ανταρτών κάθισε ακριβώς απέναντι, έχοντας μπροστά τους στημένο ένα πολυβόλο.
Με κατασκηνωτές της χωροφυλακής , λίγο πριν απολυθεί .
Προηγούμενα, ο επικεφαλής των ανταρτών τους είχε καθησυχάσει, λέγοντας τους ότι δεν πρέπει να ανησυχούν για τη ζωή τους και ότι απλώς θα τους παρέδιδαν στην διοίκηση των ανταρτών, ως αιχμαλώτους. Πέρασε λίγη ώρα σιωπής όταν ξαφνικά, ένας από τους αντάρτες, άρχισε να ρίχνει με το πολυβόλο κατά της ομάδας των αιχμαλώτων χωροφυλάκων. Ο πατέρας μου, καθισμένος περίπου στην μέση της ομάδας και δίπλα από τον Ταγματάρχη, από ένστικτο και πριν φτάσουν οι βολές σε αυτόν γέρνει πίσω, σηκώνοντας τα πόδια του ψηλά. Η ριπή τον βρίσκει στα πόδια και μία σφαίρα διαπερνά το πέλμα του άλλου του ποδιού. Τώρα και τα δύο του πόδια είναι πληγωμένα. Οι υπόλοιποι όμως της ομάδας είναι νεκροί. Προσποιείται τον νεκρό και από μια τεράστια εύνοια της τύχης δεν του δίδεται, κατ’ εξαίρεση, η χαριστική βολή, αφού το κεφάλι του Ταγματάρχη δίπλα του έχει ανοίξει και όλο του το περιεχόμενο έχει πέσει επάνω στο κεφάλι του πατέρα μου. «Αυτός έχει ψοφήσει πρώτος από όλους. Δεν βλέπεται τα μυαλά του; γιατί να χαραμίσω την σφαίρα μου;» είπε στους άλλους που ήταν δίπλα του. Αυτά μέχρι εδώ. Το μαρτύριο όμως για τον πατέρα μου δεν έχει τελειώσει. Ο αντάρτης που έριξε τις χαριστικές βολές και άθελα του έσωσε τον πατέρα μου από τον θάνατο, πρόσεξε ότι οι μπότες που φορούσε ήταν καινούργιες, χωρίς να προσέξει όμως, μέσα στο σκοτάδι, ότι η μία είχε τρυπήσει από την σφαίρα .Έτσι έβγαλε τις μπότες, ενώ ο πατέρας μου παρά τον φοβερό πόνο που ένιωθε, κατάφερε να μην αντιδράσει και αποκαλύψει ότι ήταν ζωντανός. Αμέσως μετά λιποθύμησε.
Βρήκε τις αισθήσεις του το επόμενο πρωί. Γύρω του τα πτώματα των νεκρών συναδέλφων του. Κανείς άλλος. Απόλυτη ησυχία. Άρχισε να κλαίει. Έπρεπε να σκεφθεί τι θα κάνει. Δεν είχε πολλές επιλογές. Η τοποθεσία που βρισκότανε ήταν απόμερη. Έπρεπε να μετακινηθεί. Να συναντήσει κάποιον να του δώσει βοήθεια. Όχι όμως τους αντάρτες. Αποφάσισε να προσπαθήσει να μετακινηθεί έρποντας, με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει, προς τον κάμπο και εάν ήταν τυχερός να βρει εκεί βοήθεια. Μετά από πολύ προσπάθεια, έρποντας και σταματώντας, κατάφερε να μετακινηθεί μερικές εκατοντάδες μέτρα. Μέχρι εκεί. Δεν άντεξε άλλο. Από εξάντληση και αιμορραγία λιποθύμησε.
Όταν ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, διαπίστωσε ότι τον είχε ανακαλύψει αναίσθητο ο τακτικός στρατός, ο οποίος προφανώς είχε πληροφορηθεί το επεισόδιο με το τραίνο και είχε προστρέξει, για να ελέγξει την περιοχή.
Στο 424 στρατιωτικό νοσοκομείο , στη Θεσσαλονίκη .
Η συνέχεια της ιστορίας μας βρίσκει τον τραυματισμένο νεαρό χωροφύλακα στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη. Ήδη η ιστορία του έχει γίνει πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες. Η εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ έγραφε στην πρώτη της σελίδα, « ο χωροφύλακας που γύρισε από την κόλαση». Στο νοσοκομείο αυτό έμεινε όσο διάστημα ήταν αναγκαίο, μέχρι να αποκατασταθούν πλήρως τα τραύματα του.
Η στιγμή αυτή έφτασε. Ήταν πλέον εντελώς καλά. Μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι του για την Αθήνα. Το ταξίδι όμως στην στεριά αποδείχθηκε επικίνδυνο. Θα συνέχιζε με πλοίο.
Ήταν Γενάρης του ’47. Ένα πλοίο, το «ΧΕΙΜΑΡΑ», θα έφευγε από την Θεσσαλονίκη με προορισμό τον Πειραιά, μεταφέροντας κυρίως κρατουμένους του εμφυλίου και τους συνοδούς τους φρουρούς. Σε αυτό το πλοίο επιβιβάσθηκε και ο ήρωας μας. Η λαχτάρα του να φτάσει γρήγορα στο προορισμό του μεγάλη. Είχε στα χέρια του το φύλλο πορείας αλλά και ένα μήνα αναρρωτική άδεια. Θα πήγαινε στο χωριό του. Να δει το χωριό του, την μάννα του, τα αδέλφια του, τους αγαπημένους του φίλους και ίσως και ένα πρόσωπο το οποίο δεν είχε ποτέ αποκαλύψει σε κανένα. Αυτά είχε στο μυαλό του εκείνη την ημέρα, όταν στο βάθος του ορίζοντα, αντίκριζε το λιμάνι της Θεσσαλονίκης να απομακρύνεται και το «ΧΕΙΜΑΡΑ» να σχίζει τα νερά του Θερμαϊκού κόλπου.
Χρυσούλα Βελλία , η γιαγιά Παρασκευή Σαλαγιάννη και Αργυρώ Σαλαγγιάννη – Βελλία .
Το πλοίο, ταξιδεύοντας για ώρες, είχε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του και είχε μπει πλέον στα νερά του Ευβοϊκού. Ήταν βράδυ, έκανε πολύ κρύο, η θάλασσα όμως ήταν ήρεμη και πάνω στο καράβι επικρατούσε απόλυτη ησυχία, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και ένα δυνατό τράνταγμα συγκλόνισε το πλοίο. Τα φώτα έσβησαν. Τι είχε συμβεί; Το πλήρωμα καθησύχαζε τους επιβαίνοντες , ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Έλεγαν ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα στις γεννήτριες, όλα θα πάνε καλά και το ταξίδι θα συνεχισθεί, μόλις αποκατασταθεί η βλάβη. Τα πράγματα όμως δεν ήταν έτσι. Το πλοίο για κάποιον λόγο, ο οποίος ακόμη και σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί, είχε ναυαγήσει, θα βυθιζόταν και θα παρέσυρε στο βυθό εκατοντάδες ανθρώπους, οι περισσότεροι των οποίων ήταν δεμένοι με χειροπέδες στα αμπάρια του. Και αυτό έγινε σε πολύ σύντομο χρόνο. Οι διασωθέντες ήταν ελάχιστοι. Μεταξύ των ελαχίστων διασωθέντων και ο πατέρας μου, ο οποίος δεν ήξερε να κολυμπάει. Που να είχε μάθει κολύμπι; Στο χωριό του; Στην Πελεσίτσα;
Στον λίγο χρόνο που μεσολάβησε, μεταξύ του τραντάγματος και της βύθισης του πλοίου, διάφορες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του πατέρα μου, ο οποίος δεν είχε πιστέψει τις διαβεβαιώσεις του πληρώματος και έψαχνε κάποιον τρόπο να σωθεί, γνωρίζοντας ότι δεν ήξερε να κολυμπάει. Κοίταζε λοιπόν το κατάρτι του πλοίου, σκεφτόμενος ότι εάν ανέβαινε εκεί πάνω και το πλοίο βυθιζόταν, πιθανόν το κατάρτι να έμενε έξω από το νερό και έτσι θα σωζόταν. Κοιτάζοντας όμως το κατάρτι είδε ότι σε αυτό ήταν δεμένη μία σχεδία. Αμέσως έψαξε τις τσέπες του. Ευτυχώς, για καλή του τύχη, είχε το σουγιά του μαζί του. Σκαρφαλώνει λοιπόν στο κατάρτι, κόβει τα σχοινιά με τα οποία ήταν δεμένη η σχεδία, την κατεβάζει στο κατάστρωμα, μπαίνει μέσα και περιμένει να δει τι θα συμβεί. Τελικά το πλοίο βυθίζεται και η δύνη των νερών εκτινάσσει τη σχεδία μαζί με τον πατέρα μου μακριά από το βυθιζόμενο πλοίο. Στην σχεδία αυτή πιάστηκαν στη συνέχεια και άλλα τέσσερα άτομα, τα οποία σώθηκαν μαζί με τον πατέρα μου.
Απίστευτες ιστορίες, μεγάλη δοκιμασία, πολύ τύχη. Ο πατέρας μου όμως ήταν βαθειά θρησκευόμενο άτομο. Πίστευε ότι από όλα αυτά, τον έσωσε η πίστη του στο Θεό. Ο Θεός τον προστάτεψε έλεγε, γιατί ήταν ευλαβής και καλός άνθρωπος. Μάλιστα στο ναυάγιο είχε στην τσέπη του μία εικόνα του Αγ.Γεωργίου η οποία δεν βράχηκε στη θάλασσα. Την έχω αυτή την εικόνα στο πορτοφόλι μου. Την φυλάω και ας μην είμαι τόσο θρησκευόμενος όσο ο πατέρας μου.
Μετά και από αυτή την περιπέτεια βρέθηκε να συνεχίζει την θητεία του στη χωροφυλακή, ως εκπαιδευτής οδηγών, στο σύνταγμα Μακρυγιάννη, μέχρι που έφθασε το τέλος της θητείας του. Αμέσως έψαξε να βρει μια δουλειά. Κάποιος πολιτικός του πρότεινε να τον διορίσει ως οδηγό στην Πυροσβεστική. Δεν δέχθηκε. Δεν ήθελε να ξαναβρεθεί σε στρατιωτική υπηρεσία. Είχε πολλές κακές και τραυματικές εμπειρίες κατά την διάρκεια της θητείας του, στην χωροφυλακή. Οι καιροί ήταν δύσκολοι τότε και αυτός είχε ζήσει και είχε δει πολλά. Θα μπορούσε να είχε εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο. Άλλωστε είχε πάρει αριστείο ανδρείας, για την περιπέτεια του στο εκτελεστικό απόσπασμα, τιμής ένεκεν. Δεν πήγε να το παραλάβει ποτέ. Δεν το ήθελε.
Με μόνο εφόδιο το επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης, το οποίο απέκτησε στη χωροφυλακή, βρήκε δουλειά ως οδηγός λεωφορείου στο ΚΤΕΛ του νομού μας, σε λεωφορείο ιδιοκτησίας του Μήτσου του Σιώκου. Παντρεύτηκε την Λαμπρινή, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, συνέχισε για κάποιο διάστημα να εργάζεται στο υπεραστικό του Σιώκου και έκανε το πρώτο του παιδί. Εμένα. Τον γυιό. Σε τρία χρόνια έκανε και την κόρη. Είχε ήδη μεταπηδήσει στο αστικό λεωφορείο του Μήτσου του Σιώκου, στο οποίο δούλεψε για πολλά χρόνια, μέχρι που τα λεωφορεία έγιναν κρατικά.
Η οικογένεια του Παν. Μολογιάννη ( Ζάζα ) .
Ο Γιώργος ο Βελλίας,ο πατέρας μου ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος, όπως τον αναφέρει και ο κ. Ευθύμιος Τσινταβής στην ιστορία του. Είχε πάει σχολείο μέχρι την Δευτέρα δημοτικού, έζησε τα παιδικά του χρόνια μέσα στην φτώχεια, ορφανός, χωρίς πατέρα. Ήταν όμως κοινωνικός, αξιοπρεπής, επικοινωνιακός με καλή διάθεση και μια καλή κουβέντα πάντα στο στόμα του, για όλους. Αγαπούσε το τόπο του και τους ανθρώπους του. Τους πατριώτες όπως έλεγε. Δεν τον άκουσα ποτέ να βλαστημάει, να κουτσομπολεύει. Αγαπούσε την οικογένεια του και την φρόντιζε. Μας σπούδασε, δύο παιδιά στην Θεσσαλονίκη. Ήταν ένας άριστος οικογενειάρχης, αγαπητός από όλους εμάς, την οικογένεια του και όλους όσους τον γνώριζαν.
Στο τέλος όμως ήταν άτυχος, αυτός αλλά και εμείς, η οικογένεια και οι φίλοι του. Έφυγε από κοντά μας νωρίς, στα 71 του χρόνια. Και αυτό γιατί ένοιωθε τόσο δυνατός που αμέλησε τον εαυτό του και έφυγε από την ζωή από μία ασθένεια του συκωτιού, την οποία μπορούσε να είχε καταπολεμήσει.
Αυτή είναι η ιστορία του οδηγού Γιώργου Βελλία από το Μαλανδρίνο, που ανέφερε ο κ.Τσινταβής στο οδοιπορικό του.
Νικόλαος Γεωργίου Βελλίας
No comments:
Post a Comment