13.11.12

ΠΑΝΟΡΜΟΥ 57

 

1

 

  Μια  νοσταλγική  ανάμνηση του   Αλέκου Παπανδρέου

   Ψιλόβρεχε εκείνο το χάραμα. Μέσα του Νοέμβρη.

   Μια μουντίλα, και μια σκοτεινιά απαισιόδοξη σου δειχνε τη μέρα που ερχόταν. Ο χωματόδρόμος μπροστά στο σπίτι είχε αρχίσει να λασπώνει. Λακουβίτσες γυάλιζαν διάσπαρτες εδώ κι εκεί και οι στάλες της βροχής που έπεφταν μέσα τους δημιουργούσαν ένα μικρό σχεδόν αδιόρατο πίδακα καθώς τάραζαν την ήρεμη επιφάνεια του νερού.   Έβλεπα απ τη χαραμάδα των πατζουριών. Μια κάθετη χαραμάδα ίσα με ένα δυο πόντους φαρδιά, ανάμεσα στα δυο πατζουρόφυλα. Δεν μου ‘κανε κέφι να ανοίξω να μπει φως. Όχι ακόμα. Έκλεινα πότε το ένα μάτι και πότε το άλλο παίζοντας με την αλλαγή της γωνίας της όρασης μου.

   Η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Απ την κατηφόρα της γωνίας άρχισε να τρέχει ένα ποταμάκι νερό ανάκατα με χώμα. Έσκαγε σε μια πέτρα στο διάβα του, χώριζε στα δύο και ξαναενωνόταν λίγο παρακάτω γι να συνεχίσει την καφετιά του ροή διαγώνια στο δρόμο προς την κατηφόρα του απέναντι στενού. Ο ουρανός μολύβι και κάπου κάπου μια αστραπή και μετά από λίγο ένα αχνό μπουμπουνητό. Η καταιγίδα ήταν μακριά ακόμα. Έπαιξα λίγο ακόμα με τα μάτια μου. Άνοιξα το τζαμωτό κι έστειλα τα πατζούρια στα πλάγια. Τα δίπλωσα και τα μαντάλωσα. Έκλεισα το τζαμωτό ξανά. Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Άρχισαν να λερώνουν τα τζάμια. Η εικόνα του δρόμου άρχισε να παραμορφώνεται καθώς τον έβλεπες μέσα απ το πρίσμα που δημιουργούσαν οι χοντρές στάλες της βροχής

   Το λεωφορείο που ανέβαινε αγκομαχώντας το δρόμο έκανε την τελευταία στάση απέναντι. Κάποιοι λιγοστοί επιβάτες κατέβηκαν και χάθηκαν στα γύρω στενά. Έκανε επιτόπου στροφή κι ήρθε κι άραξε μπροστά στην καγκελόπορτα. Η μπροστινή πόρτα άνοιξε. Ο οδηγός σήκωσε το βλέμμα προς τον ουρανό έριξε στο κεφάλι πρόχειρα το σακάκι του και κατέβηκε. Διάβηκε το χωματόδρομο βιαστικά αποφεύγοντας τις λακκούβες κι έφτασε στο απέναντι περίπτερο. Πήρε τσιγάρα. Άνοιγε ήδη το πακέτο καθώς ερχόταν. Μπήκε στο λεωφορείο. Στάθηκε στα σκαλιά κι άναψε. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Στη στάση δεν περίμενε ψυχή. Σε πέντε λεπτά θα έφευγε.   Έμεινα εκεί όρθιος καπνίζοντας. Τον έβλεπα απ το παράθυρο που προσπαθούσε να χαλαρώσει πριν ξεκινήσει το δρομολόγιο. Σχεδόν άκουγα τους χτύπους της καρδιάς του και την ανάσα του. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Κοίταξε γύρω γύρω αν υπάρχει επιβάτης. Κούνησε το κεφάλι, σήκωσε τους ώμους, έκατσε στη θέση του έβαλε μπρός έκλεισε την πόρτα και ξεκίνησε.

   Έτριξε η πόρτα στην κουζίνα πίσω μου. Ο χαρακτηριστικός ήχος απ το νερό της βρύσης που έπεφτε μέσα στο μπρούτζινο μπρίκι με έκανε να χαμογελάσω. Ύστερα άναψε η πετρογκάζ. Κι ύστερα από λίγο ο ήχος απ το κουταλάκι να χτυπάει στα τοιχώματα καθώς ανακάτευε καφέ και ζάχαρη. Το τράβηγμα της καρέκλας πάνω στο παρκέ, το ακούμπημα του φλυτζανιού στη φορμάικα του τραπεζιού ό ήχος απ το σπίρτο που άναβε το άφιλτρο «άρωμα» η ρουφηξιά του καπνού και του φρεσκοψημένου τούρκικου, δήλωνε με τον πιο εμφατικό τρόπο μια φράση που δεν χρειαζόταν καν να πεις. «Πάω για δουλειά».

   Σιγά σιγά ξημέρωνε. Οι ήχοι δυνάμωναν. Δεν τους άκουγες καθαρά αλλά του ένιωθες σα βόμβο σα βουητό, σαν κουβέντα ηλικιωμένων σε συνοικιακό . Κάποιες άλλες φωνές, ακαθόριστες αλλά δυνατές και με ρυθμό σου δήλωναν τον ερχομό του παγοπώλη, του γαλατά, του παλιατζή, του μανάβη, του παπλωματά, του γανωτζή. Η μαύρη μοτοσυκλέτα του Θόδωρου, με το καλάθι δίπλα της φορτωμένο κολώνες πάγο. Ανέβαινε γλιστρώντας στις λάσπες, πάνω στα λιγνά της λάστιχα. Κι ο αναβάτης της ξερακιανός και λιπόσαρκος με το χακί καπελάκι στο κεφάλι κι ένα τσουλούφι να προβάλει στο μέτωπο του, άνοιγε το πλαισιωμένο απ το «εισπρακτορικό» μουστάκι στόμα του κι έβγαινε η φωνή. Διαπεραστική δυνατή βουερή, σήκωνε τη γειτονιά στο πόδι. ΠΑΓΟΣ.

   Οι πόρτες άνοιγαν μια μια. Ο Θόδωρος με το πριόνι τεμάχιζε τις κολώνες. Με το γάντζο τις κάρφωνε και τις κουβάλαγε σε αυλές και κεφαλόσκαλα. Τις απίθωνε πάνω στο τσουβάλι. Για να πάνε στο ξύλινο ψυγείο, με το λαμαρινένιο αγαλβάνιστο εσωτερικό, με τη βρύση την ψιλοσκουριασμένη ψηλά και το λευκό τουλπανάκι σα φίλτρο στο στόμιο της.

   Έφευγε ο Θόδωρος για τις απάνω ρούγες κι ύστερα για το μαγαζί του με τον πάγο και τα κάρβουνα για το φόρτωμα και το δεύτερο δρομολόγιο.

   Τα ρολά στο απέναντι γαλατάδικο στην ΕΒΓΑ της γειτονιάς, ανέβηκαν με ένα δυνατό μεταλλικό θόρυβο. Ξεκλειδώθηκε η τζαμόπορτα με το χρυσό φιλετάκι γύρω γύρω στο τζάμι και σφηνώθηκε κοντά στον τοίχο με μια ξύλινη σφήνα ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα. Ο Εβγατζής κουβάλαγε μέσα στο μαγαζί τα συρμάτινα καλάθια με τα γυάλινα μπουκάλια το γάλα με το αλουμινένιο καπάκι για να τα βάλει στο χαμηλό ψυγείο βιτρίνα. Κι άλλο ρολό λίγο παραπάνω στο μπακάλικο «Εδώδιμα αποικιακά» με τα πέντε έξι σκαλοπάτια για να ανέβεις στην πόρτα του. Δύσκολα για τους ηλικιωμένους. Που ν ανεβαίνεις τα σκαλιά τώρα. Τον φώναζαν το μπακάλη και τους κατέβαζε δυο φρατζόλες ψωμί μαζί με μια γωνιά που βάζανε για να καλύψουνε το ελλιποβαρές της φρατζόλας.

   Κι άλλο ρολό έσκουξε λίγο παρακάτω Το άλλο μπακάλικο. Ισόγειο αυτό «Εκλεκτά τρόφιμα». Με το χοντρό βοηθό, Κυριάκο τον λέγανε θυμάμαι. πόσα χρόνια δούλευε εκεί ούτε που ήξερε κανένας. Ούτε κι ο ίδιος. Δούλευε το πρωί στο μαγαζί. Και το βράδυ στην υπόγεια την ταβέρνα κάτω απ το μαγαζί 20 σκαλιά, μες σε καπνούς χωρίς βρισιές όμως, έψηνε παϊδάκια και μπριζόλες και μπακαλιάρο σκορδαλιά, εκλεκτό μεζέ, κι έκοβε σαλάτες αγγουροντομάτα μη θαρρείς κάτι άλλο και φέτα με λαδορίγανη και ψωμί ψημένο στη σχάρα. Και για κανένα πελάτη που γούσταρε του άνοιγε και μια κονσέρβα σαρδέλα, ή σκουμπρί ή έφερνε και καμια αντζούγια στο λευκό πιατάκι. Και έβγαζε απ το βαρέλι ρετσίνα μοσχοβολιστή παραγωγή δική του, με μούστο φερμένο απ τα Μεσόγεια, κάπου ανάμεσα Λιόπεσι και Κορωπί. Κάπου κάπου κατέβαινε κάποιος λαχειοπώλης. Ή κάποιος άλλος που τον θυμάμαι αμυδρά, με μια δερμάτινη τσάντα σα σχολική, γεμάτη με χαλβαδόπιτες και φιστίκια Αιγίνης σε ένα σακουλάκι ζελατινένιο. Όλο και κάποιος μου έπαιρνε όταν ήμουνα μαζί τους και δεν έμενα σπίτι για ύπνο με τη γιαγιά.

   Ο δρόμος λάσπωσε για τα καλά. Κάποιες μαύρες γαλότσες, πλατσούριζαν στη λάσπη. Κι ύστερα κι άλλες γαλότσες και παπούτσια κι ομπρέλες μεγάλες μαύρες αντρικές κι από κάτω μανάδες να κρατάνε απ το ένα χέρι σφιχτά το μικρό χεράκι κι απ την άλλη τη σχολική τσάντα. Τέσσερα πέντε τετράγωνα παρακάτω το Δημοτικόν Σχολείον με την τσιμεντένια γλιστερή αυλή τις μαραζωμένες νεραντζιές το υποτιθέμενο σκάμμα για τα άλματα, τα μαρμάρινα γουβιασμένα σκαλοπάτια που ανέβαιναν στην αίθουσα. Τον κοντόχοντρο διευθυντή με τα μυωπικά γυαλιά και το ριγέ κοστούμι να ακούει με προσοχή και σε στάση προσοχής την πρωϊνή προσευχή. Οι μανάδες έφευγαν σιγά σιγά και τα μικρά έμπαιναν στις αίθουσες. Στα μεγάλα ξύλινα θρανία τρείς τρεις.. κι οι δύο τσάντες από κάτω στο ραφάκι. Η τρίτη στο πάτωμα…. Δεν χώραγε αλλού.

………..Ο καταμελάχρινος τύπος με τις ψάθες στην πλάτη απίθωσε το εμπόρευμα του κάτω απ το μπαλκόνι το χαμηλό. Έκατσε κατάχαμα. Ύστερα πήρε ένα μικρό χαμηλό σκαμνάκι. Πήρε την παλιά ψάθινη καρέκλα, την περιεργάστηκε, έκοψε με μια πένσα το σύρμα ανάμεσα στα πόδια της Πήρε κάτι καρφιά ένα σφυρί, τη συμμάζεψε την ισορρόπησε να στέκεται καλά στα τέσσερα πόδια της, ξεχώρισε απ το σωρό την ψάθα μια μεγάλη λεπτή και μακριά κι άρχισε να πλέκει το κάθισμα. σφυρίζοντας και σιγοτραγουδώντας. Κι όλο έσφιγγε και τράβαγε κι έσφιγγε και τράβαγε…….’

   Στην απέναντι πλευρά το καφενεδάκι του κυρ Μανωλάκη άνοιξε. Ψάθινες καρέκλες και σιδερένια τραπεζάκι στην αυλή και το πεζοδρόμιο και μέσα μαρμάρινα τραπεζάκι κι ένα πάγκος με μπουκάλια, ένας μαρμάρινος κάποτε άσπρος νεροχύτης και μια χόβολη με άμμο για τον καφέ. Μύριζε ανάκατα καφέ και ούζο και μια δόση από κονιάκ χύμα Και καπνός από άφιλτρο. Στον τοίχο διαφήμιση ημερολόγιο Μπύρα FIX. Με την άσπρη καλοπλυμένη ποδιά του o κυρ Μανωλάκης περίμενε πελάτες για καφέ. Ίσως κανένα τάβλι να παίξουν. Καμιά πρέφα, πικέτο ξερή, κολτσίνα. Είχε και υποβρύχιο Για τις Κυριακές που ο παπούς πήγαινε βόλτα τον εγγονό με το μικρό ποδηλατάκι με τις βοηθητικές. Γύρω γύρω στην υποτυπώδη αυλή και στο πεζοδρόμιο. Μια γλυψιά βανίλα και πάλι βόλτα και πάλι γλυψιά και πάλι βόλτα έτσι σε μια αέναη γλυκιά επανάληψη. Κάπου κάπου άνοιγε την πίσω πόρτα του μαγαζιού έμπαινε απ την πόρτα της κουζίνας, έριχνε μια μάτια στην κατσαρόλα με το βραστό και πάλι στο καφενείο.

   Ανοιγόκλεισα τα ρουθούνια μου κι ανέσυρα απ’ τη μνήμη μου μυρωδιές. Πιπέρι, μελιτζάνες,κρεμμυδάκι τσιγαρισμένο, σκόρδο κάτι από κανέλα, ωμό κρέας, ή μήπως ήταν κιμάς, γάλα. Κάτι σε παπουτσάκια ορέχτηκα. Η φιγούρα με τον άσπρο κότσο πηγαινοερχόταν στην ανοιχτή πόρτα της κουζίνας. Ακατάπαυστα. Η συνταγή άρχισε να μυρίζει οι οσμές γέμισαν το χώρο. Ηδονικές ανάσες ικανές να με κάνουν να χορτάσω.

Συνεχίζεται............

No comments: